Διάλογος μετά Πρωτειομανούς

Share:

Του κ. Γεωργίου Ιωάννου Καραλή, Πυρηνικού Ιατρού

Η επαναγραφή της Θεολογίας
από μη θεωμένους δημιουργεί
πλήθος αιρέσεων
1ον

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Αποδείξαμε στον προηγούμενό μας διάλογο ότι ο διαχωρισμός μεταξύ προσώπου και ατόμου είναι ένα θεωρητικό σχήμα που δεν έχει καμμία σχέση με την πραγματικότητα. Ισχυριζόσουν ότι το άτομο είναι εντελώς απομονωμένο και το πρόσωπο βρίσκεται σε κοινωνία. Για σένα λοιπόν το κάθε άτομο θα πρέπει να γίνει πρόσωπο, για να βρεθεί σε προσωπική σχέση με τους άλλους. Αλλά όπως είδαμε στον προηγούμενό μας διάλογο αυτός ο διαχωρισμός είναι ανύπαρκτος για τον απλούστερο λόγο ότι το κάθε πρόσωπο η άτομο δεν υπάρχει από μόνο του, αλλά διαθέτει μία φύση που το φέρνει σε κοινωνία. Σε όποια κατάσταση και να βρεθεί ο άνθρωπος με την αμαρτία δεν μπορεί με κανένα τρόπο να καταργήσει την φύση του που πάντοτε θα τον φέρνει σε κοινωνία με τους άλλους. Είδαμε ότι και οι δαίμονες βρίσκονται σε κοινωνία και οι πονηροί κοινωνούν μεταξύ τους και με τους δαίμονες. Μπορούν να δημιουργήσουν δίκτυο σχέσεων, γιατί η φύση τους τους οδηγεί σε κοινωνία και δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ κοινωνία προσώπων άνευ φύσεως και ενεργειών αυτής.
ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Αυτό όμως εσύ που αποκαλείς φύση τόσο προκλητικά δεν είναι η πραγματική ύπαρξη. Δεν θέλω να ισχυριστώ ότι καταργείται, απλώς δεν είναι το είναι καθεαυτό. Το είναι καθεαυτό είναι το πρόσωπο και η φύση συνάγεται ως προσδιορισμός της ομοείδειας των υποστάσεων. “Με άλλα λόγια η φύση δεν έχει οντολογική προτεραιότητα, δηλαδή δεν προκαθορίζει αυτή ως δεδομένος και αναγκαίος λόγος τον υπαρκτικό χαρακτήρα και το γεγονός της υπόστασης, αλλά είναι η υπόσταση που προηγεί­ται οντολογικά και επομένως η φύση γίνεται προσιτή μόνο με την εμπειρία της ιστορικής φανέρωσης του υπαρκτικού γεγονότος. Η δεδομένη ουσία δεν συνιστά το είναι επομένως και το υποστατικό, δηλαδή το πραγματικό χαρακτήρα των επιμέρους υποστάσεων, αλλά αντίθετα είναι η υπόσταση, δηλαδή η συγκεκριμένη ύπαρξη που κάνει πραγματικότητα το είναι. Και ουσία λοιπόν σημαίνει τον κοινό τρόπο υπάρξεως των ομοειδών υποστάσεων. Το πρόσωπο επομένως δεν αντλεί την πρα-γματικότητά του από την μετοχή στο δεδομένο είναι, δεν προηγείται οντολογικά το γεγονός της μετοχής στο είναι (η ουσία), καθορίζοντας την οντότητα την πραγματική ύπαρξη του προσώπου. Αλλά το ίδιο το πρόσωπο ορίζει και εξαντλεί το είναι δηλαδή τα πρόσωπα κάνουν το είναι υποστατική πραγματικότητα. Αν θέλεις να στο πω με πιο απλά λόγια το πρόσωπο δεν είναι καταρχήν και εν συνεχεία υπάρχει ως πρόσωπο, δεν είναι το πρόσωπο ένα κατηγόρημα που το προσθέτουμε σε ένα δεδομένο ον, αφού πρώτα πιστοποιήσουμε την οντολογική του υπόσταση, την ουσία του στο είναι καθεαυτό. Γνωρίζουμε το είναι μόνο ως υπόσταση προσωπικής ετερότητας και ετερότητα σημαίνει ελευθερία από κάθε προσδιορισμό ουσίας η φύσεως».1
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Ξαναμιλάς για μία αναγκαιότητα της φύσεως, ενώ αποδείξαμε σε προηγούμενό μας διάλογο ότι για τους Πατέρες η φύση δεν είναι αναγκαία, αλλά αυθόρμητη και ελεύθερη. Δεν θα επανέλθω επί του θέματος εκείνο που θέλω να καταλάβω είναι αν για σένα η φύση είναι υπαρκτή, πραγματική η αν την θεωρείς μόνο ένα διανοητικό κατασκεύασμα. Με άλλα λόγια η φύση του ανθρώπου που έπλασε ο Θεός και που προσέλαβε στην υποστατική ένωση μόνο διανοητικά την καταλαβαίνουμε η υπάρχει; Γιατί αν το πραγματικά υπαρκτό είναι μόνο το πρόσωπο και η φύση είναι ο κοινός λόγος προσδιοριστικός των ομοειδών υποστάσεων, τότε δεν υπάρχει, αλλά θεωρείται με το λόγο και την σκέψη, γιατί σκεφτόμαστε με το νου ότι ο Πέτρος και ο Παύλος είναι της ίδιας φύσεως και έχουν μία φύση. Ο καθένας απ’ αυτούς είναι ζώο λογικό και θνητό, και ο καθένας είναι σάρκα εμψυχωμένη με ψυχή λογική και νοερή. Αυτή λοιπόν η κοινή φύση είναι θεωρητή με τον λόγο. Άραγε το ίδιο πράγμα συμβαίνει με τον Θεό; Η φύση των τριών προσώπων της Παναγίας Τριάδος θεωρείται με τη σκέψη και τον λόγο, γιατί σκεφτόμαστε με το νου ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα είναι Θεοί και δημιουργοί; η μήπως εκεί τα πρα­γματα λειτουργούν διαφορετικά, επειδή, όπως λέει και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός: “εκεί (δηλαδή στην Τριάδα) η κοινότητα και η ενότητα θεωρείται κατά τα πράγματα, επειδή υπάρχει η συναϊδιότητα και η ταυτότητα της ουσίας και της ενέργειας και του θελήματος και η σύμπνοια της γνώμης και η ταυτότητα της εξουσίας και της δυνάμεως και της αγαθότητος (δεν λέμε ομοιότητα, αλλά ταυτότητα) και μοναδικότητα κινήσεως. Μία λοιπόν είναι η ουσία, μία η αγαθότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία ενέργεια, μία εξουσία, μία και η αυτή, όχι τρεις όμοιες μεταξύ τους, αλλά μία και η αυτή κίνηση των τριών υποστάσεων».2
ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Δεν με καταλαβαίνεις και συνεχίζεις να σκέφτεσαι με νοησιαρχικά σχήματα ξεπερασμένα. Ο όρος φύση η ουσία όπως τον εννοούσαν οι Πατέρες είναι ξεπερασμένος, γιατί ακριβώς αυτοί σκεφτόντουσαν με διαφορετικό τρόπο. Αυτός ο τρόπος της σκέψης δημιούργησε διαιρέσεις και πολλά άλυτα προβλήματα στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία, όπως αυτά που βάζεις στην ερώτησή σου. Τώρα θα πρέπει να ξαναγράψουμε την θεολογία με διαφορετικό τρόπο. Οι Πατέρες ήταν εγκλωβισμένοι στην οντική εκδοχή του είναι. Εδώ εμείς εκφράζουμε την οντολογική εκδοχή του είναι, γι’ αυτό και πολλές φορές δεν μπορείτε να μας καταλάβετε. Ο διάλογος όμως μαζί σου με βοήθησε να καταλάβω ότι και οι Πατέρες δυστυχώς χρησιμοποίησαν μία γλώσσα που πλησιάζει στην οντική εκδοχή ενώ παλαιά νόμιζα ότι αυτοί δημιούργησαν ένα νέο τρόπο σκέψης και εμπειρίας.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Πριν μου εξηγήσεις την οντική και οντολογική εκδοχή του είναι θα ήθελα να καταλάβω αν για σένα οι Πατέρες είναι σημαντικοί η ξεπερασμένοι.
ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Οι Πατέρες είναι σημαντικοί για την εποχή που έζησαν, σήμερα τα προβλήματα είναι διαφορετικά. Για να λυθούν θα πρέπει να ξεπεράσουμε τον προβληματισμό τους. Επειδή είσαι πυρηνικός γιατρός ξέρω ότι ασχολείσαι με την φυσική. Γνωρίζεις λοιπόν πολύ καλά ότι στην κλασσική φυσική χρησιμοποιούμε ένα τρόπο σκέψης, που μπορεί να μας δώσει απαντήσεις στον περιορισμένο χώρο και χρόνο που βρισκόμαστε. Αλλά όταν μιλάμε για μεγάλες ταχύτητες και επιταχύνσεις χρησιμοποιούμε μία άλλη προσέγγιση. Ακόμη πιο πολύ όταν χρησιμοποιούμε την κβαντική φυσική οι λογικές είναι εντελώς διαφορετικές. Η κλασσική φυσική μας έδωσε πολλές εφαρμογές, αλλά τώρα η προσέγγιση είναι με διαφορετικό τρόπο σκέψης, ο οποίος θα μας δώσει αποτελέσματα και εφαρμογές που ούτε ο νους μας μπορεί να φανταστεί. Όταν λοιπόν αναλύεις την εποχή των Πατέρων είναι σαν να μιλάμε για την κλασσική φυσική, σήμερα περάσαμε στην θεωρία της σχετικότητος και πιο πολύ ακόμη στην κβαντομηχανική με διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Δεν μπορούμε να μείνουμε προσκολλημένοι στην κλασσική φυσική, δηλαδή στην εποχή των Πατέρων και να μείνουμε πίσω. Βέβαια η εκκλησία σήμερα έχει νέους Πατέρες όπως ο Μητροπολίτης Περγάμου που ξεπερνάει κατά πολύ τον Γρηγόριο Παλαμά και μας δίνει πιο πειστικές απαντήσεις από αυτόν. Νέοι άγιοι, όπως ο Σωφρόνιος του Έσσεξ, είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένοι με τον νέο τρόπο προσέγγισης. Η Εκκλησία λοιπόν με τους νέους Πατέρες και αγίους της μας ανοίγει τον δρόμο, για να πάμε πιο μακριά ακόμη και να διορθώσουμε σφάλματα των περασμένων αιώνων.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Σε ποιά σφάλματα αναφέρεσαι;
ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ακριβώς στην διαίρεση των χριστιανών, οι οποίοι δεν κατάλαβαν το πραγματικό είναι και προσπάθησαν να το ορίσουν με όρους όπως η φύση, αλλά τους διέφυγε η καθεαυτό ύπαρξη, γιατί δεν ήταν σε θέση να την ορίσουν. Όριζαν μόνο νοησιαρχικά και αγνοούσαν το πραγματικά υπαρκτό. Το πραγματικά υπαρκτό δεν είναι η φύση η η ουσία, αλλά μόνο το πρόσωπο. Δεν κατάφεραν να το ορίσουν και περιορίστηκαν στην ουσία πρώτη και δεύτερη του Αριστοτέλους. Από εκεί η πόρτα ανοίγει για όλες τις διαιρέσεις των χριστιανών, που θα πρέπει να επιλυθούν ξεπερνώντας το νοησιαρχικό σχήμα ουσία πρώτη, ουσία δεύτερη, για να καταλάβουμε αυτό που κρύπτεται και δεν ορίζεται.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Για σένα και οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν εγκλωβισμένοι σε αυτόν τον τρόπο σκέψης, που επέφερε την διαίρεση των χριστιανών;
ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Οι Ανατολικοί Πατέρες προσπάθησαν κάπως να αποδεσμευθούν, αλλά δεν το κατέφεραν απόλυτα. Ο Μητροπολίτης Περγάμου δίνει πραγματικά μια άλλη διάσταση του είναι, που αν την καταλάβουμε τότε η ένωση των εκκλησιών θα γίνει μία πραγματικότητα και μάλιστα εκεί βαδίζουμε. Ευτυχώς που η εκκλησιαστική ιεραρχία του Πατριαρχείου της Κωσταντινουπόλεως κατάλαβε απόλυτα πόσο σημαντικός θεολόγος είναι ο Μητροπολίτης Περγάμου και ακολούθησε όλες τις σοφές του συμβουλές και σκέψεις. Στην «Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κρήτης» έγινε μία πρώτη προσπάθεια συστηματικής καταγραφής των απόψεων του Ζηζιούλα γι’ αυτό και στο άμεσο μέλλον θα γίνει πιο σημαντικός από τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Μάξιμο τον Ομολογητή, οι οποίοι παρ’ όλο το βάθος της θεολογικής τους σκέψης δεν μπορούν να πλησιάσουν στον θεολόγο που πραγματικά δίνει μία άλλη διάσταση στην θεολογία.
Σημειώσεις:
1. Χρήστος Γιανναράς. Σχεδίασμα εισαγωγής στην φιλοσοφία, τόμος δεύτερος. 2. Ιωάννης Δαμασκηνός Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως; Περί της Αγίας Τριάδος 8, (1,8) Εκδόσεις Πουρναρά σελίδα 64.

Previous Article

ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ-ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ για τα νέα Θρησκευτικά [ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ 4/3/2018]

Next Article

Μακεδονία η Κοιτίς του Βυζαντινού και Παγκοσμίου Ελληνικού Πολιτισμού

Διαβάστε ακόμα