Διάλογος περί Ουσίας και Ενεργείας

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Ερώτησις κ. Περσυνάκη προς κ. Καραλή

Αξιότιμε κύριε Καραλή,

Ευχαριστώ για τον κόπο σας να συντάξετε ένα εκτενέστατο κείμενο εξ αφορμής μιας συγκεκριμένης και απλής ερωτήσεώς μου και να με πληροφορήσετε για την μεθοδολογία του ορθοδοξείν, την οποίαν σεις παιδιόθεν ακολουθήσατε. Η ερώτησή μου αναφερόταν στην ορθότητα της χρήσεως του όρου «Καθαρά Ενέργεια» από τον π. Σωφρόνιο με την καθαρή διευκρίνηση, που εκείνος κάνει στο κείμενό του. Σεις όμως αντί συγκεκριμένης θεολογικής απαντήσεως στην ερώτησή μου, γράφετε συγκαταβατικώς ότι, «ίσως να άξιζε τον κόπο να πεισθούμε για την ορθή διατύπωση του πατρός Σωφρονίου… Αν όμως όποιο βιβλίο του π. Σωφρονίου κι αν ανοίξει κανείς θα βρει μη δόκιμες διατυπώσεις σε σχέση με αυτές των Πατέρων, τότε τι συμπέρασμα βγάζουμε;».

Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τα ερωτήματα, που διατυπώνετε «εν κατακλείδι», για τα οποία μπορεί να βρει κανείς απαντήσεις σε όποιο βιβλίο του π. Σωφρονίου κι αν ανοίξει. Αλλά και αν ακόμη διαβάζατε λίγο περισσότερες σελίδες από το συντομότατο κείμενο του π. Σωφρονίου που επικρίνατε, θα ήταν αρκετό. Το εντυπωσιακότερο μάλιστα είναι ότι και οι προσωπικές σας ακόμη προτιμήσεις (γιατί γράφετε ότι θα προτιμούσατε από ένα ορθόδοξο θεολόγο να ισχυρίζεται ότι ο Θεός είναι Υπερούσιος και όταν μιλάει για Ενέργεια του Θεού να ονομάζει Άκτιστες Ενέργειες του Άκτιστου Θεού) μπορούν κάλλιστα να ικανοποιηθούν με πολυάριθμες αναφορές στους θεολογικούς αυτούς όρους, που υπάρχουν στα βιβλία του π. Σωφρονίου.

Αν περιοριστούμε λοιπόν στο ίδιο κείμενο, όπου γίνεται λόγος για «Καθαρά Ενέργεια», θα δούμε ότι ο π. Σωφρόνιος γράφει: «Η Ουσία είναι απολύτως υπερβατική σε σχέση με τον κτισθέντα κόσμο. Είναι εξ ολοκλήρου ακατάληπτη, ανονόμαστη, ακοινώνητη και αμέτοχη για το κτίσμα… Οι Πατέρες της Εκκλησίας την ονομάζουν Υπερουσιότητα, για να απομακρύνουν με τον χαρακτηρισμό αυτό οποιονδήποτε εννοιολογικό προσδιορισμό της Ουσίας» (Άσκηση και θεωρία, σ. 129). Και λίγο πιο κάτω για την Άκτιστη Ενέργεια γράφει: «Η Ενέργεια είναι δυνατόν να καταστεί γνωστή και μεθεκτή. Εισέρχεται σε στενότατη ένωση με το κτισθέν ον, χωρίς το άκτιστο να γίνει κτιστό η το κτιστό να γίνει άκτιστο» (Άσκηση και θεωρία, σ. 130).

Αγαπητέ μου κύριε Καραλή. Μη αδικείτε τον εαυτό σας και την αλήθεια καταφερόμενος εναντίον ενός μεγάλου θεολόγου, που συν­έχισε με τον βίο και την διδασκαλία του την ζωντανή Παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας και αποτελεί καύχημα της Ορθοδοξίας.

Εμμανουήλ Περσυνάκης

Νέα Μουδανιά, 1 Μαΐου 2017

 

Απάντησις κ. Καραλή προς κ. Περσυνάκην

Αξιότιμε κύριε Περσυνάκη, θα επιθυμούσα να σας διαβεβαιώσω πρωτίστως ότι προσωπικά δεν έχω τίποτε με τον π. Σωφρόνιο. Αυτό που ο μακαριστός πατέρας Σωφρόνιος ήταν και έκανε, θα κριθεί από τον ίδιο τον Θεό και όχι από εμένα. Δεν είμαι αρμόδιος να κρίνω την αγιότητά του, ούτε και τη ζωή του. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι αν τα έργα του π. Σωφρονίου είναι γραμμένα σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας. Αν είναι σαφέστατα, αν δημιουργούν ερωτήσεις, που δεν θα οδηγήσουν τον αναγνώστη σε εσφαλμένα αποτελέσματα και τελικά αν μπορούν να διαβαστούν από ορθοδόξους χωρίς τον κίνδυνο να πέσουν σε αίρεση.

Σας εξήγησα ότι επειδή ξεκινώ από πρακτικές σπουδές δεν με ενδιαφέρουν τα ωραία λόγια, αλλά το περιεχόμενο. Όταν ένας ασθενής έρχεται σε μένα δεν μου ζητάει ωραία λόγια, αλλά λύση στο συγκεκριμένο του πρόβλημα. Εγώ βέβαια η είμαι σε θέση να το λύσω η όχι. Αν δεν είμαι σε θέση να το λύσω δεν μπορώ να του πω: Αν έχεις υπερλειτουργία του θυρεοειδούς πρέπει να πάρεις αντιθυρεοειδική θεραπεία, αν υπολειτουργεί πρέπει να πάρεις το Τ4. Αυτό δεν ευσταθεί. Πρέπει να του πω όπως καταλαβαίνετε: Αγαπητέ μου ο θυρεοειδής σου υπολειτουργεί και πρέπει να πάρεις το Τ4. Μετά θα υπάρξουν οι έλεγχοι κατά πόσον η δόση που του έδωσα επαρκεί η όχι. Βέβαια εγώ ακολουθώ μία μέθοδο που όλοι οι γιατροί αποδέχονται. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να πω στον ασθενή μπορείς να πάρεις Τ4 για το προβλημά σου η ακόμη καλύτερα να χρησιμοποιήσεις μία εναλλακτική θεραπεία σαν αυτή που τόσοι κομπογιαννίτες, ψευτογιατροί συνιστούν. Γιατί αν χρησιμοποιήσω εναλλακτική θεραπεία μη γενικώς αποδεκτή, τότε θα μου αφαιρέσουν την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος. Ακριβώς το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε και με την θεολογία. Η κοινώς αποδεκτή μέθοδος είναι η θεολογία των Πατέρων. Η σχολαστική μεθοδολογία είναι ψευτοϊατρική. Όσο μεγάλος και αν είναι ο Ακινάτης, σαν φιλόσοφος είναι φλύαρος και δεν δίνει λύση σε κανένα πρόβλημα. Από την άλλη μεριά ο Ακινάτης έχει συνέπεια. Λέει κάτι που συνήθως στηρίζεται στον Αριστοτέλη και προχωρεί βάσει αυτής της μεθόδου ως το τέλος με άκρα συνέπεια. Έτσι με βοηθάει να τον καταλάβω και να τον κατατάξω στην τάξη των φλύαρων κομπογιαννιτών. Οι Πατέρες από την μεριά τους έχουν και αυτοί συνέπεια και μέθοδο. Μας βοηθούν να απομακρύνουμε τις σκέψεις μας, την προσοχή μας από την φλυαρία και την αριστοτελική νοησιαρχική μέθοδο και να προσπαθούμε να καταλάβουμε τα περί Θεού η μετέχοντας των Ακτίστων ενεργειών η ακολουθώντας αυτούς που μετέχουν. Πως όμως θα καταλάβουμε αν κάποιος μετέχει των Ακτίστων Ενεργειών του Θεού η όχι; Ο Παλαμάς μας δίνει οριστική απάντηση επαναλαμβάνοντας τον ορισμό των οικουμενικών συνόδων και πολλών άλλων Πατέρων: Τι γαρ ουν τουτέστιν αληθής ευσέβεια; το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν. Και γαρ των προειρημένων αγίων αι θεολογίαι όρος εισί θεοσεβείας αληθούς και χάραξ . [1] Έτσι κατατάσσουμε τους Παλαιούς και νέους Πατέρες στην τάξη των αληθινών ιατρών.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι και ιδιαίτερα θεολόγοι που δεν είναι τόσο συνεπείς όσο οι Πατέρες η όσο οι αιρετικοί. Αυτοί μπερδεύουν τα πράγματα. Διαβάζεις κείμενά τους που δεν έχουν λογική σειρά, μέθοδο και συνέπεια. Προσπαθούν να πουν το σωστό και στην επόμενη παράγραφο ισχυρίζονται το αντίθετο. Έτσι μπερδεύουν πιο πολύ τον κόσμο και τον κάνουν να απεχθάνεται την θεολογία. Αυτούς μπορούμε να τους κατατάξουμε στην τάξη των κατ’ εξοχήν φλύαρων που δεν είναι ούτε γιατροί ούτε κομπογιαννίτες. Αλλά βρίσκονται σε άλλη διάσταση. Δηλητηρίασαν, λοιπόν, τέτοιου είδους άνθρωποι εδώ και τριάντα η σαράντα χρόνια την θεολογία και την μπέρδεψαν με την αίρεση, τόσο πολύ, που δύσκολα σήμερα ο πιστός μπορεί να ξεφύγει. Η θεολογική ασάφεια οδήγησε σε ένα άκρατο οικουμενισμό, αφού πια είχε μπερδευτεί η θεολογία με την αίρεση.

Σε καμμία περίπτωση δεν επιθυμώ να κατατάξω τον π. Σωφρόνιο στους κατ’ εξοχή φλύαρους και άκρατους οικουμενιστάς, αλλά από την άλλη μεριά – κι αυτό είναι προσωπική μου υπόθεση – διαβάζοντας τα έργα του μπερδεύομαι πολύ και δεν έχω σαφή και ξεκάθαρη εικόνα, όπως αυτήν που μου δίνει η μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο ζητάω και την δική σας συμβολή, αξιότιμε κύριε Περσυνάκη, γιατί πιστεύω ότι μιλώ με ένα κολοπροαίρετο άνθρωπο. Ίσως εσείς, αν όντως έχετε διαβάσει και κατανοήσει τα έργα του, μπορέσετε να με διαφωτίσετε, ώστε να βγω από την άγνοια και να αναγνωρίσω ένα μεγάλο θεολόγο που συνέχισε το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας. Από την άλλη μεριά ο διάλογος αυτός μπορεί να βοηθήσει εσάς τον ίδιο καθώς και άλλους οπαδούς του π. Σωφρονίου να διευκρινίσετε τους θεολογικούς όρους που ο ίδιος δεν κατάφερε να διατυπώσει με σαφήνεια, ώστε να αποδειχθεί ότι είναι όντως συνεχιστής των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας.

Στο πρώτο σας κείμενο μου υποβάλατε την ερώτηση: Η μήπως σφάλλει ο π. Σωφρόνιος που δεν αναγνωρίζει την παρουσία δυνατοτήτων μη πραγματοποιημένων στο θείο Είναι; Εγώ σας απάντησα αλλά εσείς δεν διαβάσατε το κείμενό μου προφανώς! Σας επαναλαμβάνω σύντομα ότι διαβάζοντας τους Πατέρες τέτοια ερώτηση δεν μπορεί να τεθεί για τον Θεό. Μπορεί να τεθεί μόνο χρησιμοποιώντας την μέθοδο του Θωμά του Ακινάτη. Ο Θεός, για την Πατερική μέθοδο, είναι υπερούσιος, δηλαδή είναι “μη ον” για τους Πατέρες, αυτό σημαίνει “υπερούσιος κρυφιότης”. Σας εξήγησα ότι με αυτή την ερώτηση και την μέθοδο ο Ακινάτης ταυτίζει την ουσία με την ενέργεια του Θεού. Όχι μόνο σας απάντησα αλλά σας έθεσα και τρεις ερωτήσεις, τις οποίες προφανώς αγνοήσατε, μάλλον δεν θα τις διαβάσατε, γιατί δεν δίνετε καμμία απάντηση. Μου λέτε μόνο ότι ο π. Σωφρόνιος ισχυρίζεται: «Η Ουσία είναι απολύτως υπερβατική σε σχέση με τον κτισθέντα κόσμο». Μου λέτε δηλαδή ότι ενώ ο ίδιος  είναι Καθαρή Ενέργεια (Actus Purus) – απολύτως πραγματοποιημένο ον -, σε σχέση με τον κτιστό κόσμο είναι απολύτως υπερβατικός ο Θεός. Ενώ στην αρχή μιλάγατε για το ίδιο το Θείο Είναι σαν απολύτως πραγματοποιημένο ον (Καθαρή Ενέργεια),  τώρα μεταφέρεσθε στην σχέση του Θεού με τα κτίσματα και συνεχίζετε: Η Ουσία του Θεού «Είναι εξ ολοκλήρου ακατάληπτη, ανονόμαστη, ακοινώνητη και αμέτοχη για το κτίσμα… Οι Πατέρες της Εκκλησίας την ονομάζουν Υπερου­σιο­τητα, για να απομακρύνουν με τον χαρακτηρισμό αυτό οποιονδήποτε εννοιολογικό προσδιορισμό της Ουσίας» (Άσκηση και θεωρία, σ. 129). Και λίγο πιο κάτω για την Άκτιστη Ενέργεια γράφει: «Η Ενέργεια είναι δυνατόν να καταστεί γνωστή και μεθεκτή. Εισέρχεται σε στενότατη ένωση με το κτισθέν ον, χωρίς το άκτιστο να γίνει κτιστό η το κτιστό να γίνει άκτιστο» (Άσκηση και θεωρία, σ. 130). Άλλα λοιπόν  ισχυρίζεσθε, όταν μιλάτε για τον ίδιο το Θεό ότι δηλαδή είναι Actus Purus και τα αντίθετα μου λέτε, όταν αναλύετε την σχέση του Θεού με τον κόσμο, χωρίς καμμία συνέπεια. Ο Θεός είναι και Actus Purus – δηλαδή σαν ον απολύτως πραγματοποιημένο όλη Του η Ουσία είναι Ενέργεια- και Υπερούσιος. Αποφασίστε, κύριε Περσυνάκη, είναι Καθαρή Ενέργεια η Υπερούσιος; Δεν μπορείτε να ισχυρίζεσθε και το ένα και το αντίθετό του. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Και συνεχίζουμε στο μπέρδεμα που κάνετε: Διαπιστώσατε άραγε σ’ αυτήν την τελευταία φράση του π. Σωφρονίου την υποκρυπτόμενη σύγχυση; Λέει ότι η Άκτιστη Ενέργεια ενώνεται με το κτίσμα χωρίς το κτιστό να γίνει Άκτιστο. Αλλά είναι σαφές στους Πατέρες ότι αν πρόκειται περί της θεωτικής Ενεργείας τότε όντως το κτιστό γίνεται Άκτιστο. Γενικεύοντας όμως τα αποτελέσματα των θείων ενεργειών και θεωρώντας ίδια και απαράλλακτα σε κάθε περίπτωση, στην πραγματικότητα απορρίπτει το ότι υπάρχουν όντως Θεοπρεπείς διακρίσεις μεταξύ των αποτελεσμάτων των Θείων Ενεργειών. Αν δεν απέρριπτε τις θεοπρεπείς αυτές διακρίσεις δεν θα εγενίκευε τα αποτελέσματα των Ενεργειών σε όλα τα κτίσματα αδιακρίτως… Αυτό που το κατατάσσετε κ.Περσινάκη; Διότι πρόκειται για πελώρια παρανόηση του τρόπου με τον οποίο ενεργεί ο Θεός επί των κτισμάτων και ο Ευνόμιος είχε κι αυτός την ίδια φαεινή ιδέα με τον π. Σωφρόνιο κι έκανε το ίδιο λάθος ταυτίζοντας μάλιστα αυτός όλες τις Ενέργειες του Θεού με την Ουσία Του ως άκρως ενεργοποιημένη η “πραγματοποιημένη” Ουσία (actus purus) ενώ ο π. Σωφρόνιος, όπως παραδόξως ισχυρίζεσθε, αποφεύγει να το κάνει!

Ωραία λοιπόν συνεχίζουμε, για να ξεδιαλύνουμε το μπέρδεμα: στην πρώτη σας ερώτηση, όταν αναφερόσασθε στον ίδιο τον Θεό με ρωτούσατε αν σφάλλει ο π. Σωφρόνιος που τον θεωρεί απολύτως πραγματοποιημένο ον. Είδαμε όμως ότι χρησιμοποιώντας την μέθοδο των Πατέρων αυτή η ερώτηση δεν μπορεί να τεθεί για το μη ον, δηλαδή για την υπερούσιο κρυφιότητα, τότε γιατί την διατυπώνει ο π. Σωφρόνιος και κυρίως που την θέτει; Η μόνη απάντηση που μπορείτε να δώσετε με συνέπεια είναι ότι, αφού η Ουσία είναι υπερούσια, δηλαδή το μη ον, αυτή η διατύπωση τίθεται μόνο για την Άκτιστη Ενέργεια του Θεού, η οποία κατά τον Πατέρα Σωφρόνιο γίνεται και γνωστή και μεθεκτή. Κατά συνέπεια – πάντα κατά τον π. Σωφρόνιο – η Άκτιστη Ενέργεια του Ακτίστου Θεού καθίσταται γνωστή και μπορεί να εφαρμοστεί επ‘ Αυτής η Αριστοτελική μέθοδος και έρευνα.

Για τους Πατέρες όμως αυτό που ισχύει για την Ουσία του Θεού ισχύει και για την Ενέργεια. Άγνωστη η ουσία του Θεού γιατί είναι μη ον (κρυφιότης), αλλά παντελώς άγνωστη και η Ενέργειά Του. Δεν υπάρχει, όπως σας εξήγησα στην πρώτη μου απάντηση, analogia entis ούτε για την Άκτιστο Ενέργεια του Θεού στην οποία μόνο μπορούμε να μετέχουμε χωρίς να Την γνωρίζουμε με διανοητική διαδικασία και σας έδωσα και κείμενα Πατέρων να μελετήσετε. Κατά τους Πατέρες όχι μόνο η ουσία του Θεού είναι παντελώς άγνωστη αλλά και η Άκτιστος Ενέργεια, είναι “άρρητα ρήματα“. Μεταξύ κτιστού και Ακτίστου δεν υπάρχει analogia entis. Υπάρχει μόνο απαραίτητη η ενδεχόμενη μετοχή και τίποτε παραπάνω. Γιατί λοιπόν ο π. Σωφρόνιος ισχυρίζεται ότι: Η Ενέργεια είναι δυνατόν να καταστεί γνωστή και μεθεκτή. Τι εννοεί με το γνωστή; Ότι μπορεί να γνωριστεί με διανοητική διαδικασία; γι’ αυτό αποδέχεται κατά συνέπεια τον αριστοτελισμό και τον Θωμισμό και ισχυρίζεται ότι ο Θεός “παρουσιάζεται στα κτιστά πνεύματα που Τον βλέπουν ως Καθαρό Δεδομένο. Ως Ον απολύτως πραγματοποιημένο, άρα ως πραγματικότητα απόλυτη η τέλεια έκφραση της Ουσίας, το θείο Είναι αποκλείει την παρουσία μέσα Του δυνατοτήτων μη πραγματοποιημένων και, επομένως, μπορεί να ορισθεί ως Καθαρά Ενέργεια”. Δηλαδή κατά τον π. Σωφρόνιο, για τα κτιστά πνεύματα ο Θεός εμφανίζεται και ως καθαρό δεδομένο και εξ ολοκλήρου ακατάληπτος, ανονόμαστος, ακοινώνητος και αμέτοχος για το κτίσμα. Και το ένα και το αντίθετό του. Άντε κανείς να βγάλει άκρη.

Χρησιμοποιείτε λοιπόν και σεις και εκείνος τον Θωμισμό, για να προσπελάσετε την Άκτιστον Ενέργεια του Θεού και προσπαθείτε με αυτήν την αντιπατερική μέθοδο να δώσετε απαντήσεις; Αξιότιμε κύριε Περσυνάκη, αν η Άκτιστη Ενέργεια του Θεού γνωρίζεται με θωμιστική και αριστοτελική μέθοδο τότε έχει απόλυτο δίκιο ο Ακινάτης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι δια των στοχασμών κυρίως γνωρίζουμε τον Θεό και λιγώτερο δια της μετοχής.

Όταν μιλάμε στην Ορθόδοξη παράδοση για διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό, εννοούμε την φυσική ενέργεια της ουσίας Του, η οποία πηγάζει μεν αλλά και διακρίνεται από την ουσία του Θεού. Αλλά η φυσική αυτή ενέργεια της ουσίας του Θεού δεν είναι κάτι το απολύτως διαφορετικό και ξεχωριστό από την ουσία του Θεού. Δεν είναι άλλη πραγματικότητα η ουσία Του και άλλη η ενέργεια της ουσίας Του. Όμως ορισμένοι ορθόδοξοι θεολόγοι μιλάνε για την ενέργεια του Θεού σαν να είναι κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από την ουσία του Θεού. Λένε δηλαδή ότι άλλη είναι η ουσία του Θεού και άλλη είναι η ενέργεια της ουσίας.

Πράγματι αυτήν την εντύπωση μπορεί να αποκομίσει κάποιος, όταν διαβάζει τους Πατέρες, ότι δηλαδή άλλο πράγμα είναι η ουσία και άλλο η ενέργεια του Θεού. Όμως εκφράζονται έτσι οι Πατέρες μόνο, για να τονίσουν την διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό. Εκεί­­νο όμως που αυτοί οι θεολόγοι δεν παρατηρούν είναι ότι οι Πατέρες λένε ότι η ενέργεια του Θεού είναι φυσική ενέργεια της ουσίας η Φύσεως του Θεού, δηλαδή ότι είναι ουσιώδης ενέργεια. Η ουσία του Θεού έχει φυσική ενέργεια, η οποία οφείλει την ύπαρξή της στην ουσία. Γι’ αυτήν την φυσική ενέργεια της ουσίας μιλάνε οι Πατέρες.

Το άλλο που τονίζουν οι Πατέρες είναι ότι αυτή η φυσική ενέργεια της ουσίας του Θεού, όπως και η ουσία του Θεού, είναι απολύτως απλή. Αυτή όμως η μία απλή ενέργεια μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς. Τι σημαίνει αυτό; Εξ απόψεως της λογικής των αντιθέσεων του Αριστοτέλους αυτό είναι μία ανοησία. Διότι τι σημαίνει λογικά, ότι μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς; Δηλαδή τι σημαίνει ότι αυτή η ενέργεια κομματιάζεται χωρίς να κομματιάζεται; Πως δηλαδή κάτι μπορεί να γίνεται πολλά και ταυτόχρονα να παραμένει ένα; Όμως όντως αυτή η απλή ενέργεια μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς! Το λένε οι Πατέρες αυτό το πράγμα. Το λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αλλά η ίδια έκφραση υπάρχει και στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, καθώς και στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Όλοι τους λένε ότι αυτή η απλή ενέργεια πολλαπλασιάζεται. Πως; Απολλαπλασιάστως. Που; Εν πολλοίς.

Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει ότι, όταν ο προφήτης έλθει σε θέωση, κατά την οποία βρίσκεται σε ένωση με τον Θεό, βλέπει ότι η ενέργεια του Θεού υπάρχει μέσα σε όλα τα κτίσματα. Μία είναι η ενέργεια του Θεού, αλλά με πολλά αποτελέσματα. Και η μία αυτή ενέργεια, παραμένει σε κάθε τι μία ενέργεια. Και μέσα σε κάθε μία από αυτές τις ενέργειες όλος ο Θεός είναι παρών!

Ο Θεός, όταν δημιουργεί τον κόσμον, δημιουργεί τον κόσμον όχι κατ’ ουσίαν, αλλά κατ’ ενέργειαν και κατά βούλησιν. Οπότε υπάρχει ένωση της ακτίστου ενεργείας του Θεού με τα κτίσματα.

Η ενέργεια του Θεού είναι πολύ απλή. Διακρίνεται όμως σε δημιουργική ενέργεια του Θεού, σε προνοητική (συντηρητική των κτισμάτων) ενέργεια του Θεού, σε καθαρτική ενέργεια του Θεού, σε φωτιστική ενέργεια του Θεού, σε θεωτική ενέργεια του Θεού. Μεταξύ αυτών των μορφών της μιας και μόνης ενεργείας του Θεού δεν υπάρχει ταυτότης. Αν υπήρχε ταυτότης, τότε όλα τα κτίσματα θα μετείχαν π.χ. στην θεωτική ενέργεια του Θεού. Τι θα εσήμαινε όμως αυτό; Ότι όλα τα κτίσματα θα έβλεπαν τον Θεόν. Πως το ξέρουμε όμως ότι δεν υπάρχει ταυτότης; Από την εμπειρία της Θείας Χάριτος η Εκκλησία ξέρει πολύ καλά ότι η φωτιστική π.χ. ενέργεια του Θεού δεν είναι το ίδιο με την θεωτική ενέργεια του Θεού. Γιατί; Διότι εκείνοι που φθάνουν στην θέωση είναι οι Άγιοι. Οι άλλοι δεν φθάνουν στην θέωση.

Οπότε το μερίζεται εν μεριστοίς δεν σημαίνει ότι αυτό που είναι μεγάλο (ο Θεός) μεριζόμενο, γίνεται μικρό, ότι λιγοστεύει δηλαδή ο Θεός.

Όπως θα καταλάβατε λοιπόν η Άκτιστη Ενέργεια του Ακτίστου Θεού δεν καθίσταται γνωστή με διανοητική διαδικασία, όπως φαντάζεται ο π. Σωφρόνιος. Εκτός και αν δεν κατάλαβα καλά τι εννοεί καθίσταται γνωστή. Περιμένω επεξηγήσεις.

Για την Παλαιά Διαθήκη δεν μου απαντήσατε αν οι προφήτες, που είχαν θεοπτία έβλεπαν κατά την θεοπτία τον Θεό να έχει μία μόνον υπόσταση, οπότε στην Καινή Διαθήκη ξαφνικά τριπλασιάστηκε. Δεν μου απαντήσατε αν η Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτει ένα Θεό με μίαν υπόσταση και η Καινή Διαθήκη ένα Θεό με τρεις υποστάσεις. Δηλαδή στην Παλαιά Διαθήκη η θεοπτία των Προφητών είναι διαφορετική από την θεοπτία των Αγίων της Καινής Διαθήκης; Ο Θεός εμφανίζεται διαφορετικά στις δύο Διαθήκες, όπως ισχυρίζεται ο π. Σωφρόνιος και οι θεολόγοι της Δύσεως; Εγώ όμως ξέρω ότι: Στην Παλαιά Διαθήκη η διάκριση μεταξύ Θεού, Αγγέλου και Πνεύματος υπάρχει από την εμπειρία των Προφητών. Στην Καινή Διαθήκη η διάκριση μεταξύ Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος προέρχεται από την εμπειρία της θεώσεως εν αναφορά προς την Ενσάρκωση. Έχοντες οι Απόστολοι και οι Πατέρες την ίδια εμπειρία με τους Προφήτες, διεπίστωσαν Φως εν Φωτί δια Φωτός.

Στην Καινή Διαθήκη ο Πατέρας δεν είναι ενσαρκωμένος ούτε το Άγιον Πνεύμα είναι ενσαρκωμένο. Από την εμπειρία της θεώσεως διαπιστώνεται ότι ενσαρκωμένο είναι μόνον το ένα Φως, ο Λόγος. Οπότε υπάρχει ένωση μεταξύ της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού και του Ακτίστου, η οποία δεν συμπεριλαμβάνει ενσαρκωμένα τα τρία Φώτα, αλλά μόνο το ένα Φως. Στους Πατέρες το εν Φωτί δεν είναι ενσαρκωμένο. Ενσαρκωμένο είναι μόνο το δια του Φωτός. Μετά την Ενσάρκωση το δια του Φωτός γίνεται δια της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Εν τω Φωτί (του Αγίου Πνεύματος), δια του Φωτός (του Χριστού) βλέπομε την πηγή του Φωτός (τον Πατέρα). Εδώ το «δια του Φωτός» συνδέεται άμεσα με το «εν τη ανθρωπίνη φύσει του Χριστού». Δια της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού, δια του σαρκωμένου Λόγου βλέπομε τον Πατέρα εν Πνεύματι Αγίω.

α) Εις την Παλαιάν Διαθήκην

Υπάρχουν:

  • Ο Θεός, ο Γιαχβέ και το Πνεύμα του Θεού. • Ο Θεός, ο Κύριος της δόξης και το Πνεύμα του Θεού. • Ο Θεός, ο Άγγελος και το Πνεύμα του Θεού.

Δηλαδή στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει σαφής ορολογία περί της Αγίας Τριάδος.

Ο Προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης είναι εκείνος ο οποίος εδοξάσθη. Εκείνος δηλαδή που είδε την δόξαν του Αγγέλου η διαφορετικά τον Άγγελον εν δόξη. Διαβάζοντας κανείς την Παλαιά Διαθήκη με Δυτικά γυαλιά, θα την βρει γεμάτη θαύματα και μόνο μία υπόσταση του Θεού θα αναγνωρίσει. Αν όμως την διαβάσει με Πατερικά γυαλιά, δεν υπάρχουν θαύματα στις περιπτώσεις των Θεοφανειών. Απλώς υπάρχουν και περιγράφονται αποκαλύψεις της δόξης του Θεού.

β) Εις την Καινήν Διαθήκην

Εδώ προστίθενται εκτός από τους παραπάνω όρους και οι όροι Πατήρ και Υιός. Δηλαδή η μόνη διαφορά στην ορολογία περί Θεού στην Καινή Διαθήκη είναι ότι προστίθενται ο Πατήρ και ο Υιός. Αυτή η διαφορά προσετέθη εξ αιτίας της Ενσαρκώσεως. Εξ αιτίας της Ενσαρκώσεως αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη ο Θεός ως Πατήρ και ο Άγγελος ως Υιός. Εκτός από αυτήν την διαφορά δεν υπάρχει άλλη διαφορά, όπως είπαμε, μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως προς την ορολογία περί Θεού.

Αυτή η εμπειρία της αποκαλύψεως του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία (είτε ως ο άσαρκος Άγγελος της δόξης στην Παλαιά Διαθήκη είτε ως ο Χριστός εν δόξη στην Καινή Διαθήκη) είναι η σπονδυλική στήλη και της Εβραϊκής παραδόσεως, της Παλαιάς Διαθήκης και της Χριστιανικής παραδόσεως της Καινής Διαθήκης, καθώς και της Πατερικής παραδόσεως. Και σας φέρνω ένα παράδειγμα προσωπικής μαρτυρίας μέσα στα πλαίσια της Πατερικής Παραδόσεως: Είναι η εμπειρία της θεώσεως, που είχε ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος στην μάχη που έδωσε εναντίον των Ευνομιανών επεκαλέσθη όχι μόνον την μαρτυρία -εμπειρία της θεώσεως των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και των Αποστόλων, αλλά και την ιδική του προσωπική εμπειρία.

Ο π. Σωφρόνιος ισχυρίζεται διαφορετικά πράγματα πάνω σ’ αυτό το θέμα. Διαβάζοντας μερικές σελίδες από το βιβλίο του “Άσκησις και Θεωρία” συγκλονίσθηκα, όταν έφθασα στην σελίδα 147: Διαπίστωσα με έκπληξη ότι η θέωση του ανθρώπου κατά τον π.Σωφρόνιο δεν συμπεριλαμβάνει το ανθρώπινο Σώμα, αλλά περιορίζεται σε ένωση μόνον “του πνεύματος ημών μετά του Θεού”, όπως ακριβώς διδάσκουν οι Αυγουστίνος και Θωμάς. Αντιλαμβάνεται δε ως σωτηρία την πλήρως ενεργοποιημένη κατάσταση του πνεύματος του ανθρώπου, ο οποί­ος κατορθώνει μόνος του ως πνεύμα χωρίς να έχει ανάγκη από Άκτιστες Ενέργειες να σώσει τον εαυτό του! Γράφει: “Δια της ενώσεως του πνεύματος ημών μετά του Θεού (από την στιγμή που για τον π. Σωφρόνιο ο Θεός είναι απολύτως πραγματοποιημένο ον είναι ποτέ δυνατή τέτοια ένωση με το  Άκτιστο Actus Purus;) πραγματοποιείται εις το ακέραιον εν ημίν η περί ημάς σκέψις του Κτιστού (εννοεί προφανώς ως σκέψι την προαιώνιο βουλή σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους δια της μεταβολής εκάστου των σωζομένων σε actus purus). Πρα-γματοποιείται τότε τοσούτον πλήρως (η μετάβαση στο actus purus), ώστε δεν υφίσταται πλέον εις την ζωήν ημών δυνατότης μη αναπτυχθείσα ήδη, δύναμις μη πραγματοποιηθείσα ήδη. Η ζωή ημών καθίσταται καθαρά ενέργεια καθ’ ομοίωσιν του Θεού”.

Αν πιστεύετε κ.Περσυνάκη ότι το ανωτέρω απόσπασμα της σελίδος 147 εκφράζει σαφώς την περί θεώσεως διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, έχετε προφανώς κάποιο σοβαρό πρόβλημα στην κατανόηση της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Θεολογίας.

Εκτός και αν εγώ δεν τον κατάλαβα καλά. Εσείς όμως που είσθε βέβαιος ότι τον καταλάβατε πολύ καλά τον π. Σωφρόνιο, και τον ανακηρύξατε ήδη “καύχημα της Ορθοδοξίας”, θα μπορέσετε άραγε να με βοηθήσετε στην κατανόηση αυτών των απόψεών του;

 

Παντοκράτορας

Ειδήσεις