ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ
8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017
Απόστολος: Β΄  Κορ. θ´ 6-11
Ευαγγέλιον: Λουκ. ζ΄  11-16
Ήχος: α΄ .- Εωθινόν: Ζ΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

«Δυνατός δε ο Θεός»

Πιστεύεις;

Η μονολεκτική αυτή ερώτησις, δεν είναι άσχετη με τον τίτλον του θέματός μας όπως ίσως κάποιοι αναγνώστες θα υπέθεσαν. Αντίθετα, θα λέγαμε, ότι η ουσία του θέματος εδράζεται εις το συγκεκριμένον ερώτημα. Η λέξις δε, «δυνατός», δεν έχει άλλον λόγον υπάρξεως επί του προκειμένου, παρά δια να επιβεβαιώση τους οίουσδήποτε ενδοιασμούς και επιφυλάξεις δια την δύναμιν του Παντοδυνάμου Θεού.

Είναι, δυστυχώς, γεγονός, ότι ο σημερινός χριστιανός, κατ’όνομα και μόνον σχετίζεται με τον Χριστόν. Λέγει μεν ότι πιστεύει εις τον Θεόν, πλην τα έργα του και η εν γένει βιοτή του ουδεμίαν σχέσιν έχουν με την διδασκαλίαν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ευκαίρως τε και ακαίρως διακηρύσσει τον εαυτόν του ως υπόδειγμα πιστεύοντος και … ανθρώπου του Θεού, αλλά έχει ήδη αλλοιώσει και προσαρμόσει εις τας θελήσεις του και εις τας δυνάμεις του, τον Θείον νόμον. Πιστεύει, δηλαδή, εις ένα ιδικόν του κατασκεύασμα, το οποίον, άλλοτε μεν, είναι … δυνατόν και παντοδύναμον, άλλοτε όμως είναι αδύναμο και ανίσχυρον να μας βοηθήση εις την ζωήν μας. Άλλοτε μπορεί και άλλοτε … αδυνατεί. Πάντοτε δε, (sic) … συμφωνεί με όσα πράττουμε.

Επί παραδείγματι, αν κοιτάξωμεν την ζωήν του χριστιανού σήμερα, θα ίδωμεν ότι οι εντολές του Θεού και της Αγίας μας Εκκλησίας, έχουν περάσει πλέον εις την λήθην και εις το περιθώριον. Νηστεύομεν μεν, όχι όμως όπως ορίζει ο Θείος νόμος, αλλά όπως θέλει ο καθένας. Με δικούς μας όρους και με δικές μας υποχωρήσεις! Εκκλησιαζόμεθα … αλλά μία η δύο φορές τον χρόνον, χωρίς να δίνωμεν σημασίαν εις τους θείους και ιερούς κανόνας, όπως κάποτε εφήρμοζον οι ευλογημένοι πρόγονοί μας. Προσευχόμεθα, αλλά … χωρίς προσευχή˙ με ένα πρόχειρον και βιαστικόν «σταυρόν» και χωρίς τις απαραίτητες εκείνες προσευχές που κάποτε εγνώριζαν ακόμη και τα νήπια.

Όσον δε δια τας καθημερινάς μας αμαρτίας … ούτε λόγος να γίνεται!!! Αι αμαρτίαι μας, δυστυχώς, κατά κυριολεξίαν, «υπερήραν τας κεφαλάς ημών» και ανησυχία ουδεμία! Αμαρτάνομεν ακόμη και τας πλέον βδελυράς αμαρτίας και θεωρούμεν ότι ο Θεός … συμφωνεί εις αυτάς και δεν χρειάζεται ούτε καν μία στοιχειώδης μετάνοια και εξομολόγησις. Που καταντήσαμε, αλήθεια! Κάποτε δια παρομοίας αμαρτίας, οι άνθρωποι εκρύπτοντο και άλλαζαν τόπον διαμονής, προκειμένου να αποφύγουν την γενικήν κατακραυγήν και σήμερον, η αμαρτία και ο αμαρτωλός επαινούνται και προβάλλονται εις τα μάτια των νέων κυρίως, ως παραδείγματα προς μίμησιν!

Μετά από όλα αυτά, υποθέτω ότι όλοι συμφωνούμε ότι μία τέτοια πίστις και ένας τέτοιος χριστός, δεν είναι ο Θεός. Είναι ο … εαυτός μας.

Που πιστεύομεν;

Εις την ερώτησιν, «πιστεύεις;», η απάντησις έρχεται αυθόρμητη εις τα χείλη των περισσοτέρων χριστιανών˙ «βεβαίως, πιστεύω στο Θεό»! Θέλουμε να πιστεύουμε. Θέλουμε τον Θεόν, έστω και αν γνωρίζουμε ότι απομακρυνθήκαμε από κοντά Του. Πιστεύουμε ότι υπάρχει ο Θεός, υπάρχει ο Παράδεισος και η Βασιλεία των Ουρανών, υπάρχουν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, αλλά έως εκεί … Πιστεύουμε εις την ύπαρξιν του Θεού, αλλά με τα έργα μας απιστούμε εις την δύναμίν Του. «Υπάρχει μεν, αλλά δεν μπορεί η δεν θέλω να … μπορή να παρεμβαίνη στη ζωή μου». Πιστεύουμε μεν, αλλά η πίστις μας είναι σαν εκείνη του Διαβόλου, που λέγει ο Αδελφόθεος Ιάκωβος. «Συ πιστεύ­εις ότι ο Θεός εις εστι· καλώς ποιείς· και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι» (Ιακ. Β  19).

Πιστεύουμε εις την ύπαρξιν του Θεού, αλλά όχι εις την δύναμίν Του! Όμως, όπως παρατηρούμε και εις τον λόγον του Αποστόλου Παύλου, την θείαν δύναμιν προσπαθεί να μας παρουσιάση. «Δυνατός δε ο Θεός …». Αυτή είναι η ζητούμενη πίστις. Η πίστις εις την δύναμιν του Χριστού. Αυτή η πίστις μας χρειάζεται και αυτήν έχομεν ανάγκην. Το να υπάρχη ο Θεός, αμέτοχος εις την ζωήν μας και αδύναμος και … άχρηστος, δεν τον έχομεν ανάγκην! Ο σύγχρονος άγιος της Σερβικής Εκκλησίας, ο πολύς Ιουστίνος Πόποβιτς εις το θεολογικώτατον σύγγραμμά του, «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος», λέγει τούτα τα καταπληκτικά και ενδεχομένως για κάποιους, σκανδαλώδη˙ «ένας Θεός που να κατοική στον ουρανό και να μην ενδιαφέρεται για μένα και τα προβλήματά μου, δεν μου χρειάζεται˙ δεν τον θέλω. Εγώ θέλω ένα Θεό να με αγαπά και να σταυρώνεται και να πεθαίνη για μένα. Ένα Θεό αναστημένο και δυνατό για να μπορέση να αναστήση και μένα» (Σε ελεύθερη απόδοση).

Επιθυμούμεν άραγε

ένα Θεόν Παντοδύναμον;

Έστω και αν κάποιοι απορούν δια το ερώτημα τούτο και θεωρούν αυτονόητη την απάντησίν του, φοβούμαι ότι θα εκπλαγούν αν προσπαθήσουν να δώσουν κάποιες απαντήσεις εις συγκεκριμένα ερωτήματα. Επί παραδείγματι, πόσες φορές παραβιάσαμε τις εντολές του Θεού και δεν θελήσαμε ούτε καν να ζητήσουμε την δύναμιν του Κυρίου μας; Θέλουμε βεβαίως την παντοδύναμον βοήθειαν του Θεού, αλλά μόνον όταν πρόκειται για την θεραπείαν σωματικών και ποικίλων άλλων ασθενειών η θανάτου. Τότε που διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να επιτύχωμεν το επιθυμητόν αποτέλεσμα. Τότε που η ιατρική επιστήμη «σηκώνει τα χέρια» και αδυνατεί να δώση την παραμικράν βοήθειαν. Τότε που τα πάντα συγκλίνουν και βεβαιώνουν την αποτυχίαν μας. Τότε ενθυμούμεθα την … παντοδυναμίαν του Κυρίου!

Όμως, εκείνο που μας συνιστά η Αγία Γραφή, δυστυχώς δεν θέλουμε να το αποδεχθούμε. «ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ΙΕ  5). Ειδικά δε εκεί που η πίστις θα έπρεπε να ευρίσκεται εις άμεσον προτεραιότητα έναντι της λογικής, εκεί δυστυχώς … γυρίζουμε την πλάτη εις τον Χριστόν. Σαν εκείνον τον πλούσιο νεανίσκο, που μόλις ο Κύριος του υπέδειξε «πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Λουκ. ΙΗ  22), εκείνος, «απήλθε λυπούμενος». Όταν η λογική του άρχισε να αμφισβητή την δύναμιν του Θεού, – ότι θα μπορούσε ο Κύριος να τον συντηρήση και χωρίς τα πολλά του κτήματα – γύρισε την πλάτη του στο Θεό και έφυγε.

«Δυνατός ο Θεός». Εις αυτήν την παντοδύναμον βοήθειάν Του να προστρέχωμεν και να έχωμεν την βεβαιότητα, ότι η σωτηρία μας από αυτήν την εμπιστοσύνην εξαρτάται.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

 

 

 

 

 

 

 

 

Παντοκράτορας