ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ ΝΗΣΤ. (ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)
19 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017
Απόστολος: Εβρ. δ΄ 14 – ε΄ 6
Ευαγγέλιον: Μάρκ. η´ 34 – θ΄ 1
Ήχος: πλ. β΄ .– Εωθινόν: ΣΤ΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

«Προσερχώμεθα ουν μετά παρρησίας
τω θρόνω της χάριτος»
Ο Μέγας Αρχιερεύς

Πολλήν παρηγορίαν μας προσφέρει σήμερον το ιερόν Αποστολικόν Ανάγνωσμα. Ο Μέγας Αρχιερεύς, δηλαδή ο Κύριός μας, παρ’ όλην την αμαρτωλότητά μας είναι εις την … διάθεσίν μας. Όσον αμαρτωλοί και αν είμεθα, όσον και αν αισθανώμεθα απομεμακρυσμένοι από την χάριν Του, όσον και αν νιώθουμε ότι η δικαία οργή Του είναι έτοιμη να εκσπάση επί τας κεφαλάς ημών των αναξίων και αγνωμόνων, ένεκα των απείρων αμαρτιών μας, ο Απόστολος Παύλος μας παρηγορεί, παρουσιάζοντάς μας τον Μέγα Αρχιερέα ως συμπαθή και εύσπλαγχνον επί την αμαρτωλόν και ασθενή ανθρωπίνην φύσιν. Τόσον δε συμπαθή, ώστε να δυνάμεθα να τον προσεγγίζωμε και να τον κοιτούμε παρακλητικώς, να έχωμε την ευχέρειαν να του ζητούμε την συγχώρησιν των αμαρτιών μας και να τον αισθανώμεθα, Πατέρα και προστάτην και βοηθόν.

Η οδυνηρή απομάκρυνσις

Όντως, ο άνθρωπος, όσον ενάρετος και αν αισθάνεται, είναι λογικόν να νιώθη ένοχος έναντι του Θεού και να τρέμη εις την ιδέαν ότι δεν «του επιτρέπεται» ούτε καν να σηκώνη και αυτούς τους οφθαλμούς του, ενώπιόν Του. Είναι δυστυχώς αι αμαρτίαι μας, τας οποίας, όσον μικράς και αν τας θεωρούμε, δεν παύουν να κλονίζουν τας μετά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σχέσεις μας. Τούτο διαπιστώνει ο καθένας, εάν απλώς μελετήση έστω και δι’ ολίγον, τας κατανυκτικοτάτας ευχάς και τα κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Εκεί θα εννοήση ότι αν οι Άγιοι ομιλούν τόσον ευτελιστικώς δια τον εαυτόν τους και τον εξαθλιώνουν, και τον θεωρούν άξιον μυρίων κολάσεων, πόσον μάλλον εμείς οι οποίοι αδρανούμε και δια τα πλέον στοιχειώδη δια την σωτηρίαν μας.
Εάν κάποιος, επίσης, εντρυφήση εις τα ιερά συναξάρια των Αγίων της Εκκλησίας μας, θα εκπλαγή με την στάσιν πολλών μαρτύρων, οι οποίοι θεωρούν ότι η θυσία του σώματός των είναι η ελαχίστη, με βάσιν εκείνο το λόγιον του Κυρίου μας˙ «όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοί εσμεν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ΙΖ 10). Τι να είπωμεν επομένως εμείς, οι οποίοι δεν έχομεν να επιδείξωμεν την παραμικράν θυσίαν δια την αγάπην του Θεού; Αναλογιζόμεθα, και όχι αδίκως, ότι κατά την ώραν της φρικτής απολογίας ημών, θα ευρεθώμεν αναπολόγητοι διότι εμακρύνθημεν του Παναγάθου Πατρός ημών και απεκόπημεν του ελέους και της φιλανθρωπίας Αυτού.

Η σωτήριος επιστροφή

Όμως ο Φιλάνθρωπος Δεσπότης δεν απέστρεψε το πρόσωπόν Του από την ανθρωπίνην ύπαρξιν. Ως διδασκόμεθα από την παραβολήν του Ασώτου υιού, περιμένει το απολωλός. Ανησυχεί δια την καθυστέρησιν και αναβολήν της επιστροφής του. Θλίβεται και πονεί δια τας εκουσίας πτώσεις του και δεν παύει να «κρούη την θύραν» της σκληράς καρδίας του. Και όταν αποφασίση ο άσωτος άνθρωπος να επιστρέψη εις τον Πατέρα του, τότε ο Γλυκύτατος εκείνος Πατέρας, «δραμών επιπίπτει επί τον τράχηλον αυτού και καταφιλεί αυτόν.». Ποίαν συγκινητικωτέραν συμπεριφοράν θα ημπορούσε να περιμένη και ο πλέον αισιόδοξος «Άσωτος»; Πόσον γλυκύτερα θα ωμιλούσε και η πλέον γλυκεία ανθρωπίνη γλώσσα; Ποίος κατά σάρκα πατήρ θα επεφύλασσε τοιαύτην υποδοχήν εις τον αποστάτην υιόν του, όσον μετανοημένος και αν επέστρεφεν ούτος εις αυτόν, αλλά και όσην αγάπην και κατανόησιν και αν διέθετεν ο συγκεκριμένος ούτος πατήρ; Μόνον ο Πανάγαθος και Πανοικτίρμων Θεός επιδεικνύει τοιαύτην συγκλονιστικήν αγάπην, ώστε να αφήνη τα «ενενήκοντα εννέα» και «επί τα όρη πορευθείς» να αναζητή «το πλανώμενον»!
Αυτήν την επιστροφήν αξιολογεί εν προκειμένω ο Απόστολος Παύλος, όταν μας παρουσιάζη τον Κύριόν μας, να αναμένη την επιστροφήν μας και να μας παρέχη την άνεσιν, όπως προσερχώμεθα αφόβως και μετά παρρησίας εις τον θρόνον Του δια να λάβωμεν την συγχώρησιν των αμαρτιών μας. Όχι δε μόνον την συγχώρησιν, αλλά και την χάριν Του και την ολόθυμον συνδρομήν και βοήθειάν Του, δια να αντιπαρέλθωμεν τας οίασδήποτε δυσκολίας και εμπόδια που δημιουργεί ο μισάνθρωπος εχθρός ημών.

Μετά παρρησίας

Η πλέον συγκινητική λέξις, όμως, είναι η λέξις «παρρησίας». Εδώ κρύπτεται, όχι τόσον το θάρρος που επιθυμεί να δώση ο Κύριος εις τον μετανοούντα και επιστρέφοντα εις αυτόν, αλλά περισσότερον την σφοδράν επιθυμίαν Αυτού του ιδίου λατρευτού Ιησού μας, όπως μας επαναφέρη εις το «αρχαίον κάλλος». Η «παρρησία» που μας επιτρέπει να έχωμεν ενώπιόν Του, εις ουδεμίαν περίπτωσιν αποτελεί παραχώρησιν δικαιωμάτων εις ημάς, όπως θεωρήσωμεν ότι συγκαταβαίνει ο Δεσπότης και συμβιβάζεται και αποδέχεται τας πτώσεις και αμαρτίας ημών. Αντιθέτως˙ η «παρρησία» μας παρέχεται ως ένδειξις αγάπης και Θείας επιθυμίας και αποτελεί την ώθησιν εκείνην, η οποία υπερνικά την οιανδήποτε επιφύλαξιν την οποίαν προσπαθεί να ενσπείρη ο αντίδικος και μισάνθρωπος Διάβολος.

Το μεγάλο λάθος

Η «παρρησία» δεν αποτελεί δικαίωμα ημών και κατάκτησιν, αλλά έκφρασιν υψίστης αγάπης και άκρας ταπεινώσεως του Σωτήρος μας. Αν δε ομιλήσωμεν δια «δικαίωμα», εν δικαίωμα μας παρέχεται και τούτο, της αναζητήσεως συγχωρήσεως και θεραπείας. Ενθυμούμεθα, υποθέτω, τον πρεσβύτερον υιόν της του Ασώτου παραβολής. Όχι εκ λάθους, – άπαγε της βλασφημίας – αλλά σκοπίμως παρέλειψεν ο Κύριος να μας διευκρινήση αν τελικώς εισήλθεν εις την πανηγυρίζουσαν Θείαν Ουράνιον κατοικίαν. Πολλάς πιθανότητας υποκρύπτει η εκ του Κυρίου, εσκεμμένη, επί του προκειμένου, παράλειψις, δια να μας υποχρεώση να θεωρήσωμεν ότι τελικώς ίσως έγινεν ούτος ο … δεύτερος άσωτος. Τούτο δε, διότι η παρεχομένη εις αυτόν παρρησία, την οποίαν απελάμβανε πλησίον του Πατρός, παρεξηγήθη υπ’ αυτού και εθεώρησεν εαυτόν κυρίαρχον και δικαιούχον και διαχειριστήν των ουρανίων δωρεών.
«Προσερχώμεθα ουν μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν». Ας θαυμάσωμεν το μεγαλείον της απείρου και ανεξικάκου αγάπης του Κυρίου μας και ας προσέλθωμεν, ναι, μετά παρρησίας, ζητούντες παρ’ Αυτού εκείνο που και Εκείνος θέλει˙ την επιστροφήν και μετ’ Αυτού αιωνίαν συγκατοίκησιν. Αμήν.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας