ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ
3 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
Απόστολος: Εφεσ. ε΄  8 – 19
Ευαγγέλιον: Λουκ. ιη´ 35 – 43
Ήχος: α΄.- Εωθινόν: Δ΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

«δοκιμάζοντες τι εστιν
ευάρεστον τω Κυρίω» (Εφεσ. Ε  10)
Δυνάμεθα να διακρίνωμεν άραγε;

Ο Απόστολος Παύλος, με τη χαρακτηριστική αυτή φράση, μας συνιστά, να ψάχνουμε και να ερευνούμε, τι είναι εκείνο που αρέσει εις τον Θεόν. Αυτή η υπόδειξη, μας παραπέμπει εις το ερώτημα˙ άρα μπορούμε να διακρίνουμε ποιό είναι το καλό και ποιό είναι το κακό; Μπορούμε να έχουμε το ασφαλές κριτήριο αλλά και την σαφή γνώση για το τι ευχαριστεί τον Κύριο; Είμαστε σε θέση να κρίνουμε, πότε ο Κύριος ευχαριστείται, αλλά και πότε δυσαρεστείται από την εν γένει δραστηριότητα και συμπεριφορά μας μέσα στον κόσμο;
Είναι βέβαιο, ότι ο ελάχιστος άνθρωπος δεν μπορεί να εισδύση στα άδυτα του Θεού και να μπορή να γνωρίζη, τι είναι εκείνο που αρέσει εις τον Θεόν και τι είναι εκείνο που τον δυσαρεστεί. Όμως, θα τολμούσαμε να πούμε ότι με βάση τον Θείο Νόμο, τον διατυπωμένο μέσα από την Αγία Γραφή αλλά και τους Ιερούς Κανόνες της Αγίας μας Εκκλησίας, ο χριστιανός μπορεί να γνωρίζη το Θείον Θέλημα και φυσικά μπορεί να σωθή. Ως άνθρωποι μικροί και αδύναμοι, αδυνατούμε να γνωρίζουμε «τι το θέλημα του Κυρίου»˙ ως τέκνα Θεού όμως και έχοντες υπ’ όψη τον Λόγον της Αγίας Γραφής, μπορούμε και να γνωρίζουμε αλλά και να τηρούμε τα Θεία προστάγματα, προσδοκώντες την αιώνιον ζωήν και σωτηρίαν.
Υπ’ αυτήν, συνεπώς, την έννοιαν, ασφαλώς και ημπορούμε να γνωρίζουμε, τι θέλει ο Κύριος από ημάς. Και η Παλαιά αλλά και η Καινή Διαθήκη, βρίθει κυριολεκτικώς από υποδείξεις και συμβουλές και νόμους και εντολές, δια των οποίων ο Κύριος διατυπώνει σαφέστατα εις ημάς το πανάγιον θέλημά Του.
Τι αρέσει εις τον Θεόν;
Πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να καταλάβουμε «τι εστιν ευάρεστον τω Κυρίω», εάν προς στιγμήν ερωτούσαμε τον εαυτόν μας, τι θα άρεσε εις ημάς. Θα διαπιστώναμε πολύ εύκολα, ότι ο καθένας μας αρέσκεται σε μία κατάσταση που ομοιάζει προς την ιδικήν του. Επί παραδείγματι, ένας άνθρωπος που ζη σε ένα άκρως καθαρό περιβάλλον, δεν μπορεί να συμβιώση ούτε κατ’ ελάχιστον με εκείνον που ζη μέσα εις την ακαθαρσία. Επίσης, όταν κάποιος ζη – όσον του είναι δυνατόν, – κατά τον Θείον νόμον, ενοχλείται αφάνταστα αλλά και αδυνατεί να παρευρίσκεται σε παρέες και συνάξεις «πονηρευομένων».
Αν εμείς δεν μπορούμε να αποδεχτούμε μία κατάσταση διαφορετική απ’ εκείνη που έχουμε συνηθίσει, πολύ περισσότερον, τούτο συμβαίνει και με τον Άγιον Θεόν. Κατ’ επανάληψιν, ο Κύριος, διευκρίνισε τας τοιαύτας «προτιμήσεις» Του εις την Καινήν Διαθήκην. Χαρακτηριστικώτερη δε, ακούεται εκείνη, «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν• η γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, η ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει. Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» (Ματθ. ΣΤ  24). Αλλά και εις κάθε προτροπήν και υπόδειξή Του, ο Κύριος, δεν παύει να αποστασιοποιήται από ποικίλες εμμονές των ανθρώπων, και να μας καλή με τους δικούς Του όρους να τον ακολουθήσωμεν και να τον αγαπήσωμεν.
Ας ίδωμεν ακόμη μίαν τοιαύτην προτροπήν. «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν• ος δ  ἂν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν… Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μαρκ. Η  34-38). Εκείνο το οποίον συμπεραίνει ο κάθε καλοπροαίρετος μελετητής, είναι, ότι, αφ’ ενός μεν ο Κύριος μας καλεί να τον ακολουθήσωμεν, αφ’ ετέρου όμως, με τις δικές Του απαιτήσεις και προϋποθέσεις.
Είμεθα πρόθυμοι και έτοιμοι;
Τούτο το ερώτημα, οφείλουμε να υποβάλλουμε, ο καθένας στον εαυτό του. Είμεθα σε θέση να απαρνηθούμε ο, τι έχουμε συνηθίσει στη ζωή αυτή και να ακολουθήσουμε πιστά εκείνα που ζητεί ο Κύριός μας; Θέλουμε, ασφαλώς, να είμεθα πλησίον του Θεού, αλλά τούτο, ας το καταλάβουμε, έχει πολλές επιπτώσεις εις τις προσωπικές μας επιλογές. Εκείνο το, «απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού», είναι – θα λέγαμε – σαφέστατο! Κοντά στο Θεό και ακολουθώντάς Τον, θα πρέπει να αποφασίσουμε να προσαρμοσθούμε σε ο, τι Εκείνος ευαρεστεί­ται …, σε ο, τι Εκείνος θέλει και υπαγορεύει.
Επομένως, φίλε αναγνώστη, το «παν έγκειται» εις την δική μας απόφαση. Αυτονόητα έρχεται, βεβαίως, η απάντηση στο συγκεκριμένο δίλημμα˙ Ποιός δεν θα ήθελε να ακολουθή τον Χριστόν και να συμβιώνη διαρκώς μαζί Του; Και όμως˙ εύκολα το λέγομε, αλλά δύσκολα, … πολύ δύσκολα, … σχεδόν ακατόρθωτα, μπορούμε να το επιτύχουμε. Ας ρωτήσουμε εκείνους, τους πολλούς η λίγους, οι οποίοι πραγμάτωσαν στον εαυτό τους αυτήν την τέλεια αγάπη και συμβίωση με τον γλυκύτατο Ιησού. Ας δούμε τη ζωή όλων εκείνων των παλαιότερων και νεώτερων αγίων ανθρώπων, που επέλεξαν αυτήν την όντως, «στενήν και τεθλιμμένην οδόν την απάγουσαν εις την ζωήν». Δεν θυσίασαν μόνον κάποια μικρά και ασήμαντα πράγματα της ζωής αυτής! Δεν στερήθηκαν μόνον κάποιες μικρές γήινες απολαύσεις και ηδονές. Δεν υπέβαλαν μόνον τον εαυτό τους σε ένα διαρκές εκούσιο μαρτύριο! Ακόμη περισσότερον, θυσίασαν ακόμη και την ίδια τη βιολογική τους ύπαρξη και ζωή, δια να κρατήσουν άρρηκτη αυτή την σχέση αγάπης και λατρείας, με τον αγαπημένο τους Κύριο.
Επειδή, όμως, όλα τα πάρα πάνω, ακούγονται λίγο υπέρογκα και δυσβάστακτα για τις ανθρώπινες αντοχές, πρέπει να τονίσουμε ότι, «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστιν». Τούτό δε σημαίνει ότι βλέποντας ο Κύριος την αγαθή πρόθεση και επιθυμία μας, συνεργεί μαζί μας και ελαφρύνει το οποιοδήποτε βάρος που απαιτεί ο αγώνας μας. Ας το πάρουμε, επομένως, απόφαση…

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας