ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Share:

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ
16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018
Απόστολος: Κορ. γ΄ 4 – 11
Ευαγγέλιον: Λουκ. ιδ΄ 16 – 24, Ματθ. κβ΄ 14.
Ήχος: δ΄ .- Εωθινόν: Ζ΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

“Και ήρξαντο από μιας παραιτείσθαι πάντες” (Λουκ. ΙΔ΄ 18).
Μία ιδιαιτέρως κολακευτική πρόσκλησις.

Ο κάθε άνθρωπος, – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων – φίλοι αναγνώσται, έχοντας μέσα του τον “στοιχειώδη” εγωϊσμό, επιδιώκει και αναζητεί την διάκριση. Εκτός των ελαχίστων εκείνων που αρέσκονται εις την αφάνειαν και οι οποίοι … κρύπτονται από τα μάτια του κόσμου, οι πλείστοι αναζητούν την … επιφάνειαν και την διάκρισιν, την κοσμικήν αποδοχήν και την δόξαν. Θεωρούν “υψίστην τιμήν” να προσκαλούνται υπό επωνύμων ακόμη και δια μίαν χειραψίαν η να συμφάγωσι εις ένα επίσημον γεύμα η δείπνον μετά εξεχόντων κοσμικών προσώπων η να φωτογραφηθώσι μετά τινος τραγουδιστού η ποδοσφαιριστού η άλλου τινος. Κοιμούνται και ξυπνούν με την φαντασίαν των να οργιάζη κυριολεκτικώς, επιζητούντες την δημοσίαν αποδοχήν και εκτίμησιν και την άνοδόν των εις αξιοπροσέκτους θέσεις και καθέδρας.
Τοιαύτας θέσεις και παρόμοιον δείπνον αλλά και εξ ίσου τιμητικάς προσκλήσεις, ακούομεν σήμερον εκ του Ιερού Ευαγγελίου. Θέσεις επισήμων συνδαιτυμόνων εις πλουσιώτατον δείπνον, τας οποίας όμως οι τιμητικώς προσκεκλημένοι … δεν ετίμησαν και απουσίασαν προκλητικώς! Τι συνέβη; Ήσαν ταπεινοί και ήθελον την απομόνωσιν και αφάνειαν; Ηγάπων την φυγήν και την ησυχίαν; … Όχι, αδελφοί μου! Τίποτε από αυτά δεν συνέβαινεν! Αντιθέτως θα ελέγομεν, – συμφώνως προς την έκβασιν της αφηγήσεως – ότι οι συνδαιτυμόνες εκείν­οι, χαρακτηρίζονται από άκρατον εγωϊσμόν και επιδεικνύουν αχαρακτήριστον χυδαιότητα και προκλητικότητα, στην ευγένειαν και καλωσύνην του καλού και ευγενούς εκείνου άρχοντος. Η μεν πρόσκλησις τιμητική και “υψηλή”, οι δε προσκεκλημένοι, ανάξιοι και “χυδαίοι”!

Η προσβολή και η αντίδρασις

Τι, όμως, συνέβη; Συμφώνως προς την αφήγησιν του Ιερού Ευαγγελίου, όταν έφθασεν η ημέρα και η ώρα του επισήμου εκείνου Δείπνου, οι επίσημοι προσκεκλημένοι δεν παρουσιάσθησαν … Ο ευγενής άρχων, ο οποίος και τους είχε τιμήσει δια της προσκλήσεως, απορών δια την απουσίαν, στέλλει υπηρέτην, “ειπείν τοις κεκλημένοις• έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμά εστι πάντα” (Λουκ. ΙΔ 17). Η επιστροφή, όμως, και η ενημέρωσις που δέχεται εκ του υπηρέτου, είναι απροσδόκητος. “Και ήρξαντο από μιας παραιτείσθαι πάντες. Ο πρώτος είπεν αυτώ• αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν• ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Και έτερος είπε• ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε, και πορεύ­ομαι δοκιμάσαι αυτά• ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Και έτερος είπε• γυναίκα έγημα, και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν” (Λουκ. ΙΔ 18-20). Δια σαθρών και ανυποστάτων δικαιολογιών, επιχειρούν να αποστασιοποιηθούν και να αιτιολογήσουν την απουσίαν τους. Άλλος προεφασίσθη ότι θα επήγαινε εις τον αγρόν του, άλλος, θα εδοκίμαζε και θα ηργάζετο με τα πέντε ζεύγη βοών. Άλλος, τέλος, ότι ως νεόνυμφος, δεν θα ηδύνατο να υπάγη εις το Δείπνον.
Αι δικαιολογίαι, όμως, αύται, δεν επαρκούν και δικαιολογημένως εξοργίζουν τον άρχοντα. Αισθάνεται την βαρυτάτην προσβολήν, βλέπει ότι η κοινή συνισταμένη των προσκεκλημένων είναι η υβριστική των διάθεσις, η τράπεζα είναι έτοιμη, δια να δεχθή τους συνδαιτυμόνας και δεν προτίθεται να συνεχίση να παρακαλή … Στέλλει αμέσως τον υπηρέτην του να εύρη ανθρώπους διατεθειμένους να σεβασθούν το Δείπνον και να δεχθούν την πρόσκλησίν του, όπως προσέλθουν και συμφάγουν μαζί του. “έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και αναπήρου­ς και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε” (Λουκ. ΙΔ 21). Βλέπων δε, ότι “έτι τόπος εστί”, στέλλει εκ νέου τον δούλόν του, – “έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμισθή ο οίκος μου” (Λουκ. ΙΔ 23) – και παρακαλεί πλέον και αναγκάζει και αγωνιά, δια να γεμίση η τράπεζά του. Φαίνεται σαν να έχη “πεισμώσει” και δια τούτο κατακλείεται η συγκεκριμένη παραβολή, με την οργισμένην διαβεβαίωσιν του άρχοντος, “Λεγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου” (Λουκ. ΙΔ 24). Είναι αυτονόητον ότι δεν μας εκπλήσσει η συμπεριφορά του ευγενούς εκείνου άρχοντος, αφού εις παρομοίας περιπτώσεις και οι πλέον πράοι και αγαθοί, ταράσσονται και οργίζονται και εκδικούνται.

Η ερμηνεία της παραβολής

Δεν είναι δύσκολον, αδελφοί μου αναγνώσται, να αντιληφθούμε, τα πρόσωπα αλλά και τας μελλούσας καταστάσεις, αι οποίαι “κρύπτονται” όπισθεν των περιγραφομένων. Και εν πρώτοις, ο ευγενής εκείνος άρχων ο προσκαλών εις την εαυτού τράπεζαν και παραθέτων το πλουσιώτατον Δείπνον, είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος καλεί και προσκαλεί εις το Ουράνιον Δείπνον Του, την Θείαν Κοινωνίαν, όλους εκείνους που είχον την τιμήν να είναι βεβαπτισμένοι εις το Όνομα της Αγίας Τριάδος. Είμεθα εκείνοι οι οποίοι πολλάκις προσβάλλομεν την τιμητικήν πρόσκλησιν του Ουρανίου Πατρός και αδιαφορούμεν δια το μέγιστον τούτο και ουράνιον Δει­πνον. Είμεθα εκείνοι οι οποίοι, εις τας επανειλημμένας εκκλήσεις και υπενθυμίσεις του Χριστού μας, μετερχόμεθα σωρείαν ατόπων και ανυποστάτων δικαιολογιών και κατ’ ουσίαν περιφρονούμεν τον Ουράνιον Οικοδεσπότην. Είμεθα, τέλος, εκείνοι, οι οποίοι στρεφόμεθα εις πάσαν άλλην ενέργειαν και εργασίαν, προκειμένου να αποστασιοποιηθούμεν από το Ύψιστον Ουράνιον Δείπνον της Θείας Ευχαριστίας. Την τράπεζαν εκείνην, δια της οποίας ο Κύριος μας καθιστά συσσώμους και συναίμους του Αγίου Του Σώματος και Αίματος, αλλά και μετόχους της Ουρανίου Βασιλείας Του.
Οι πτωχοί και ανάπηροι και χωλοί και τυφλοί, αλλά και εκείνοι που εκλήθησαν κατά την δευτέραν αποστολήν του υπηρέτου, είναι όλοι εκείνοι τους οποίους νομίζομεν “απορριπτέους” της σωτηρίας και τους οποίους ο Δεσπότης Χριστός θα καλέση, προκειμένου να επαισχυνθούμε όλοι ημείς οι περιφρονηταί της Θείας προσκλήσεως. Είναι εκείνοι οι οποίοι δεν ευτύχησαν να διδαχθούν τα νάματα της Θείας και αμωμήτου Πίστεώς μας και ευρέθησαν και μη θέλοντες μακράν των Αγίων Μυστηρίων και της Εκκλησίας. Είναι, ακόμη, εκεί­νοι τους οποίους ο Πανοικτίρμων Κύριος θα καλέση και τιμήση, διότι και εκείνοι ήθελον την εύνοιαν και χάριν της Θείας Αγάπης.
Αλλά και το δεύτερον Δείπνον το οποίον “διακρίνεται” εις την οργίλην απάντησιν του Ουρανίου Βασιλέως, είναι η αιώνιος ευφροσύνη της Ουρανίου Βασιλείας, η ητοιμασμένη από καταβολής κόσμου, “τοις αγαπώσιν Αυτόν”. Είναι το Δείπνον εκείνο το οποίον υπόσχεται ο Κύριός μας εις εκείνους οι οποίοι θα τιμήσουν και θα τιμηθούν από την Θείαν Μετάληψιν και βρώσιν του Παναγίου Σώματος και του Πανακηράτου Αίματος του Δεσπότου. Είναι η αιωνία παράκλησις και Θεία ανέκφραστος ηδονή την οποίαν, είθε, να απολαύσωμεν. Αμήν.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Πατρών

Previous Article

Οι Άγιοι δια τους αιρετικούς

Next Article

«Ἡ χρυσοστομική παιδαγωγική περί τῶν ἐσχάτων»: κ. Ἀλέξιος Παναγόπουλος

Διαβάστε ακόμα