Αλλοίμονον εις όσους δεν μετανοούν

Πόσο ζημιά μας προκαλούν οι αμαρτίες μας; Ο Άγιος Νικόδημος λέγει για τας βλάβες των αμαρτιών: «Σκέψου πως οι αμαρτίες αυτές σου προξένησαν την αιώνια κόλαση, το άσβεστο εκείνο πυρ, τον βρυγμό των οδόντων, τον σκώληκα τον ακοίμητο, τον βασανισμό όλων των αισθήσεων του σώματος, και όλων των δυνάμεων της ψυχής σου, η οποία θα έχη πάντοτε μαζί της αυτό που μισεί και δεν θα έχη ποτέ αυτό που επιθυμεί. Τι μας σώζει; Μόνον η μετάνοια.

Γι’ αυτό, συνεχίζει, γνώριζε ότι η μετάνοια, κατά τον θείο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, είναι μία επαναστροφή από τον διάβολο προς τον Θεό, η οποία γίνεται με πόνο και άσκηση. Είσαι υποχρεωμένος, δηλαδή, να αφήσης τον διάβολο και τα έργα του και να ξαναγυρίσης στον Θεό και στην κατά Θεό ζωή». Δηλαδή να μετανοήσουμε και να εξομολογηθούμε. Διαφορετικά «ουαί ημίν τοις αμαρτωλοίς».

*  *  *

Ανεφέρεται στον Συναξαριστή (28 Απριλίου) ότι στην πόλη Καρθαγένη της Αφρικής, κάποιος στρατιώτης του Βασιλέως έπεσε σε σαρκικό αμάρτημα με την γυναίκα του γεωργού του.

Μετά από την αμαρτία αρρώστησε βαρειά και σε λίγο πέθανε και ετάφη.

Τρεις ημέρες μετά την ταφή του άρχισε να φωνάζη εκ του τάφου και να λέγη «Ελεήστε με». Έτσι άνοιξαν τον τάφο και τον βρήκαν ζωντανό, αλλά δεν μπορούσε να ομιλήση.

Ο Πατριάρχης Θαλάσσιος της Αφρικής προσπαθούσε να τον παρηγορήση και να τον συνεφέρη από αυτό το γεγονός, που ζούσε. Μετά τρεις μέρες συνήλθε και άρχισε να διηγήται τα εξής:

«Όταν η ψυχή μου εκπρόκειτο να βγη από το σώμα μου, είδα μερικούς μαύρους και φοβερούς στην όψη, να ορμούν εναντίον μου και να με πολεμούν. Μετά είδα δύο νέους ωραιότατους, οι οποίοι ήλθαν και χάρηκε η ψυχή μου, και με ανέβασαν στον ουρανό.

Περνώντας τα τελώνια των μαύρων δαιμόνων στον αέρα, εξέταζαν κάθε αμαρτία, άλλο το ψέμμα, άλλο το φθόνο, άλλο την πλεονεξία κ.λπ. Σε αυτές τις αμαρτίες οι νέοι εκείνοι ανέφεραν τις αρετές όσες έπραξα.

Όταν φθάσαμε κοντά στην πύλη του ουρανού, συναντήσαμε το τελώνιο τοις μοιχείας, το οποίο παρουσίασε την προηγούμενη αμαρτία που έκανα. Έτσι νίκησαν οι ακάθαρτοι δαίμονες και με κατέβασαν στα σκοτεινότατα βάθη της κολάσεως, όπου βρισκόντουσαν οι ψυχές των αμαρτωλών, των οποίων την οδύνη που δοκιμάζουν εκεί, δεν μπορεί να διηγηθή γλώσσα ανθρώπου.

Αφού λοιπόν με κατέβασαν εκεί, εγώ θρηνούσα και έκλαιγα. Όμως πάλι φάνηκαν οι δύο εκείνοι νέοι, και εγώ κλαίγοντας τους είπα.

«Ελεήστε με και δώστε μου καιρό να μετανοήσω». Τότε εκείνοι είπαν, ο ένας στον άλλον.

«Συμφωνείς με αυτόν, ότι πρόκειται να μετανοήση όπως λέγει;».

Ο άλλος απάντησε:

«Ναι συμφωνώ».

Ανέβασαν λοιπόν την ψυχή μου και την έβαλαν στον τάφο. Εκεί μόλις είδα το σώμα μου, σαν βούρκο και λάσπη, δεν ήθελα να μπω μέσα.

Οι δύο νέοι μου είπαν:

«Είναι αδύνατον να μετανοήσης με άλλο τρόπο, αν δεν μπης μέσα στο σώμα σου, και εάν με αυτό δεν αγωνισθής να μετανοήσης, επειδή με αυτό έκανες την αμαρτία».

«Μπήκα λοιπόν μέσα στο σώμα μου και αφού αυτό ενεψυχώθη και ζωντάνευσε, άρχισα να φωνάζω».

Όλοι όσοι άκουσαν το «ελεήστε με» και την φρικτή αυτή διήγηση, φοβήθηκαν και έκλαιγε ο κάθε ένας τις δικές του αμαρτίες. Όταν τον είδαν εξαντλημένο και γεμάτο δάκρυα τον παρακαλούσαν να φάγη κάτι. Εκείνος όμως δεν δέχθηκε τίποτα. Κατόπιν τους άφησε και πήγαινε στις εκκλησίες και πέφτοντας κάτω στην γη, φώναζε με δυνατή φωνή γεμάτος δάκρυα «Αλλοίμονον, αλλοίμονον σε εκείνους, που αμαρτάνουν και δεν μετανοούν. Ω ποία φοβερή κόλαση και αυστηρή κρίση τους περιμένει». Έτσι πέρασε σαράντα ημέρες νηστεύοντας, αγρυπνώντας και κηρύττοντας, επιστρέφοντας πολλούς αμαρτωλούς στην μετάνοια.

Τέλος εκοιμήθη εν Κυρίω, προγνωρίσας τον θάνατό του πριν δώδεκα ημέρες.

*  *  *

Ένας νηπτικός πατέρας, ο Άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός γράφει: «Γιατί ψυχή μου αμελείς τον εαυτόν σου; Γιατί δεν ντρέπεσαι να αμαρτάνης ενώπιον του Θεού και των αγγέλων του, όπως ντρέπεσαι μπροστά στους ανθρώπους;… Αλλοίμονό μου, γνωρίζω την κόλαση και δεν θέλω να μετανοήσω. Αγαπώ την ουράνια Βασιλεία και αρετή δεν έχω αποκτήσει. Πιστεύω στον Θεό, αλλά παρακούω συνέχεια τις εντολές του. Μισώ τον διάβολο, αλλά δεν σταματώ να πράττω αυτά που αρέσουν σ’ εκείνον. Όταν προσεύχωμαι, αμελώ και είμαι σαν αναίσθητος. Όταν νηστεύω, υπερηφανεύομαι και κατακρίνομαι περισσότερο. Όταν αγρυπνήσω, νομίζω πως κάτι κάνω, για να μη μου γίνη χρήσιμη η αγρυπνία…

Που είναι η ολοκληρωτική μετάνοια, η οποία μας κάνει να είμαστε μακριά από κάθε κακό έργο και λόγο πονηρό; Αν μετανοούσα σαν τον Άσωτο, θα δεχόταν την επιστροφή μου ο φιλόστοργος Πατέρας. Κι αν είχα ευγνωμοσύνη σαν τον τελώνη και κατέκρινα μόνο τον εαυτόν μου και κανένα άλλο, θα έπαιρνα και εγώ την άφεση των αμαρτιών από τον Θεό…».

Παντοκράτορας