Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο

«Τεκνία μου, μη αγαπώμεν λόγω μηδέ τη γλώσση, αλλά εν έργω και αληθεία» (Α  Ἰωάν. γ  18).

  • Ο Όσιος Αγάθων εξέφρασε την εξής αγαθή επιθυμία: «Ήθελα να βρω ένα λωβό (λεπρό), και εγώ μεν να πάρω το λεπρό σώμα του, σε αυτόν δε να του δώσω το δικό μου υγιές σώμα».

Πράγματι ο Όσιος Αγάθων βρήκε στην αγορά ένα ξένο παρατημένο ασθενή, χωρίς να τον φροντίζη κανείς. Έτσι νοίκιασε σπίτι και τον φρόντιζε έξη μήνες, έως ότου έγινε καλά. Αγάπη με έργα και όχι με λόγια. Η αγάπη απαιτεί θυσίες και πίστη. Αυτή την θυσία ο Άγιος Παΐσιος την ονόμαζε Πνευματική αρχοντιά.

  • Διαβάζουμε στο Γεροντικό:

Όταν ο Όσιος Σάββας ο Ηγιασμένος ήτο υποτακτικός στο Μοναστήρι του Αγίου Ευθυμίου, πολύ νέος ακόμη στην ηλικία, του είχαν αναθέσει να ετοιμάζη το ψωμί των αδελφών. Μία βροχερή ημέρα, ενώ ζύμωνε, μπήκε ένας αδελφός στο φούρνο κι άφησε τα βρεγμένα ρούχα του να στεγνώσουν. Ο Σάββας που δεν είχε ιδή τι είχε κάνει ο άλλος, άναψε το φούρνο. Εν τω μεταξύ ήλθε κι εκείνος να τα πάρη και σαν είδε το φούρνο αναμμένο, από τη λύπη του κόντευε να κλάψη, γιατί δεν είχε άλλα ρούχα κι εκείνα που φορούσε ήσαν δανεικά.

Βλέποντας ο Σάββας τη στενοχώρια του αδελφού δεν έχασε καιρό. Μ’ ένα πήδημα βρέθηκε μέσα στο φούρνο και μάζεψε τα ρούχα.

Και τι θαύμα! Ούτε τα ρούχα είχαν πειραχθή καθόλου από τη φωτιά, ούτε ο συμπαθέστατος νέος έπαθε τίποτε. Δεν τον έθιξαν οι φλόγες όχι για την ευσέβειά του, όπως τους τρεις Παίδας, αλλά για την φιλαδελφία του.

  • Ο Όσιος Θεόδουλος (3 Δεκ.) έζησε στα χρόνια, που βασίλευε ο Θεοδόσιος ο Μεγάλος. Όταν πέθανε η γυναίκα του, έγινε Μοναχός και ανέβη σε κάποιο στύλο και έμεινε σε αυτό τριάντα χρόνια. Έτσι αξιώθηκε ο αοίδιμος να λάβη χαρίσματα από τον Θεό. Δεν έτρωγε φαγητό παρά μόνο κάθε Κυριακή μετελάμβανε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έτρωγε αντίδωρο και τίποτα άλλο εκτός από αυτό. Μετά ενοχλήθηκε από λογισμό και παρακαλούσε τον Θεό να του δείξη, με ποιόν είναι ίσος και όμοιος στην αρετή. Τότε άκουσε μια φωνή που του έλεγε ότι είναι όμοιος με τον Κορνήλιο τον Μίμο, που κατοικούσε στην Δαμασκό και ωνομάζετο Πανδούρος.

Πράγματι πήγε στην Δαμασκό και αφού τον βρήκε τον ρώτησε να μάθη την ζωή του. Ο Κορνήλιος απάντησε: «Εγώ, Πάτερ, από μικρός συναναστρεφόμουνα με ηθοποιούς και με χορευτάς και έβγαζα τα αναγκαία. Όταν όμως έμαθα για τις αμαρτίες μου και σκέφθηκα την μέλλουσα κρίση, εγκατέλειψα τα συνηθισμένα και προσπαθούσα να κάνω καθαρή ζωή και ελεημοσύνη. Αυτό μόνο και τίποτα άλλο.

Όμως ο Θεόδουλος επέμενε πολύ, οπότε τον ανάγκασε να του πη και τις λοιπές αρετές του. Του είπε: «Προ ολίγου καιρού, Πάτερ, άγιε, μια γυναίκα περιφανής, λάμπουσα από δόξα και πλούτο και σωφροσύνη, η οποία συνεζεύχθη άνδρα άσωτο και ακρατή, ο οποίος κατασπατάλησε την περιουσία της σε ασωτί­ες, δανείσθηκε χρήματα και επειδή δεν μπορούσε να τα δώση ρίφθηκε στην φυλακή. Έτσι η γυναίκα του στενοχωρήθηκε πολύ και άρχισε να ζητιανεύη. Εγώ όταν έμαθα το γεγονός και επειδή κινδύνευε και ο άνδρας της να πεθάνη στην φυλακή και αυτή να πέση στην μοιχεία, επειδή ήταν ωραιοτάτη, την ρώτησα «Πόσο, γυναίκα, έχετε χρέος»; Αυτή απάντησε: «Τετρακόσια νομίσματα, αυθέντη μου». Εγώ λογάριασα τα πράγματά μου, που έκαναν διακόσια τριάντα νομίσματα. Επειδή αυτά δεν έφθαναν, πώλησα και μερικά στολίδια, που είχα και επί πλέον τα καλύτερα ρούχα μου και έτσι συγκέντρωσα τα τετρακόσια νομίσματα και τα έδωσα στην γυναίκα και της είπα. «Πάρε αυτά, και πήγαινε εν ειρήνη, για να ελευθερώσης τον άνδρα σου από την φυλακή. Παρεκάλεσε δε τον φιλάνθρωπο Κύριο με όλη την καρδιά σου, για να ελεήση και εμένα τον αμαρτωλό κατά την ημέρα της Κρίσεως».

Αυτά όταν τα άκουσε ο Θεόδουλος ευχαρίστησε τον Κύριο και επέστρεψε πάλι στον στύλο.

* * *

Ο Άγιος Παΐσιος εξηγεί τι είναι η πνευματική χαρά.

– Γέροντα, κάθε άνθρωπος που ζη κατά Θεόν έχει πνευματική χαρά;

– Φυσικά! Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάη και, για να αγαπάη, πρέπει να πιστεύη. Δεν πιστεύ­ουν οι άνθρωποι και γι  αὐτὸ δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν, θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από την θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά.

– Γεροντα, χαίρεσαι, όταν αγαπάς.

– Όχι, ανάποδα το είπες! Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθή η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρωνται οι άλλοι.

– Δηλαδή, Γεροντα, η χαρά απορρέει από κάπου, ενώ η αγάπη υπάρχει από μόνη της;

– Έτσι είναι· η αγάπη υπάρχει από μόνη της, ενώ η χαρά πη­γάζει από την αγάπη. Όταν δίνης την αγάπη, τότε έρχεται η χαρά. Δινει αγάπη ο άνθρωπος και δέχεται χαρά· ανταμείβεται δηλαδή με την χαρά που νιώθει. Βλέπεις, κάποιος παίρνει ένα πράγμα που του δίνουν και χαίρεται γι  αὐτὸ το ένα. Άλλος τα δίνει όλα και χαίρεται για όλα. Η χαρά που νιώθει ο άνθρωπος, όταν παίρνη, είναι χαρά ανθρώπινη. Ενώ η χαρά που νιώθει, όταν δίνη, είναι θεϊκή. Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο!

Από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Ε , Πάθη και Αρετές, εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2006, σ. 300.

Παντοκράτορας