Η θεσμική καταπίεσις της Εκκλησίας από το Κράτος

Share:

Του Μοναχού Αββακούμ Αγιορείτου

Κατά μία απλή και αρκετά κατανοητή για τον καθένα έκφραση, δηλωτική της ισχύουσας τυπολογίας σχέσης Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα, είναι «η βάσει διακριτών ρόλων συν­ύπαρξη», που αντιστοιχεί η ακριβέστερα κινείται μεταξύ της «ομοταξικής παραλληλίας» (αμοιβαίως ισότιμη αντιμετώπιση εκ μέρους των δύο πλευρών, βάσει συγκεκριμένου γραπτού θεσμικού πλαισίου) και της «συναλληλίας» της και προσιδιάζουσας περισσότερο στα δεδομένα της Ελλάδας και της Ορθοδοξίας, πλην όμως όχι και επαρκώς τηρουμένης.

Γι’ αυτό και το ζήτημα στη σχέση Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα δεν είναι τόσο η αναζήτηση μιας άλλης εκδοχής τυπολογίας σχέσης, όσο η επαρκής εφαρμογή της ισχύουσας και η θεμελίωσή της έτι περαιτέρω επί ενός ποιοτικώς αναβαθμισμένου αμοιβαίου φρονήματος εμπιστοσύνης, αλληλοκατανοήσεως και αλληλοεκτιμήσεως, τροφοδοτούμενου και ζωογονούμενου προπαντός αυτού του φρονήματος από την εκκλησιοποιητική (ενοποιητική- σωστική) δύναμη του Μυστηρίου της Εκκλησίας και την δυναμική της έχουσας και βιώνουσας εν Χριστώ ζωή κοινωνίας (εκκλησιαστικού σώματος), υπό τον αγιαστικό αγιοπνευματικό σύνδεσμο της ειρήνης και της αγάπης.

Υπάρχοντας η Εκκλησία και το Κράτος στον αυτό συγκεκριμένο χώρο (τόπο – επικράτεια), υπόκεινται ωσάν σε μια αναπόδραστη δεοντολογία συνύπαρξης, είτε υπό θετική έννοια (αγαστή συνεργασία με διακεκριμένους ρόλους) είτε υπό αρνητική έννοια (υπαγωγή μιας πλευράς στην άλλη, σύγχυση η και σύγκρουση) αποκλειομένης εκ προοιμίου μιας «ουδετερότητας» συνύπαρξης, καθώς τούτο είναι ανεδαφικό και ανεφάρμοστο.

Κατά παρέμβαση η νοηματική παραφθορά (εις βάρος της συναλληλίας) έχει χρησιμοποιηθεί και ο όρος «της νόμω κρατούσης Πολιτείας»1. Το λεκτικό αυτό εφεύρημα, προχωρώντας σταδιακά και «αθόρυβα» σε εφαρμογή, μπορεί να αποτελέσει «δούρειο ίππο» αλώσεως της συναλληλίας. Και μόνο ως λεκτική διατύπωση αναδίδει δυσανεκτική οσμή πολιτειοκρατίας. Ακόμη και αυτοί, που κόπτονται υπέρ της θρησκευτικής και εκκλησιαστικής «ουδετερότητας» του κράτους και υπέρ του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, στα μύχια της σκέψης τους και των προθέσεών τους είναι η εγκαθίδρυση (μέσω της προωθήσεως της αρχής «της νόμω κρατούσης πολιτείας») ενός πολιτειοκρατικού καθεστώτος.

Κατά την περίπτωση της παραλληλίας υπάρχουν δύο εκδοχές ήτοι (α) του πλήρους χωρισμού και (β) του χαλαρού χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας. Οι εκδοχές αυτές συναντώνται σε χώρες της Δύσης και είναι κατοχυρωμένες είτε με συμβάσεις (κονκορδάτα) είτε με Συνταγματικά Κείμενα, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Ας τονισθεί στο σημείο αυτό, ότι μπορεί να γίνεται λόγος περί «χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, ωστόσο αυτός ο όρος στην πρα­γματικότητα χρησιμοποιείται κατ’ επίφαση, διότι και στις περιπτώσεις «χωρισμού» (Κράτους και Εκκλησίας) δεν εκλείπει η έννοια της σχέσης, η οποία θεμελιώνεται και σε επίσημα κείμενα.

Επίσης είναι απαραίτητο να επισημανθεί (α) ότι η εν λόγω περίπτωση (της παραλληλίας με τις δύο εκδοχές χωρισμού) μπορεί να προσιδιάζει στη Δύση του κατακερματισμένου (πολυ-ομολογιακού) χριστιανισμού, δεν προσιδιάζει όμως καθόλου στην πραγματικότητα της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού και (β) ότι το «καθεστώς» αυτό σχέσης Κράτους και Εκκλησίας, βρίσκεται στην πραγματικότητα διαρκώς υπό συνθήκες «εύθραυστης ισορροπίας» και με τάσεις απόκλισης εκ μέρους του κράτους είτε προς ευμενή «ουδετερότητα» (που δεν είναι ουδετερότητα) είτε προς δυσμενή «ουδετερότητα», που επίσης δεν είναι ουδετερότητα και που οδηγεί σε εχθρότητα και σε σύγκρουση2.

Επειδή η Εκκλησία δεν υποτάσσεται εις την Ε.Ε. τιμωρείται

Υπάρχουν δύο μεγάλοι σταθμοί στην Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, οι οποίοι είναι συνάμα και ιδιαίτερης σημασίας σταθμοί στη σχέση Κράτους και Εκκλησίας:

Με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας και τη συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους (1822-1832) εκδηλώνεται και ο υπερπροστατευτικός εναγκαλισμός της Εκκλησίας από το Κράτος. Δεδομένου δε ότι με την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 οι Επισκοπές και Μητροπόλεις των επαναστατημένων περιοχών της Ελλάδος διέκοψαν διαμιάς κάθε επικοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, (πράγμα, βέβαια, που δεν σήμαινε και παύση της κανονικής τους υπαγωγής σ’ αυτό) ο προαναφερθείς υπερπροστατευτικός εναγκαλισμός κατέληξε στην υπαγωγή (διοικητικώς) των Επισκοπών και των Μητροπόλεων αυτών στο Κράτος. Πιο συγκεκριμένα, τούτο στην πράξη σήμαινε θεσμοθέτηση διοικητικής υπαγωγής της Εκκλησίας στο Κράτος και εμφάνιση στο προσκήνιο με αξιώσεις της πολιτειοκρατίας. Επισφράγισμα όλων αυτών ήταν η υπογραφή στις 23.7.1833 του Βασιλικού Διατάγματος, που περιείχε τη «Διακήρυξη περί της Ανεξ­αρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας»3. Έκτοτε, όσα έγιναν (και παρά την έκδοση του Πατριαρχικού και Συν­οδικού τόμου του 1850 με τον οποίο έγινε η αναγνώριση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος) μοιάζουν ωσάν να φέρνουν μαζί τους και συνάμα αναπαράγουν «τη ζύμη» εκείνης της χρονικής περιόδου.

Ο άλλος ιστορικός σταθμός σημειώνεται 150 χρόνια μετά (1981) με την είσοδο της Ελλάδας ως κανονικού μέλους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Σε όλη τη διάρκεια των δύο δεκαετιών που ακολούθησαν, εκδηλώθηκαν εντελώς διαφορετικά η μάλλον αντιφατικά «αισθήματα» του Κράτους προς την Εκκλησία και σχεδόν… καθιερώθηκε μία τακτική ενός περίεργου και πάντως όχι καλοπροαίρετου συνδυασμού από ανακολουθίες, από θεσμοθετήσεις αντίθετες προς τη συνείδηση της Εκκλησίας, από προκλήσεις εντάσεων, αλλά ενίοτε και από κατευναστικές παρεμβάσεις…

Από τη συσχέτιση των δύο ανωτέρω ιστορικών σταθμών αναδύονται τούτες οι δύο πολυσήμαντης σημασίας και νοηματοδοτήσεως επισημάνσεις:

Όταν το νεοσύστατο, μετά την Ελληνική Επανάσταση κράτος, αναζήτησε στήριγμα για εδραίωση και διασφάλιση της ανεξαρτησίας του και της επιβιώσεώς του, βρήκε στην Εκκλησία τον καλύτερο εγγυητή προς το σκοπό του αυτόν.

Όταν μετά 150 χρόνια (και προπαντός στη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα) το Κράτος διαμόρφωσε ως ιδεώδες του όχι την ανεξαρτησία του, αλλά την υπαγωγή του (και την ενδεχόμενη μακροπροθέσμως υποταγή του) σε ένα διακυβερνητικό οργανισμό, ο οποίος ξεκίνησε ως Οικονομική Ένωση (ΕΟΚ), εξελίχθηκε σε Κοινότητα (Ευρωπαϊκή Κοινότητα) και μετεξελίχθηκε σε Ένωση (Ευρωπαϊκή Ένωση), τότε επεζήτησε και επεδίωξε τη ρήξη της σχέσης του με την Εκκλησία, αφού διεπίστωσε και βεβαιώθηκε, ότι αυτή (η Εκκλησία) δεν συγκατατίθεται να συμπαρασυρθεί μαζί του σε μία τέτοια «συν-υπο-ταγή» και «συν-αλλοτρίωση».

Το σημείο αυτό φαίνεται πως είναι και το κυρίως συγκρουσιακό σημείο απ’ όπου και πρέπει να ξεκινά το μάζεμα του μίτου της Αριάδνης για την έξοδο από περιπλοκές και αδιέξοδα στη σχέση Κράτους και Εκκλησίας, αδιέξοδα τα οποία προκλήθηκαν και εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια του 2000 από μία Κυβέρνηση, που αποδείχθηκε εντελώς απρόβλεπτη με τις ανακολουθίες της και προπαντός απορριπτική προς την κατεύθυνση στοιχειώδους επικοινωνίας με την ποιμαντική και διοικητική ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος – μία στάση αχαρακτήριστη και σε τέτοιο βαθμό αρνητική επικοινωνιακή τοποθέτηση απέναντι στην Εκκλησία, που δεν έχει το προηγούμενό της.

Παράλληλα με αυτή την διακοπή της επικοινωνίας της με την Εκκλησία της Ελλάδας η ελληνική Πολιτεία άνοιξε αιφνιδίως (επίσης μέσα στο 2000) διάπλατες πύλες διπλωματίας με το Βατικανό και προπαντός φιλοφροσύνης προσωπικώς με τον ίδιο τον Πάπα (προδήλως αλόγιστες και σπασμωδικές κινήσεις αντιπερισπασμού κατά της Εκκλησίας της Ελλάδας η ακριβέστερα, επεκτάσεως και παρατάσεως της εντάσεως στη σχέση Κράτους και Εκκλησίας), ενώ παραλλήλως φαίνεται να την ενδιαφέρει αδήλως – προδήλως (την ελληνική Πολιτεία) η συντήρηση μιας τριβής μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Φαίνεται δε πως θα εκινητοποιείτο κάθε μηχανισμός, για να επέλθει βαθειά ρήξη μεταξύ των δύο Εκκλησιών (της Ελληνικής και της Μεγάλης εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας), εάν δεν υπεισήρχοντο, ως ανασχετικός παράγοντας, οι ενδοιασμοί του Κράτους, ότι μία ενδεχόμενη διεύρυνση (αύξηση-αναβάθμιση) της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ελλάδος θα καθιστούσε πιο ισχυρή τη θέση (της Εκκλησίας της Ελλάδος) διοικητικώς και, γενικότερα, θεσμικώς μα προπαντός θα περιέρχονταν σε διακύβευση οι ιδιάζουσας μορφής πολιτειοκρατικές βλέψεις της ελληνικής Κυβερνήσεως – βλέψεις, οι οποίες φαίνονται ωσάν να αξιώνουν να καταστήσουν την πολιτειοκρατία «κατεστημένο» στην Ελλάδα -το λίκνο της Ορθοδοξίας.

Εύλογο είναι βέβαια, σε σχέση με τις επισημάνσεις αυτές, να διερωτηθεί κάποιος: Για κάθε τι εκάστοτε μη θετικό η και πολύ δυσάρεστο στη σχέση Κράτους και Εκκλησίας είναι πάντοτε άμοιρη ευθυνών η διοικητική και ποιμαντική ηγεσία της Εκκλησίας;

Το εύλογο αυτό ερώτημα έχει πάρει κατά καιρούς την απάντησή του από την ίδια την Εκκλησία, μέσω διακεκριμένων εκπροσώπων της διοικητικής της και ποιμαντικής της ηγεσίας. Πάντα αναδεικνύονται μέσα στην Εκκλησία εκείνες οι φυσιογνωμίες, που διαθέτουν την ανάλογη γενναιότητα πνεύματος (συνεργεία της θείας χάριτος) να αναγνωρίζουν τις όποιες κατά καιρούς περιπτώσεις ολιγωρίας και παράληψης η επιλογής και δράσης, που εκ των υστέρων αποδεικνύετο λανθασμένη – ήτοι γενναιότητα πνεύματος για ανάληψη ευθυνών, κατά το αναλογούν, κατά περίπτωση και περίσταση, μερίδιο.

Σημειώσεις:

1. Βλ. επίσης σχετική θεώρηση του όρου αυτού στο «Η Εκκλησία μέσα στην Ελληνική Πολιτεία» του Αρχιμανδρίτου Κωνσταντίνου Ραμιώτη, εκδ., Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις, Αθήνα 1997, σ. 101-105. 2. «Είναι απαραίτητο να κατανοηθεί ότι δεν έχουν ούτε να μοιραστούν ούτε να χωρίσουν καμιά εξουσία το Κράτος και η Εκκλησία. Στη σχέση της θεσμικής συνύπαρξής τους το Κράτος και η Εκκλησία, ασκούν την εξουσία τους η κάθε πλευρά μακριά από τάσεις και διαθέσεις «ταύτισης» η αλληλοεπικάλυψης και αλληλοϋποκατάστασης αυτών των εξουσιών, καθώς η καθεμιά από αυτές τις εξουσίες είναι διαφορετικής υφής και προέλευσης. Και οι δυό εξουσίες (Κράτους και Εκκλησίας) απευθύνονται και αφορούν σε κοινωνία ανθρώπων, αλλά η μεν κρατική έχει ανθρώπινη προέλευση και ασκείται με κανόνες δικαίου ανθρώπινης προέλευσης (νόμους), η δε εκκλησιαστική εξουσία έχει θεία προέλευση και ασκείται όχι δικανικώς και εξαναγκαστικώς, αλλά με τη χάρη, το κάλλος και τη δύναμη των πλουσίως υπαρχόντων χαρισμάτων μέσα στην Εκκλησία και τους θεραπευτικούς της ιερούς κανόνες», βλ. Μοναχού Αββακούμ, ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΙΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ ΚΑΙ Η ΔΙΩΞΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Αθήνα 2001, σ. 112. 3. Διακήρυξη Ανεξ­αρτησίας (υπό την έννοια διακοπής των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο), αλλά συνάμα αποτελούσε ως προς το περιεχόμενό της… «Διακήρυξη» επισημοποιήσεως της εφαρμογής πολιτειοκρατικού συστήματος (ήτοι, διοικητικού συστήματος, βάσει του οποίου, η Εκκλησία καθίσταται υπαγόμενη διοικητικώς – αλλά και υπό ευρύτερη έννοια υποταγμένη – στο Κράτος).

Σημ. «Ο.Τ.»: Το ανωτέρω άρθρον απεστάλη από τον Αγιορείτην Μοναχόν π. Αββακούμ και περιλαμβάνει αποσπάσματα από το βιβλίον του «Το νόημα της σχέσης θεσμικής συνύπαρξης Κράτους και Εκκλησίας».

Previous Article

«Να φοβάστε την οργή των νεκρών»!

Next Article

Ιερά Σύνοδος: Παρουσίαση του ΣΤ’ Τόμου για το 1821

Διαβάστε ακόμα