Διάλογος μετά Πρωτειομανούς

Του κ. Γεωργίου Ιωάννου Καραλή,  Διδάκτορος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Γένοβας

1) Ερώτησις πρωτειομανούς: Οι χριστιανοί όταν μιλάνε για Θεό δεν εννοούν μία απρόσωπη ουσία, όπως στην ελληνική φιλοσοφία, αλλά για ένα προσωπικό Θεό που είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα δηλαδή τρία πρόσωπα. Αυτά τα πρόσωπα θα πρέπει να βρίσκονται και σε προσωπική κοινωνία και σχέση. Η κοινωνία στην Αγία Τριάδα συνίσταται από τρεις ετερότητες που δημιουργούν μεταξύ τους ένα ατελείωτο δίκτυο σχέσεων. Αυτές οι σχέσεις ορίζουν και τα πρόσωπα. Δηλαδή η σχέση πατρότητας και Υιότητας ορίζει και τον Πατέρα και τον Υιό. Επομένως η σχέση είναι σημαντική, γιατί μόνο αυτή μπορεί να ορίσει τα διάφορα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Χωρίς αυτή τη σχέση δεν θα μπορέσουμε να ορίσουμε ούτε τον Πατέρα, ούτε τον Υιό.
Τα τρία πρόσωπα βρίσκονται κατά συνέπεια σε ένα ατέλειωτο δίκτυο σχέσεων μεταξύ τους, αυτοκαθορίζονται και η ενότητα δίνεται από το πρόσωπο του Πατρός. Είναι ετερότητες μεν, αλλά ετερότητες που προέρχονται από μία αρχή, δηλαδή από ένα πρώτο. Χωρίς αυτήν την αρχή δεν θα μπορέσει να επιτευχθεί μία ενότητα. Η κοινωνία των προσώπων που σχετίζονται με την αρχή, δηλαδή με τον πρώτο, που είναι ο Πατήρ, καθορίζει και το ένα του Τριαδικού Θεού. Η ομορφιά του χριστιανισμού έγκειται σ’ αυτό ακριβώς το σημείο κατά την άποψή μου: τρεις ετερότητες που η μία ορίζεται από την σχέση που έχει με την άλλη. Ετερότητες σε θέση να πετύχουν δυναμικά μία ενότητα, γιατί έχουν κοινωνία με την αρχή, με τον πρώτο που είναι ο Πατήρ. Γιατί λοιπόν να θεωρήσουμε αιρετικό αυτό  το τρόπο πρεσέγγισης της Αγίας Τριάδος; Γιατί να τον θεωρήσουμε αντιπατερικό; σε τελευταία ανάλυση αυτό δεν έκαναν  οι Καππαδόκες και οι μετέπειτα Πατέρες;  μήπως δεν μας είπαν ότι ο Θεός είναι προσωπικός και τα πρόσωπα τα ονόμασαν υποστάσεις, για να τους δώσουν οντολογικό περιεχόμενο, για να μη έπονται μιας απρόσωπης ουσίας που τα κάνει να φαίνονται προσωπεία δηλαδή μάσκερες;
Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα και την Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν είναι τίποτε άλλο από μία κοινωνία εκατομμυρίων υποστάσεων, δηλαδή ετεροτήτων, που βρίσκονται μεταξύ τους σ’ ένα ατέλειωτο δίκτυο σχέσεων και που αυτοκαθορίζονται από αυτές τις σχέσεις. Δηλαδή μιλάμε για την σχεσιακή οντολογία. Η σχέση με τους άλλους είναι η πραγματικότης που καθορίζει τη κάθε ανθρώπινη υπόσταση, η οποία εισερχόμενη σε μία εκκλησιαστική κοινότητα και λαμβάνοντας από αυτήν το όνομά της  γίνεται  πρόσωπο,  δηλαδή μία ετερότητα που δεν θα μπορέσει να υπάρξει από μόνη της, αλλά σε μια αδιάκοπη σχέση με τους άλλους. Κατά συνέπεια το άτομο από μία μονάδα κλεισμένη μέσα σε μία φύση ανίκανο να επικοινωνήσει, γίνεται πρόσωπο,  ένα ανοιχτό ον που δημιουργεί ένα αδιάκοπο δίκτυο σχέσεων. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι μόνο  η κοινωνία με τον επίσκοπο, δηλαδή τον πρώτο, είναι αυτό που καταφέρνει να επιτύχει την ενότητα των διαφορετικών προσώπων που βρίσκονται σε σχέση. Έτσι η ενότητα γίνεται οργανική κι ένα κοινωνικό κατόρθωμα, χωρίς κανένα εξαναγκασμό. Όσο πιο πολύ επιτυγχάνεται η ενότητα με τον πρώτο, τόσο πιο πολύ η Εκκλησία ομοιάζει με την Αγία Τριάδα. Βέβαια δεν επαρκεί μόνο η κοινωνία με τον πρώτο σε τοπικό επίπεδο, αλλά χρειάζεται και μία κοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο.  Και μόνο ένας καθολικός  πρώτος  μπορεί να πετύχει την ενότητα όλων των χριστιανών σε ένα. Για να γίνουμε όλοι ένα χρειάζεται και ο πρώτος  στο πρόσωπο του οποίου θα επιτευχθεί αυτό το κοινωνικό κατόρθωμα. Κοινωνικό κατόρθωμα ελευθερίας χωρίς εξαναγκασμούς και δόγματα και απρόσωπους παράγοντες, όπως μπορεί να είναι μία απρόσωπη πίστη η μία απρόσωπη οικουμενική σύνοδος, χωρίς την έγκριση του πρώτου.
Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε τους Πατέρες οι οποίοι μιλούσαν για εμπειρική θεολογία. Όσο πιο πολύ στην εμπειρία τους τα πρόσωπα βρίσκονται σε σχέση και επιτυγχάνουν μία ενότητα σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, τόσο πολύ εμπειρικά μπορούν να γνωρίσουν τον Θεό που και ο ίδιος είναι τρία πρόσωπα και γίνεται ενότης στο πρόσωπο του Πατρός. Αυτή λοιπόν είναι η εμπειρική θεολογία των Πατέρων και δεν μπορού­με να την αγνοήσουμε αν θέλουμε να είμαστε ορθόδοξοι.  Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να που­με ότι ακολουθούμε πιστά το πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας και δεν καταλαβαίνω, γιατί θεωρείται αιρετικό.
Απάντησις ορθοδόξου: Έχεις δίκιο όταν λες ότι οι Πατέρες είπαν ότι δεν υπάρχει ουσία η φύση απρόσωπη. Η ουσία του Θεού, όπως και του ανθρώπου υποστασιάζεται από τα πρόσωπα. Ποτέ και πουθενά δεν μπορούμε να βρούμε ουσία απρόσωπη, αλλά και ποτέ και πουθενά δεν μπορούμε να βρούμε πρόσωπα άνευ ουσίας. Ενώ λοιπόν μας λες ότι η ουσία δεν υπάρχει άνευ προσώπων, μετά παραβλέπεις την ουσία και μιλάς μόνο για πρόσωπα. Δηλαδή με άλλα λόγια βλέπεις τα πρόσωπα να υπάρχουν  χωρίς την ουσία, την οποίαν υπερβαίνουν! Παραβλέπεις και θεωρείς αρνητική  την ουσία, γιατί δεν γνωρίζεις ότι τα πρόσωπα είναι διακρίσεις ακοινώνητες εντός της κοινής ουσίας. Με άλλα λόγια ενώ η ουσία είναι κοινή και μία, τα πρόσωπα είναι διακρίσεις εντός της μιας ουσίας χωρίς να την μερίζουν και να την διαιρούν. Στην Αγία Τριάδα έχουμε τρεις διακρίσεις τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Αλλά υπάρχει και η μία φύση, δηλαδή η ουσία και η ενέργεια. Η ουσία, η ενέργεια, δηλαδή η φύση, είναι κοινά και ανήκουν στον ίδιο βαθμό και στα τρία πρόσωπα. Ενώ οι διακρίσεις είναι ακοινώνητες. Κατά συνέπεια ένας είναι ο Θεός, γιατί μία είναι η φύση η ουσία του Θεού. Αλλά επειδή  στον Θεό δεν υπάρχει  φύση χωρίς υπόσταση, έχουμε τρεις υποστάσεις η πρόσωπα στην Αγία Τριάδα. Τα τρία πρόσωπα στην Τριάδα είναι διακρίσεις εντός της θείας ουσίας,  τρόποι υπάρξεώς της, και κατά συνέπεια είναι ως πρόσωπα ακοινώνητα μεταξύ τους. Δεν μπορεί η υπόσταση του Πατρός να κοινωνεί με την υπόσταση του Υιού, ώστε να γίνουν και οι δύο μία υπόσταση.  Αν αυτό συνέβαινε ο Πατήρ δεν θα ήταν απλώς Πατήρ, αλλά Υιοπάτωρ. Ο Πατήρ ανάμεσα στα υποστατικά του ιδιώματα έχει: 1)  ότι είναι αναίτιος, 2) ότι γεννά τον Υιό και 3)ότι εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα. Αυτά τον ξεχωρίζουν σαν υποστατικές διακρίσεις που δεν μπορεί να τις κοινωποιήσει στα άλλα δύο πρόσωπα. Ο Υιός έχει ως υποστατικό προσωπικό  ιδίωμα μεταξύ άλλων  ότι προέρχεται από τον Πατέρα, επειδή γεννιέται από Αυτόν. Αυτό το προσωπικό Του ιδίωμα δεν μπορεί να το κοινοποιήσει, ούτε στον Πατέρα, ούτε στο Πνεύμα. Το Πνεύμα έχει μεταξύ άλλων σαν  υποστατικό ιδίωμα ότι προέρχεται από τον Πατέρα, επειδή εκπορεύεται από Αυτόν. Αυτό το προσωπικό ιδίωμα, ανήκει μόνο σ’ Αυτό και δεν μπορεί να το κοινοποιήσει ούτε στον Πατέρα ούτε στον Υιό. Ο Πατήρ όμως έχει σχέση με τον Υιό και το Πνεύμα γιατί και οι δύο προέρχονται από Αυτόν, ο Υιός επειδή γεννάται και το Πνεύμα επειδή  εκπορεύεται. Τα πρόσωπα  ως πρόσωπα και όχι ως φύσεις είναι διακρίσεις ακοινώνητες μεταξύ τους, όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος στην  Επιστολή 38, 3,4. PG 32,329- 333, την οποία σου συνιστώ να διαβάσεις
Εκτός από τα υποστατικά ιδιώματα όλα τα φυσικά ιδιώματα της Αγίας Τριάδας (δόξα, μεγαλοπρέπεια, βασιλεία, παντοδυναμία, μακροθυμία, αγάπη και άλλα) ανήκουν  και στα τρία πρόσωπα. Έτσι η κοινωνία των Τριών δεν είναι κοινωνία προσώπων, αλλά κοινωνία ουσίας και  ουσιωδών ενεργειών, δηλαδή κοινωνία φύσεως. Με άλλα λόγια ο Πατήρ, δεν κοινωνεί με τον Υιό και το Πνεύμα ως Πατήρ, δηλαδή ως υπόσταση, αλλά ως Θεός, ως φύση, η οποία είναι κοινή και στον Υιό και στο Πνεύμα. Επομένως η ουσία και η ενέργεια του Θεού, δηλαδή η φύση Του είναι κοινή και στα τρία πρόσωπα. Άλλο είναι η  σχέση και εντελώς άλλο η κοινωνία. Και δεν μπορούμε να μιλάμε σωστά αν τολμήσουμε να ταυτήσουμε τις έννοιες των δύο λέξεων. Είναι παραλογισμός να αναφέρεται κανείς συγχρόνως σε προσωπική κοινωνία και σχέση. Αν πρόκειται για σχέση, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι και  κοινωνία. Κάθε είδος κοινωνίας κάνει τα κοινωνούντα κοινά και τα ενώνει.  Σχέση όμως είναι πάντοτε σχέση μεταξύ δύο η περισσοτέρων σχετιζομένων, οι οποίοι παραμένουν πάντοτε διαφορετικοί και δεν γίνονται ποτέ ένα. Αυτός είναι ο λόγος που οι Πατέρες θεωρούν ακοινώνητες όλες τις διακρίσεις που υπάρχουν μέσα σε μία φύση. Άλλο λοιπόν οι ακοινώνητες διακρίσεις, που χαρακτηρίζουν υποστάσεις και άλλο η  κοινή ουσία η   φύση και άλλο η σχέση  που υφίσταται μεταξύ δύο ακοινωνήτων υποστάσεων. Δεν μπορούμε να μιλάμε για προσωπική κοινωνία ΚΑΙ σχέση, σαν να είναι ένα και το αυτό. Δεν είναι μόνο μία λανθασμένη έκφραση, αλλά προκαλεί μεγάλη σύγχυση. Συγχέει στα πρόσωπα αυτό που θα πρέπει να μένει ακοινώνητο  με αυτό που είναι κοινό και ανήκει στην κοινή φύση. Από τέτοιες συγχύσεις ξεκινούν όλες οι αιρέσεις.
Η σχέση μεταξύ δύο διακρίσεων δεν μπορεί από μόνη της να ορίσει τις υποστάσεις. Και ειδικά όταν η σχέση ταυτίζεται και μπερδεύεται με την κοινωνία κατά το κοινό δοκούν που ισχυρίζεται: βρίσκομαι σε σχέση με κάποιον σημαίνει ότι κοινωνώ με κάποιον. Το ότι ο Πατήρ βρίσκεται σε σχέση πατρότητας  με τον Υιό, αυτό από μόνο του δεν μπορεί  να ορίσει ούτε τον Πατέρα ούτε τον Υιό. Συγχέει όμως τον Πατέρα και τον Υιόν, αν αυτό μπερδεύεται με την κοινωνία. Μετά  ο Πατήρ δεν γνωρίζεται μόνο ως Πατήρ, αλλά και σαν επί πάντων Θεός,  αναίτιος, θεότης θεογόνος, και διάφορα άλλα τα οποία δεν αναφέρονται σε σχέση. Το ίδιο και ο Υιός είναι  Σοφία και Λόγος, το ίδιο και το Πνεύμα, επομένως δεν μπορεί μία κατηγορία σαν την “σχέση» να ορίσει από μόνη της τα πρόσωπα. Ούτε δε θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι το όνομα Πατήρ, Υιός καθώς και η γέννηση σε μας είναι άρρητα και ακατονόητα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε ούτε να ορίσουμε τον Πατέρα και τον Υιό από την ανύπαρκτη «σχέση» πατρότητας και υιότητας. Γιατί για μας η πατρότητα και υιότητα έχει ένα ξεκάθαρο νόημα που για τον Θεό δεν ισχύει.  Το ίδιο  και η  εκπόρευση είναι παντελώς ακατανόητη. Από την άλλη μεριά ούτε και ο άνθρωπος μπορεί να ορισθεί σαν ένα δίκτυο διαρκών σχέσεων. Το ότι ο Γιώργος βρίσκεται σε σχέση με τον Γιάννη και τη Μαρία δεν μπορεί από αυτή την σχέση να ορισθούν και οι τρεις. Ο Γιώργος, η Μαρία και ο Γιάννης είναι διακρίσεις που έχουν ένα βάθος, γιατί δεν βρίσκονται απ’ έξω της ουσίας και ούτε είναι απελευθερωμένοι από αυτήν. Αν όμως  θα προσπαθήσουμε να πούμε ότι μόνο οι σχέσεις  ορίζουν τα πρόσωπα και να περάσουμε στην σχεσιακή οντολογία, όπως την ονομάζεις, μπερδεύοντάς την με την κοινωνία, τότε θα καταλήξουμε σε μία απολυταρχία  που εφαρμόζουν σήμερα στην Σιγκαπούρη. Με ειδικούς μαθηματικούς αλγορίθμους αναλύουν την κάθε σχέση που έχει ο πολίτης που ζει εκεί. Αυτοί οι αλγόριθμοι αναλύουν τις σχέσεις στο διαδίκτυο, τις σχέσεις στην οικογένεια, στη δουλειά καθώς και τις τυχαίες και περιστατικές σχέσεις. Αν οι αλγόριθμοι κρίνουν ότι το άτομο που έχει αυτές τις σχέσεις θεωρηθεί επικίνδυνο  τότε αμέσως συλλαμβάνεται. Εδώ έχουμε μία εφαρμογή του ορισμού του προσώπου ως σχέσεως. Και βέβαια υπάρχει μία απολυταρχία, από την οποία θα πρέπει απαραιτήτως να πάρουμε αποστάσεις. Βέβαια στην κάθε ανθρώπινη σχέση και κοινωνία η φύση δεν τίθεται απ’ έξω, όπως πολύ εσφαλμένα φαντάζεσαι, γιατί αυτό είναι και αντιεπιστημονικό και παράλογο. Τι σημαίνει άραγε ο ισχυρισμός σου ότι τα πρόσωπα σχετίζονται και κοινωνούν χωρίς την φύση; Πως πραγματοποιείται ένα τέτοιο γεγονός; Γιατί δεν μας το αναλύεις; Τι σημαίνει για σένα ο Γιώργος βρίσκεται σε σχέση και κοινωνία με την Μαρία χωρίς την ουσία; Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που οι Πατέρες ονομάζουν τα πρόσωπα διακρίσεις ακοινώνητες εντός της κοινής ουσίας, η τρόπους υπάρξεως της ουσίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν χωρίς την ουσία και  ότι στην ουσία ανήκει η  ενότητα στην Αγία Τριάδα, γιατί ο Θεός είναι ένας και όχι τρεις.  Ο Πατήρ δεν ενεργεί σαν Πατήρ σαν υπόσταση, αλλά ενεργεί σαν Θεός και επειδή Θεός είναι ο Υιός, Θεός και το Πνεύμα έχουμε μια φύση και ένα Θεό που δεν μερίζεται. Γι’ αυτό ει γαρ και τριλαμπεί μοναρχεί το Θείον, δηλαδή μοναρχεί η θεία ουσία και η φύση και όχι μόνο η διάκριση του Πατρός. Η Αγία Τριάδα κατά συνέπεια δεν είναι μία συνομοσπονδία προσώπων κάτω από την υποστατική  μοναρχία ενός πρώτου που υποτάσσει και εξαναγκάζει, αλλά μία κοινή ουσία με τρεις υποστάσεις, μια θέληση, μια ελευθερία, μια ενέργεια, δηλαδή μια φυσική μοναρχία. Δεν είναι  συνομοσπονδία προσώπων που επιτυγχάνει δυναμικά μια ενότητα (και τι θα γινότανε άραγε αν δεν την πετύχαινε;) με το να υποτάσσει τον Υιό και το Πνεύμα στον Πατέρα, αλλά ένας Θεός, μία ουσία που την κατέχουν και οι τρεις στον ίδιο βαθμό, μία ουσία και τρεις διακρίσεις που δεν την μερίζουν.
Κατά τον ίδιο τρόπο η Εκκλησία είναι η αναστημένη ανθρώπινη φύση που προσέλαβε ο Υιός. Δεν είναι μία συνομοσπονδία προσώπων που προσ­παθούν να πετύχουν μία ενότητα υποτασσόμενα σε ένα πρώτο. Δεν είναι ένα κοινωνικό επίτευγμα υπακοής στο πρόσωπο του πρώτου. Είναι η υπακοή στον Χριστό που εντάσσει τον πιστό στην Εκκλησία και όχι στο πρόσωπο του εκάστοτε πρώτου. Η υπακοή στον Χριστό σημαίνει ότι ο κάθε πιστός, που εντάσσεται στην Εκκλησία, δεν θα πρέπει να ενεργεί σαν πρόσωπο αλλά σαν ανθρωπίνη φύση, που είναι η ίδια φύση την οποία προσέλαβε και ο Χριστός. Γιατί ο Χριστός δεν ενεργεί σαν πρόσωπο, αλλά σαν άνθρωπος με την ίδια ανθρωπίνη φύση, την οποία προσέλαβε, με υποστατική ένωση,  και ενεργεί σαν Θεός με την ίδια θεϊκή φύση, την οποία έχει  μαζί με τον Πατέρα και το Πνευ­μα. Ομοούσιος κατά πάντα με εμάς κατά την ανθρωπότητα και ομοούσιος κατά πάντα με τον Πατέρα και το Πνεύμα σαν Θεός. Ο κάθε θεωμένος έχει κεφαλή τον Χριστό επειδή κι αυτός δεν καλείται να ενεργεί σαν πρόσωπο, αλλά υπακούοντας στον Χριστό, ενεργεί σαν άνθρωπος με την ίδια φύση που προσέλαβε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Κατά συνέπεια οι θεωμένοι (οι οποίοι στην αρχαία εκκλησία γινόντουσαν επίσκοποι) βοηθούν- θεραπεύουν-  τον κάθε πιστό που εισέχεται στην Εκκλησία να μη ενεργεί σαν πρόσωπο, αλλά σαν ανθρωπίνη φύση. Η Εκκλησία λοιπόν είναι κοινωνία θεώσεως, δηλαδή μετοχή του κτιστού στο Άκτιστο,  γιατί οι άγιοι ακολουθούν την κοινή ανθρωπίνη φύση, την οποία προσέλαβε ο Χριστός και την ένωσε με  την  θεότητα ασυγχύτως, αδιαιρέτως, ατρέπτως και αχωρίστως, θεώνοντάς την εξ ολοκλήρου. Συνάμα η Εκκλησία είναι και το θεραπευτήριο που βοηθά κάθε πιστό να μη ενεργεί σαν πρόσωπο αλλά σαν άνθρωπος και δεν είναι η συναισθηματική εμπειρία πεπτωκότων ανθρώπων που φαντάζονται ότι έχουν επικοινωνία με τον Χριστό η μία καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια ετεροτήτων, οι οποίες μάταια πασχίζουν να πετύχουν ένα κοινωνικό κατόρθωμα, υπακούοντας σε ένα πρώτο, τον οποίον μάλιστα πολλοί φαντάζονται και αλάθητο.
Σημ. Ο.Τ.: Δια την εύληπτον κατανόησιν δυσ­κόλων θεολογικών θεμάτων ο κ. Γ. Καραλής χρησιμοποιεί την προσφιλή μέθοδον των ερωταποκρίσεων, συμφώνως προς την οποίαν προτάσσεται η ερώτησις, η περιλαμβάνουσα τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του «Πρωτείου», και ακολουθεί η απάντησις, η οποία ανασκευάζει αυτά και αναλύει με ακρίβειαν ποία είναι η Ορθόδοξος πίστις. Ο «πρωτειομανής» είναι ψευδώνυμον δια τον υποστηρικτήν των θέσεων του «Πρωτείου».

Παντοκράτορας