ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΑΙ ΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ 1958 ΔΙΑ ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟΝ

Share:

Ὁδεύομεν εἰς νέον Παλαιοημερολογιτικόν;

Γράφει ὁ κ. Παναγιώτης Κατραμάδος

Μελετῶν μὲ περισσὴν προσοχὴν τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωσαν τὸ τελευταῖον διάστημα Ἱεράρχαι, Καθηγηταὶ καὶ ὁ «Ο.Τ.» διὰ τὸ λεγόμενον «Οὐκρανικὸν» διεπίστωσα μίαν σημαντικὴν καὶ καθοριστικὴν ἔλλειψιν. Ἐνῶ ἤδη ἔχει γίνει ἐξαν­τλητικὴ ἀναφορὰ εἰς τοὺς Ἱ. Κανόνας, ἀναλυτικὴ περιγραφὴ εἰς τὰς δογματικὰς πτυχὰς καὶ ἐκτενὴς διὰ τὰ γεωπολιτικὰ ζητήματα ἀπουσιάζει παντελῶς ἡ ἀναφορὰ εἰς ληφθείσας κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ σπουδαιότης ὁμοφώνων ἀποφάσεων τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι διττή. Πρῶτον, καίτοι δὲν πρόκειται δι’ ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δεσμεύουν ἐν μέρει τὴν νῦν Ἱεραρχίαν, καθὼς ἂν νεώτεραι ἀποφάσεις ἀντίκεινται εἰς παλαιοτέρας, τότε δημιουργεῖται ἀσυνέχεια, παράγουσα ἀντιφατικότητα, βλαπτικὴ διὰ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δεύτερον, αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ εἶναι συνήθως χαρακτηριστικαὶ διὰ τὸ πῶς ἀντιμετωπίζονται πραγματικὰ προβλήματα ποὺ ἀνακύπτουν εἰς τὴν σύγχρονον ἐκκλησιαστικὴν ζωήν.

Θὰ παραθέσωμεν ἀκολούθως δύο ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Πῶς ἐπελέξαμεν τὰς συγκεκριμένας; Εἰς τὴν προσεχῆ συν­εδρίασιν τοῦ Ὀκτωβρίου θὰ τεθοῦν ἀνοικτὰ εἰς τὴν ὁλομέλειαν δύο ζητήματα: α) ἂν εἶναι δυνατὴ ἡ κοινωνία μὲ καθηρημένους καὶ αὐτοχειροτονήτους καὶ β) ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῆ μία τελεσθεῖσα πρᾶξις ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ δοθῆ σαφὴς ἀπάντησις. Παρασκηνιακῶς καὶ ἀνεπισήμως, βεβαίως, θὰ τεθοῦν καὶ ἕτερα π.χ. πολιτικαὶ πιέσεις ποὺ δέχονται Μητροπολῖται, ἐκβιασμοὶ ὅτι ἂν δὲν συνταχθῆ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Φανάρι, θὰ τεθῆ θέμα «Νέων Χωρῶν», ἄγνωστοι περαιτέρω δοσοληψίαι κ.λπ. Εὐελπιστοῦμεν ὅμως ὅτι ἡ Ἱεραρχία δὲν θὰ ἀποφασίση «μὲ τὸ πιστόλι στὸν κρόταφο», ἀλλὰ μὲ θεμέλιον τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τῆς Ἀληθείας.

Τὸ Φανάρι θὰ δώση αὐτοκεφαλίαν εἰς «παλαιοημερολογίτας»;

Ὅλοι πονοῦμεν διὰ τοὺς σχισματικοὺς εἰς Οὐκρανίαν, ποὺ ἀπετέλεσαν καὶ ἀποτελοῦν παράλληλον πρὸς τὴν κανονικὴν Ἐκκλησίαν Ἱεραρχίαν, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀνάμεσά τους ὑπάρχουν καθηρημένοι, αὐτοχειροτόνητοι καὶ λοιποὶ «Ἐπίσκοποι», ποὺ ἔχουν λάβει τὴν χειροτονίαν τους ἐξ αὐτῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι παρόμοιον πρὸς αὐτὸ τῶν ἐν Ἑλλάδι «Παλαιοημερολογιτῶν». Πῶς τοὺς ἀποδεχόμεθα; Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεφάσισεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος δίς: τὴν 14ην Ἰουλίου 1948 καὶ τὴν 8ην Νοεμβρίου 1958, ὅπου ἐπαναλαμβάνει κατ’ οὐσίαν τὰς ἀποφάσεις τοῦ 1948. Παραθέτομεν ἀπόσπασμα:

«Ὡς πρὸς μὲν τοῦ Κληρικούς: Α) Γίνονται δεκτοὶ ἐπανερχόμενοι εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας κληρικοὶ ἔχοντες κανονικὴν ἐκ κανονικῶν Ἱεραρχῶν χειροτονίαν, προτάσει τοῦ οἰκείου Ἱεράρχου καὶ ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον δὲν καθηρέθησαν πρὸ τῆς εἰς τοὺς παλαιοημερολογίτας προσχωρήσεώς των ἐπὶ κανονικοῖς καὶ κωλυτικοῖς τῆς ἱερωσύνης παραπτώμασι. Τῶν καθηρημένων μετὰ τὴν προσχώρησιν αὐτῶν καὶ ἐξ αἰτίας ταύτης, δέον νὰ ἀρθῆ πρότερον ἡ καθαίρεσις διὰ νομίμου διαδικασίας. Ἅπαντες οἱ οὑτωσὶ ἐπανερχόμενοι ὑποβάλλουσι δήλωσιν μετανοίας καὶ ἀποπτύξεως τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ κινήματος. Β) Οἱ ὑπὸ τῶν αὐτοκαλουμένων Ἐπισκόπων παλαιοημερολογιτῶν, δῆθεν χειροτονηθέντες, προσερχόμενοι εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, γίνονται δεκτοὶ διὰ χειροτονίας, ἐφ’ ὅσον κέκτηνται τὰ κανονικὰ καὶ νόμιμα προσόντα, ὑποβάλλοντες καὶ οὗτοι δήλωσιν μετανοίας καὶ ἀποπτύξεως τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ. Τὸν τύπον τῆς εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις δηλώσεως ταύτης, θὰ γνωρίση τοῖς Σεβ. Ἱεράρχαις ἡ Ἱερὰ Σύνοδος»

Τὸ κείμενον συνεχίζει καὶ δέχεται κατ’ οἰκονομίαν τοὺς Ἐπισκόπους Χριστόφορον Χατζῆν καὶ Πολύκαρπον Λιῶσιν. Εἶχε προηγηθῆ ὑποχρεωτικῶς «ἀναθεωρητικὸν δικαστήριον», εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται ὅτι:

«Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Χριστοφόρος Χατζῆς ἐχειροτονήθη ὑπὸ τριῶν Ἀρχιερέων, οἵτινες εἶχον τὴν διαδοχὴν ἀπὸ τῶν Ἀποστόλων, καθ’ ἃ ἡ Ἐκκλησία ἐξ ἐπόψεως δογματικῆς ζητεῖ ἄρρηκτον καὶ συνεχῆ μὴ διακοπεῖσαν ποτέ, δὲν εἶχον δ’ οὗτοι ἐπὶ πλέον τότε τιμωρηθῆ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν ἀνταρσίαν των αὐτήν… ὁμοίως οὗτος ἠτήσατο τὴν συγγνώμην τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ οἷς ἥμαρτε δηλώσας ἐπισήμως ὅτι τίθεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Ἐκκλησίας…».

Κατόπιν αἴρεται ἡ καθαίρεσις, ἀλλὰ μεταπίπτει εἰς τιτουλάριον καὶ ὄχι εἰς κανονικὸν Μητροπολίτην. Ὅσον δὲ ἀφορᾶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱεραρχίας προβλέπει ἐπίσης κανόνας διὰ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὸ σχίσμα τοῦ «Παλαιοημερολογιτισμοῦ». Συγκεκριμένα: δὲν ἀναγνωρίζεται κανένα μυστήριον, τὸ ὁποῖον ἐτελέσθη ὑπὸ «Παλαιοημερολογιτῶν» κληρικῶν, οὔτε κἄν τὸ Βάπτισμα!

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω παρατεθέντων συνάγονται ἀβιάστως τὰ ἑξῆς: α) Ὁ μόνος, ὅστις ἠδύνατο νὰ γίνη δεκτὸς εἰς τὸν Ἐπισκοπικόν του βαθμόν, θὰ ἦτο ὁ Ψευδοκιέβου Φιλάρετος, καθὼς ἦτο κανονικῶς χειροτονημένος. Αὐτὸ θὰ προϋπέθετε καὶ πάλιν ἀφενὸς νὰ ζητήση ἐπισήμως συγγνώμην καὶ ἀφετέρου νὰ μὴ ἔχη καθαιρεθῆ διὰ «κωλυτικοῖς τῆς ἱερωσύνης παραπτώμασι». Δυστυχῶς, τίποτε ἀπὸ τὰ δύο δὲν συμβαίνει, διὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατος ἡ οἱαδήποτε ἀποκατάστασις. β) Ἀκόμη καὶ ἂν ἴσχυον θὰ ἐγίνετο δεκτὸς μόνον ὡς πρὸς τὴν Ἀρχιερωσύνην, ὄχι ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. γ) Διὰ τὴν ἀποκατάστασιν θὰ ἔπρεπε νὰ συνεδριάση δικαστήριον καὶ νὰ ὑπάρξη συγκεκριμένη διαδικασία. δ) Αἱ «χειροτονίαι» τοῦ κ. Φιλαρέτου γίνονται δεκταὶ μόνον ἐκείνων ὅσων δὲν ἔχουν κωλύματα ἱερωσύνης, δεκτοῦν νὰ χειροτονηθοῦν ἐξ ἀρχῆς κανονικῶς καὶ ὑποβάλλουν δήλωσιν μετανοίας. ε) Κρίνεται ὡς ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον ἡ μὴ ὕπαρξις ἀδιακόπου ἀποστολικῆς διαδοχῆς, διὰ τοῦτο καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη καμία ἀποδοχὴ ὅσων προέρχονται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸν μόρφωμα τοῦ κ. Μακαρίου Μάλετιτς.

Ἐν κατακλεῖδι αἱ θεωρίαι περὶ δυνατότητος «θεραπείας» ἀκόμη καὶ ἠθικῶν παραπτωμάτων ἢ παρακάμψεως τῆς «Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς» χάριν ὑπερβάσεως σχίσματος, ποὺ εἶδον τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος, ἀποκλείονται διαρρήδην. Εἰδάλλως θὰ ἔπρεπε νὰ δεχώμεθα τοὺς «Παλαιοημερολογίτας Μητροπολίτας» Ναυπάκτου, Μεσσηνίας, Δημητριάδος κ.λπ. ὡς κανονικοὺς καὶ ἰσοτίμους!

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπορρίπτει «Πατριαρχικὴν Πρᾶξιν»

Εἶναι δεδομένον ὅτι ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἱεραρχίας κάποιοι ἐκ τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν θὰ ἀποπειραθοῦν νὰ προκαταλάβουν τὰς ἀποφάσεις ἐπικαλούμενοι ἐπιχειρήματα ποὺ ἀποσκοποῦν εἰς τὸ εὔθικτον τῶν συνειδήσεων τῶν ὑπολοίπων Ἱεραρχῶν π.χ. ὅτι δὲν μποροῦν νὰ συνταχθοῦν μὲ τοὺς Σλάβους, ὅτι πάντοτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στηρίζει τὸ Φανάρι, ὅτι «τὸ αἷμα νερὸ δὲν γίνεται», ὅτι τὰ κανονικὰ δικαιώματα τοῦ Πατριαρχείου τοὺς ὑποχρεώνουν νὰ κάνουν δεκτὰς ὅποιας ἀποφάσεις κ.λπ. Δὲν εἶναι ὅμως ἀλήθεια ὅτι πάντοτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος «ὑπακούει» εἰς τὸ Φανάρι, ἀλλὰ μᾶλλον τυγχάνει ἀληθέστερον ὅτι προτάσσει τὸ ἐκκλησιαστικῶς ὀρθόν. Χαρακτηριστικὸν εἶναι τὸ παράδειγμα καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἱεραρχίας τὸ 1958, ὅταν συνεζητήθη τὸ ζήτημα «Ὁριακὴ διαφορὰ μεταξὺ Ἱ. Μ. Ἰωαννίνων καὶ Δρυϊνουπόλεως». Ὁ Ἀθηνῶν Θεόκλητος ἀνακοινώνει πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν τὸ πόρισμα συγκεκριμένης Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐνεκρίθη ὁμοφώνως ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν:

«Δεδομένου, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος Πατριαρχικὴ Πρᾶξις ἐλήφθη πολὺ μετὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ κατάστασιν τοῦ νῦν Μητροπολίτου Ἰωαννίνων καὶ ὅτι ἀπόσπασις τμήματος Μητροπόλεώς τινος καὶ προσ­αρτήσεως αὐτοῦ εἰς ἑτέραν, ζῶντος τοῦ Μητροπολίτου, ἐκ τῆς Μητροπόλεως τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ τοιαύτη ἀπόσπασις, θεωρεῖται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος οὐ μόνον ἀπαράδεκτος ἀλλὰ καὶ ἀντικανονική, ἡ μεταβολὴ καθίσταται ἀδύνατος, ἐκτὸς ἂν οἱ δύο ἐνδιαφερόμενοι Σεβ. Μητροπολῖται προέλθουν εἰς σχετικὴν συνεννόησιν».

Ἐκ τοῦ ἀποσπάσματος συνάγονται ἀβιάστως τὰ ἑξῆς: α) κατισχύει ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔναντι οἱασδήποτε «Πατριαρχικῆς Πράξεως», β) ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κρίνει καὶ ἀπορρίπτει ἀπόφασιν τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως, γ) γνώμονα ἀποτελοῦν οἱ Ἱ. Κανόνες, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀναφέρωνται, ποὺ ἀπαγορεύουν ἀπόσπασιν Ἐπαρχίας ἄνευ ἀδείας τοῦ οἰκείου Ποιμενάρχου καὶ ὄχι ὁ «θεσμὸς» τοῦ Πατριαρχείου, δ) ἂν ὑπῆρχεν ἡ ἀντίληψις ὅτι τὸ Φανάρι ἔδωσε τὸ Αὐτοκέφαλον καὶ εἰς αὐτὸ ἐπιπλέον ἀνήκουν αἱ «Νέαι Χῶραι» τότε αὐτὸ θὰ ἐλαμβάνετο σοβαρῶς ὑπόψιν ἢ ἔστω θὰ ἀνεφέρετο κάπου, δὲν γίνεται ὅμως μνεία πουθενά, γεγονὸς ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ὑφίσταται κάποια «αὐθεντία» ὑπεράνω της Τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ ε) τοιούτου εἴδους ἀναδιανεμητικὰς ἐπεμβάσεις εἰς τὰ ἐσωτερικὰ μιᾶς περιοχῆς ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον ἡ Ἱεραρχία τὰς ὀνομάζει «ἀπαραδέκτους».

Ὅσον, ἑπομένως, ἀφορᾶ εἰς τὸ Οὐκρανικὸν ἀκόμη καὶ ἂν ὑποτεθῆ ὅτι ἡ Οὐκρανία εἶναι δικαιοδοσία τοῦ Φαναρίου καὶ ὄχι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας καὶ ἂν ἀκόμη «βαπτίσουν» καὶ τοὺς ἀχειροτονήτους ὡς κανονικούς, εἶναι «ἀπαράδεκτος» ἡ ἀπόσπασις περιοχῶν ἀπὸ τὸν Κιέβου Ὀνούφριον, διὰ νὰ τὰς καρπωθῆ ὁ Ψευδοκιέβου Ἐπιφάνιος. Ἂν δὲν δύναται νὰ παρακαμφθῆ ὁ Ἰωαννίνων καὶ ὁ Δρυϊνουπόλεως, δὲν εἶναι δυνατὸν πολὺ περισσότερον νὰ παρακαμφθῆ ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας!

Συμπέρασμα: Ἂν ὁ Πατριάρχης δὲν ἔχη δικαίωμα, ὅπως ἀποφαίνεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, νὰ μετακινήση ὀλίγον τὰ ὅρια μιᾶς Μητροπόλεως, ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐξορίση ὁλόκληρον τὴν κανονικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας, διὰ νὰ ἐγκαταστήση ἕνα συνονθύλευμα «κληρικῶν» ἀγνώστου προελεύσεως;

Ἡ τακτικὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου

Ἡ τακτική του Ἀρχιεπισκόπου, ὅπως ἔχει διαφανῆ ἀπὸ προηγουμένας συγκλήσεις τῆς Ἱεραρχίας, εἶναι ἡ παράκαμψις τῶν προβλημάτων. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὸ «Κολυμβάριον», ὅπου παρεπέμφθη διὰ μελέτην εἰς τὰς καλένδας, αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ὅπου ἡ Ἱεραρχία «ἀκόμα δὲν ἔχει ἀποφασίσει» κ.λπ. Ἐξ ὅσων εἶδον τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος, αἱ ἁρμόδιοι Συνοδικαὶ Ἐπιτροπαὶ κινοῦνται εἰς παρόμοιον πλαίσιον εἰς τὰ πορίσματά των, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὰς διενέξεις, δηλ. ὅτι ὁ,τιδήποτε ἔκανε τὸ Πατριαρχεῖον μὲ τοὺς αὐτοχειροτονήτους καὶ τὴν αὐτοκεφαλίαν εἶναι ἰδικόν του ζήτημα, ἐμεῖς ἀναγνωρίζομεν ὡς κανονικὸν τὸ Πατριαρχεῖον καὶ τὰς ἐνεργείας του. Τί καὶ ἂν ἔχη καταπατήσει ὅλους τοὺς Ἱ. Κανόνας; Ἰσχύει αὐτὸ ποὺ εἶπε τὸ 1960 εἰς τὴν Ἱεραρχίαν ὁ Μητροπολίτης Ἀργολίδος Χρυσόστομος:

«προκειμένου περὶ προσωπικῶν θεμάτων ἐχόμεθα ἀπρὶξ Ἱ. Κανόνων, ὅπως ἐνδεικτικῶς λέγω, ὅταν πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῆ ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν ἔστω καὶ χωρίον εὐάριθμον οἰκογενειῶν, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δημιουργήσωμεν θέμα ὅτι καταπατοῦνται οἱ Ἱ. Κανόνες, ὅταν ὅμως εἶναι θέματα ἀφορῶντα εἰς ὑψηλὰς καὶ γενικὰς ὑποθέσεις τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας, τότε δὲν δυσκολευόμεθα νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν τοὺς Ἱ. Κανόνας».

Ἂν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν λάβη θέσιν, νὰ γνωρίζη ὅτι θὰ ἔλθη εἰς τὸ μέλλον καὶ ἡ σειρά της, διότι, ὅταν χρειασθῆ νὰ διαλύσουν τὴν Ἑλλάδα αἱ ξέναι δυνάμεις, θὰ εὑρεθῆ κάποιος πειθήνιος Πατριάρχης νὰ δώση αὐτοκεφαλίαν εἰς τὴν Θράκην, τὰ Δωδεκάνησα κ.λπ. μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν! Μόνον ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ ὑποδείξη τὴν κανονικότητα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς εὐρυθμίας τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀποφυγὴν ἑνὸς τραγικοῦ σχίσματος.

Previous Article

Τὸ Κράτος τοὺς ἄρπαξε τὸ παιδί, διότι δὲν ἤθελαν τὴν «ἀλλαγὴν φύλου» του!

Next Article

Ἀπίστευται βεβηλώσεις Ἱ. Ναῶν εἰς τὴν Ἀλβανίαν!

Διαβάστε ακόμα