ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
Απόστολος: Β  Τιμ. δ´ 5 – 8
Ευαγγέλιον: Μᾶρκ. α΄ 1-8
Ήχος: πλ. α΄ .- Εωθινόν: Η΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

«λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος,
ον αποδώσει μοι ο Κυριος εν εκείνη τη ημέρα,
ο δίκαιος κριτής,  ου μόνον δε εμοί,
αλλά και πάσι τοις ηγαπηκόσι
την επιφάνειαν αυτού» (Β΄ Τιμ. δ΄ 8)
Η αγάπη εις την «επιφάνειαν αυτού»

Τι εννοεί άραγε ο Θείος Παύλος, όταν αναφέρη τις δύο αυτές λέξεις; Η  μεν δεύτερη, αναφέρεται εις τον Κύριό μας, Ιησούν Χριστόν. Η λέξη όμως «επιφάνεια», σημαίνει την δευτέραν Του παρουσίαν κατά την οποίαν, ως ο Ίδιος μας έχει διασαφίσει, θα κρίνη τον κόσμον («ζώντας και νεκρούς», όπως ομολογούμε εις το σύμβολον της αγίας μας πίστεως) με την τελείαν και αδιαφιλονίκητον δικαιοσύνην Του.
Ενώ λοιπόν, πάντες, έχουν μέσα τους, ένα φυσιολογικότατον φόβον για ᾽κείνη την κρίσιν του Θεού, θεωρούν δε, ότι «τις υποστήσεται από του φόβου Αυτού;» (Ύμνος Κυριακής των Απόκρεω), ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει ότι θα πρέπη να αγαπήσουμε την ημέραν εκείνην της Κρίσεως. Είναι δε φανερό ότι ο Θείος Απόστολος, θεωρεί την ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, σαν ημέραν επιβραβεύσεώς του από τον Θεόν για όλα όσα εκοπίασε δια το Άγιον Όνομά Του και για την διδασκαλίαν Του. Θα τολμούσε δε να ειπή κανείς, ότι εις το σημείο αυτό, υπαινίσσεται κάτι ακόμη πιο τολμηρό.  Ζη με την αίσθησιν και την βεβαιότητα, ότι ο Κύριος του οφείλει τον στέφανον της δικαιοσύνης και συνεπώς περιμένει με χαρά και αγαλλίασι την ώρα της ανταποδώσεως. Τούτο εκλαμβάνει ο κάθε αναγνώστης όταν φθάνη εις τας λέξεις, «λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος».
Θαυμάζομε την παρρησία και το θάρρος του μεγάλου τούτου Αποστόλου και κήρυκος, προ της φοβεράς Κρίσεως. Αν όμως καλοσκεφθούμε τα λόγια και τις υποσχέσεις που μας έχει δώσει ο Ίδιος ο Κριτής, θα εννοήσωμεν ότι όλοι οι Άγιοι, όλοι εκεί­νοι που θυσίασαν τα πάντα, αλλά και θυσιάστηκαν για την αγάπην του Θεού, έχουν και την βεβαιότητα της δόξης που τους επιφυλάσσεται, αλλά και θα ζητήσουν από τον Κριτήν τον «μισθόν» του κόπου τους. Εις το ιερόν βιβλίον της Αποκαλύψεως του Ιωάννου και συγκεκριμένα εις το 6ον κεφάλαιον, σημειώνονται τα εξής: «Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του αρνίου ην είχον• και έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες• έως πότε, ο δεσπότης ο άγιος και ο αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκάλ. ΣΤ  9-10). Τα λόγια αυτά, δεν δείχνουν τίποτε άλλο, παρά την παρρησία που έχουν οι Άγιοι ενώπιον του βήματος του Θεού, αλλά και την βεβαιότητα της απολαβής, την οποίαν έχει υποσχεθή ο Θεός εις εκείνους που εκοπίασαν δι’ Εκείνον.

Ο αγών εις την παρούσαν ζωήν

Όπως όμως είπομεν ανωτέρω, οι Άγιοι και εν προκειμένω ο Θείος Παύλος, ομιλούν με αυτήν την παρρησίαν δια την μέλλουσαν κρίσιν του Κυρίου αλλά και δια την Βασιλείαν των Ουρανών, διότι αγωνίσθηκαν και κοπίασαν εις τον κόσμον του­τον. Βάδισαν, όσον ήτο δυνατόν εις τας δυνάμεις των και τας αντοχάς των, κατά τας εντολάς του Θεού. Αγάπησαν τον Θεόν έτσι όπως Εκείνος μας συνέστησε και μας υπέδειξε, «εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» (Μαρκ. ΙΒ  30). Περιφρόνησαν κάθε κοσμική και υλική απόλαυσι και υπέβαλαν τους εαυτούς των εις μοναδικάς και αφαντάστους ταλαιπωρίας, δια να αισθάνωνται την χαράν της θυσίας και της αποκλειστικής αγάπης προς τον γλυκύτατον Νυμφίον της καρδίας των. Όταν δε, τους ζητήθηκε να θυσιάσουν και αυτή την ίδια βιολογική ζωή τους, χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη και τον παραμικρό ενδοιασμό, παρέδωσαν τους εαυτούς τους «ως αρνία άκακα» και έγιναν κατ’ αυτόν τον τρόπον, «θυσία δεκτή και ευάρεστος τω Θεώ».
Πως, λοιπόν να μην αγαπούν και να μην επιθυμούν την ημέραν της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, αφού έκαναν ο,τι τους ήταν δυνατόν, για να έχουν θέσιν πλησίον του ηγαπημένου τους; Πως, να μη επείγωνται δια την αδέκαστη κρίση, εφ’ όσον γνωρίζουν ότι ο Δικαστής θα τους δικαιώση και θα τους απονείμη τον «αμαράντινον της δόξης στέφανον»; Πως να μη παρακαλούν δια την ώραν εκείνην την φοβεράν, όταν, ήδη προαπολαμβάνουν τα αγαθά της μελλούσης ζωής και Βασιλείας και διακρίνουν τας απολαύσεις, τας οποίας «ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν»; (Α  Κοριθ. Β  9)

Ο σκοπός της παρούσης ζωής

Είναι κοινή η πικρή διαπίστωσις, ότι ο περισσότερος κόσμος, ζη σήμερα, είτε νομίζοντας ότι δεν πρόκειται να αποθάνουν, είτε θεωρούντες ότι εις την παρούσαν ζωήν τελειώνει ο άνθρωπος και δεν υπάρχει «μετά ταύτα» καμμία άλλη ζωή. «Κωφεύοντες» στις διαβεβαιώσεις της Αγίας Γραφής, αλλά και στην «πρακτικήν θεολογίαν» των πατέρων της Αγίας μας Εκκλησίας, καθώς και στις βιωματικές εμπειρίες των γερόντων και ασκητών και οσίων, οι οποίοι επιβεβαιώνουν με «τας οράσεις και οπτασίας των» την αλήθειαν περί της μελλούσης αιωνίου ζωής, ζουν την κτηνώδη ζωήν κατά το ψαλμικόν: «άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. ΜΗ  13).
Όμως, εκείνοι οι οποίοι πίστευσαν και πιστεύουν συνειδητά εις τον Κύριον και εις τα Θεία Του λόγια, εκείνοι, οι πολλοί η ολίγοι, που ζουν ως περαστικοί και διαβαίνοντες την παρούσαν ζωήν και οδεύοντες προς την αιωνίαν, αντιλαμβάνονται ότι, επλάσθημεν ημείς οι άνθρωποι δια να ζήσωμεν αιωνίως. Η πορεία μας, έχει μεν αρχήν αλλά δεν έχει τέλος. Πιστεύοντες ακραδάντως εις τας Θείας βεβαιώσεις, αναφωνούμεν χαίροντες, «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ΙΓ  14).

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας