ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
9 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2017
Απόστολος: Φιλιπ. δ΄  4 – 9
Ευαγγέλιον: Ιωάν. ιβ´ 1 – 18
Εωθινόν: Των Βαΐων
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

«… όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά,
όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή,
όσα εύφημα, ει τις αρετή
και ει τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε˙»

Ενώ ευρισκόμεθα ολίγα μόλις «βήματα» προ της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος, τα παραπάνω λόγια του Θείου Αποστόλου Παύλου ίσως είναι η καλύτερη προϋπόθεσις και προετοιμασία δια να βιώσουμε τα Άχραντα Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τούτο δε, διότι η βίωσις των Αχράντων Παθών του Σωτήρος μας, συνιστά όχι μόνον προσοχή και καθαρότητα εις τα έργα και τα λόγια μας, αλλά κυρίως εις τους λογισμούς μας. Βεβαίως η καθαρότης αυτή απαιτείται κάθε στιγμή στη ζωή μας. Όταν όμως ευρισκώμεθα εις αγίας ημέρας και εορτάζωμεν γεγονότα άγια, τότε η προσοχή μας πρέπει να είναι περισσότερον τεταμένη.

Ιερόν άσυλον

Συμβαίνει πολλές φορές, να αισθανώμεθα κάποιαν ασφάλειαν όταν θεωρώμεν ότι έχομεν την άνεσιν να σκεπτώμεθα ελευθέρως και να διατηρώμεν απαραβίαστον και απρόσιτον, τον λογισμόν και την καρδίαν μας. Νιώθουμε ότι δικαιούμεθα να «ενεργούμεν» δια του λογισμού και των επιθυμιών μας, εκείνα τα οποία δεν θα ηδυνάμεθα η ίσως και δεν θα ετολμούσαμε να πράξωμεν, παρουσία άλλων ανθρώπων. Άσυλον, λοιπόν ο λογισμός μας, ίσως δε, ιερόν άσυλον, διότι έτσι μας το παρέδωσεν ο Κύριος και ανήκει πλέον εις την απόλυτον και ελευθέραν διαχείρισίν μας.
Ενώ όμως, ουδείς δύναται να προσεγγίση έστω και εις το ελάχιστον τον λογισμόν μας, ούτε ακόμη και αυτός ο πειρασμός, – ο οποίος δύναται μεν να ενσπείρη σκέψεις και να εικάζη τι θα ήτο δυνατόν να διαλογισθώμεν, δεν δύναται όμως να γνωρίζη επακριβώς την σκέψιν ημών – ο Κύριός μας ως, ο των κρυφίων γνώστης αλλά και δημιουργός ημών, έχει ακριβή γνώσιν των όσων ο άνθρωπος διαλογίζεται. Η παγγνωσία δε του Δημιουργού μας δεν τελειώνει μόνον εδώ, αλλά προχωρεί εις δυσθεώρητα βάθη και ύψη και πλάτη και καλύπτει με πλήρη ακρίβειαν και εκείνα τα οποία και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν δύναται να γνωρίζη. Επί παραδείγματι, το τι θα συμβή εις το μέλλον και τι … θα πράξωμεν και τι … θα είπωμεν και τι … θα σκεφθώμεν, αλλά και το, εις ποίαν χρονικήν στιγμήν, … «και ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς αυτού» (Εβρ. Δ  13).
Εις το σημείον τούτο και μόνον ενώπιον του Κυρίου μας, υποχωρεί το απαραβίαστον του ιερού ασύλου των σκέψεών μας. Μόνον ο Θεός έχει άμεσον και ακριβή γνώσιν των όσων κατεργάζεται ο ανθρώπινος νους και η ανθρωπίνη καρδία. Τούτο δε, ακούεται κάπως πικρόν εις τον ανυπότακτον άνθρωπον, αφού πλέον θα πρέπη να ελέγχη το κάθε τι που εισέρχεται εις τα ενδότερά του.

Η αρχή της πτώσεως και η αμαρτία

Μολύνεται αλλά και αγιάζεται αντιστοίχως ο άνθρωπος, από τας σκέψεις του και τούτο μαρτυρεί ο ίδιος ο Κύριος, όταν εκεί εις την επί του όρους ομιλίαν Του υπογραμμίζη ότι, «ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. Ε  28).
Εις τον νουν λοιπόν ενσπείρεται εν πρώτοις το κακόν υπό την μορφήν λογισμού. «Οι κακοί λογισμοί, λόγοι δαιμόνων εισί και παθών πρόδρομοι», λέγει ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος˙ και τούτο σημαίνει ότι ο πειρασμός γνωρίζει το πως θα προσεγγίση τον άνθρωπον και πως θα τον πείση να ενεργήση την αμαρτίαν. Εισέρχεται δια των αισθήσεων εις τον νουν και εκεί υποβάλλει, ο πεπειραμένος αυτός διδάσκαλος του κακού και της παρανομίας το απηγορευμένον και εφάμαρτον. Εν συνεχεία ο πεπωρωμένος άνθρωπος το αποδέχεται η ίσως ανανίπτων, το απορρίπτει. Και αν μεν το αποδεχθή, ήδη η αμαρτία συνετελέσθη κατά τον λόγον του Κυρίου και βαρύνει τον άνθρωπον. Εάν όμως απορριφθή το κακόν από τον νουν ως απαράδεκτον και εφάμαρτον, τότε ο άνθρωπος παραμένει καθαρός και αθώος ενώπιον του Θεού. Όταν δε ο νους δεχθή και συγκατατεθή εις την αμαρτίαν, τότε ο αμαρτωλός λογισμός γίνεται επιθυμία της καρδίας και εν συνεχεία ο άνθρωπος, δούλος πλέον της κακής του επιθυμίας, πράττει το κακόν.

Ο αγιασμός της ψυχής

 Την ιδίαν ακριβώς πορείαν ακολουθεί αντιστοίχως και η ενάρετος πράξις. Υπό την μορφήν λογισμού εισέρχεται εις τον άνθρωπον και αντιθέτως προς το κακόν, αγιάζει τον άνθρωπον. Εδώ ακριβώς εστιάζει την προσοχήν του ο Απόστολος Παύλος και μας παροτρύνει να σκεπτώμεθα και να επιθυμούμεν, «όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσ­φιλή, όσα εύφημα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος» (Φιλιπ. Δ  8). Με τον αγαθόν λογισμόν η χάρις του Θεού ευρίσκει τόπον εις την αγωνιζομένην ψυχήν, και ενεργεί αγιάζουσα τον χριστιανόν. Ο Κύριος πλέον υπερασπίζεται τον κοπιώντα και παλαίοντα προς τους αοράτους εχθρούς και απαλλάσσει τούτον του ψυχικού μολυσμού.
Γνωρίζομεν, δυστυχώς, ότι οι πονηροί και ακάθαρτοι λογισμοί περνούν ευκολώτερον και εις τον νουν αλλά, πολλάκις, και εις την καρδίαν μας, λόγω της φιλαμαρτήμονος φύσεώς μας. Δυσκολώτερον δε, αντιστοίχως, οι άγιοι και ευλογημένοι λογισμοί εισέρχονται, αφού εις εκείνους αφ’ ενός δημιουργούνται τα εμπόδια υπό του παμπονήρου και μισανθρώπου διαβόλου, αλλά και αφ’ ετέρου, ο ασθενής και ανίκανος προς το αγαθόν άνθρωπος, μόνον υπό της Θείας αρωγής και βοηθείας δύναται να επιτύχη.

«Ταύτα λογίζεσθε»

Θα κλείσωμεν την παρούσαν ομιλίαν, αναφερόμενοι εις τας Αγίας ημέρας τας οποίας προσεγγίζομεν και την καθαρότητα η οποία απαιτείται από ημάς τους Χριστιανούς. Θα ακούσωμεν το εσπέρας της Κυριακής των Βαΐων και εις τον όρθρον της Μεγάλης Δευτέρας, την πρόσκλησιν που μας απευθύνει η αγία μας Εκκλησία δια του υμνογράφου, «δεύτε ουν και ημείς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώ­μεν και νεκρωθώμεν δι’ Αυτόν ταις του βίου ηδοναίς».
Η πρόσκλησις αύτη μας τιμά ιδιαιτέρως αλλά και μας επιβαρύνει με την προσπάθειαν της, κατά το δυνατόν, αντιστοίχου, προς την καθαρότητα του μόνου αναμαρτήτου Κυρίου μας, καθαρότητός μας, συμπορεύσεως εις τον Γολγοθά και συσταυρώσεως ημών μετά του οδυνωμένου και πάσχοντος δια τας εμάς αμαρτίας γλυκυτάτου Ιησού μας.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας