ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017
Απόστολος: Β´ Κορ. στ΄ 16 – ζ΄ 1
Ευαγγέλιον: Ματθ. ιε´ 21 – 28
Ήχος: βαρύς.– Εωθινόν: Ι΄

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

 

ΠΕΡΙ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ

Πολλά συναισθήματα έχει ο άνθρωπος, ευχάριστα και δυσάρεστα. Τον φόβον τον νομίζομεν –όπως και είναι– δυσάρεστον συναίσθημα. Είναι μία λέξις, που δεν την ακούει κανείς ευχαρίστως και προ παντός ο σύγχρονος άνθρωπος. Την αποστρέφεται.  Αρκετούς, άλλωστε, φόβους εδοκίμασεν η γενεά μας και θέλει ησυχίαν. Ποθεί γαλήνην. Ζητεί ηρεμίαν. Διψά ειρήνην.  Επιθυμεῖ ζωήν, χωρίς φόβους και τρόμους και ανησυχίας και αγωνίας.

Εν τούτοις ο  Απόστολος Παύλος, εις το σημερινόν ανάγνωσμα, μας συνιστά τον φόβον. « Επιτελούντες δικαιοσύνην εν φόβω Θεού» λέγει. Τι συμβαίνει; Δεν φθάνουν οι τόσοι φόβοι και αβεβαιότητες, που μας περιβάλλουν και τείνουν να μας πνίξουν;

Μα ακριβώς ο θείος  Απόστολος έρχεται δια του σημερινού αναγνώσματος να προστατεύση, ενισχύση και τέλος απαλλάξη την ανθρωπότητα από το σημερινόν άγχος που ο φόβος και αι ανησυχίαι του δημιουργούν.  Ο φόβος του Θεού, όταν υπάρχη, δεν επιτρέπει να εδραιωθή ουδείς άλλος φόβος ανθρώπων.

Μα! θα ερωτήσετε, τι τέλος πάντων είναι αυτός ο φόβος του Θεού;  Ο φόβος αυτός είναι όχι δυσάρεστον συναίσθημα, αλλά ευχάριστον.Είναι ιερόν συναίσθημα. Είναι ο φόβος του Θεού, όχι ο φόβος των ανθρώπων.  Ο φόβος του Θεού είναι ευλάβεια, σεβασμός, τιμή προς τον  Υψιστον Θεόν, τον Κυριον του παντός και Κριτήν της Οικουμένης. Είναι αγάπη ολόψυχος εις τον Δημιουργόν και Προστάτην. Είναι υποταγή και υπακοή πλήρης εις το  Αγιον θέλημά Του. Είναι φόβος σωτήριος, που πολλάς ωφελείας φέρει εις τον άνθρωπον.

Α´. Τον φυλάττει από την αμαρτίαν

και τον βοηθεί εις την αγιότητα

Το λέγει ο Απ. Παύλος· « Επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού». Το «εν φόβω Θεού» εξηγεί τον τρόπον, με τον οποίον θα επιτύχωμεν την αγιωσύνην.

Και λέγουν μεν μερικοί, ότι πρέπει να πράττωμεν το καλόν και την αρετήν μόνον, διότι είναι καλόν. Εις την πράξιν χωρίς τον φόβον του Θεού, δεν επιτυγχάνεται η αγιωσύνη, η αγιότης, διότι ο άνθρωπος είναι αδύνατος και η αμαρτία ισχυρά.  Ο άνθρωπος έχει κλίσιν και ροπήν προς το κακόν και η αμαρτία είναι ελκυστική και ευπερίστατη.  Εχει μαγνήτην και τραβά.  Ακόμη ο σατανάς είναι ακοίμητος. Τον σπρώχνει διαρκώς προς την αμαρτίαν. « Ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη».  Ο κόσμος απ  ἔξω, με τα θέλγητρά του και τους πειρασμούς του, τον παρακινεί προς την αμαρτίαν.

Πως λοιπόν θα αποφύγη την αμαρτίαν; Χρειάζεται ένα αντίρροπο ισχυρόν. Και αυτό είναι ο φόβος του Θεού. Είναι η κεντρόφυξ δύναμις, «Φοβω Κυρίου εκλίνει πας από κακού», λέγουν αι Παροιμίαι (Παρ. ιε, 27). Και αλλαχού «οχύρωμα οσίου φόβος Κυρίου»  Οπως ο οχυρωμένος προφυλάσσεται από τον εχθρόν του, ούτω και ο άνθρωπος έλεγε «ει και τυραννικόν η επιθυμία, αλλ  ἄν τειχίσης σεαυτόν τω φόβω του Θεού κατέλυσας αυτής την μανίαν».

Οταν επαναστατή ο εαυτός μας, θα ρίξωμεν το φάρμακον του φόβου του Θεού και αμέσως θα κατεναυσθή. «Καθήλωσον εκ του φόβου Σου τας σάρκας ημών». λέγει ο Προφήτης.

Πως συμβαίνει όμως αυτό;  Απλούστατα.  Εκεῖνος, που φέρει τον Θεόν μπροστά του και σκέπτεται το κριτήριον, ενισχύεται να αποφύγη την αμαρτίαν και να πράξη το καθήκον, την αγιωσύνην.  Εστω ως παράδειγμα ο Παγκαλος  Ιωσήφ.

Πως απέφυγεν ο  Ιωσήφ τον πειρασμόν της Αιγυ­πτίας; Μονον με τον φόβον Θεού. Δούλος ήταν περιφρονημένος και εξουθενωμένος και τον τραβούσε στην αμαρτία η σύζυγος του Πετεφρή, του Πρωθυπουργού ούτως ειπείν της Αιγύπτου. Και όμως αντε­στη, διότι εκείνη τη στιγμήν του πειρασμού σκέφθηκε ότι τον βλέπει ο Θεός, ότι είναι μπροστά στο Θεο.  Εφυγε, λοιπόν, έξω λέγοντας· «Πως ποιήσω το ρήμα το πονηρόν τούτο και αμαρτήσομαι ενώπιον του Θεού» (Γεν. ΛΘ´ 9).

Β´. Φερει αφοβίαν

 Ο φοβούμενος τον Θεόν, δεν φοβείται, κανένα. Δεν φοβείται ανθρώπους ισχυρούς και δυνατούς. Δεν φοβείται τον ανθρώπινον νόμον και τας συνεπείας του νόμου, διότι αυτός φοβείται τον νόμον του Θεού και δεν παραβαίνει τον νόμον των ανθρώπων, φυσικά. Δεν φοβείται φυλακήν και εξορίαν. Αισθάνεται τον Θεόν, τον οποίον φοβείτα, προστάτην του. »Ει ο Θεός μεθ  ἡμῶν, ουδείς καθ  ἡμῶν». Δεν φοβείται τον πειρασμόν και τας μεθοδείας του πονηρού, διότι με την βοήθειαν του Θεού, θα τον αντιμετωπίση.

Ο φοβούμενος τον Θεόν δεν φοβείται τας αντιξόους περιστάσεις του βίου. Ούτε τον θάνατον. Απόδειξις τα στίφη των μαρτύρων, οι οποίοι έμειναν ακλόνητοι και ήσαν ευτυχείς προ των φρικτών μαρτυρίων. Ούτε και την μέλλουσαν κρίσιν φοβείται, διότι είναι εν τάξει με τον Θεόν.

Ενώ αντιθέτως συμβαίνει εις εκείνον, που δεν φοβείται τον Θεόν. Φαι­νεται μεν ανεπηρέαστος και άφοβος.  Αλλὰ αυτός, προ παντός, φοβεί­ται. Φοβείται τα πάντα και τους πάντας. Είναι δυστυχής.

Δεν φοβείται δήθεν την αμαρτία. Και όμως τρέμει κατόπιν από τας τύψεις της συνειδήσεως. Δεν θέλει να φοβηθή τον Θεόν και φοβείται τα λάλημα ενός πουλιού. Φοβείται την Τρίτην. Φοβείται τον αριθμόν 13. Τρέμει τα όνειρα και τα μάγια.

Το κορύφωμα δε του φόβου του αθεοφόβου είναι ο θάνατος.  Ο άνθρωπος που δεν φοβείται τον Θεόν, είναι αξιολύπητος εις όλην του την ζωήν, και προ παντός, στα τέλη του. Ζει μέσα εις πολλούς και διαρκείς φόβους.

Γ´. Συγκρατεί την κοινωνίαν

 Ο φόβος του Θεού είναι βάσις και θεμέλιον της κοινωνίας.  Η κοινωνία και πολύ περισσότερον η οικογένεια, της οποίας τα μέλη έχουν φόβον Θεού, είναι ευτυχής. Είναι ένα κομμάτι του Παραδείσου. Είναι η βασιλεία του Θεού επί της γης. Δεν χρειάζονται νόμοι και ασφάλειαι, δια να πατάξουν τους κακοποιούς, διότι οι έχοντες φόβον Θεού δεν είναι κακοποιοί. Τουναντίον σέβονται την τιμήν, την ζωήν, και την περιουσίαν του διπλανού. Ευτυχισμένη η οικο­γένεια και η κοινωνία που έχει πολλούς ανθρώπους με φόβον Θεού.

Αλλά ας ρίψωμεν μια ματιά στην κοινωνία μας, όπως έχει σήμερον. Ποίαν θέσιν έχουν εν αυτή και τι προσφέρουν οι φοβούμενοι τον Θεόν; Αυτοί αποτελούν τα πλέον υγιή στελέχη της.  Η αγάπη η Χριστιανική, η ελεημοσύνη, η καλωσύνη, η φροντίς δια τους δυστυχείς και αποκλήρους της κοινωνίας, η ίδρυσις ευαγών ιδρυμάτων, το ενδιαφέρον για τα προβλήματα του άλλου και η τόση αφανής φιλανθρωπία, όλα αυτά δεν γίνονται από τους ασεβείς, αλλά απαντώνται μόνον εις τους φοβουμένους τον Θεόν.  Ανευ αυτών είναι αμφίβολον, αν θα ήτο δυνατόν να σταθή η κοινωνία.

Οταν λείψη ο φόβος του Θεού, μη περιμένετε να σταθή οικογένεια και κοινωνία. Τα διαζύγια θα πληθύνωνται, αι αδικίαι θα αυξάνουν και οι καταπιέσεις των αδυνάτων θα οργιάζουν. Μεγα θηρίον ο άνθρωπος χωρίς τον χαλινόν του φόβου του Θεού.  Αδικίαι, συκοφαντίαι, καταχρήσεις, φθόνοι, φόνοι και ποικίλα εγκλήματα θα λαμβάνουν χώραν.

Δια τούτο είναι ανάγκη να τον αποκτήσωμεν και τον καλλιεργήσωμεν εμείς πρώτον. Συγχρόνως όμως ας εργασθώμεν έκαστος εις τον κύκλον του να διαδοθή ο φόβος του Κυρίου. Οι γονείς εις τα παιδιά, οι προϊστάμενοι εις τους υφισταμένους, οι διδάσκοντες εις τους διδασκομένους, οι άρχοντες εις τους αρχομένους, οι μεγάλοι εις τους μικρούς, οι φίλοι εις τους φίλους, οι γείτονες εις τους γείτονας, οι συνάδελφοι εις τους συναδέλφους, οι μορφωμένοι εις τους αμορφώτους, αλλά και οι μικροί εις τους μεγάλους.  Ολοι μας ν  ἀκτινοβολῶμεν τον θείον φόβον. Οι γύρω μας θα επηρεάζωνται. Το περιβάλλον μας θα εξαγιάζεται.

Αρχ/της Χαράλαμπος Βασιλόπουλος (†)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παντοκράτορας