Και Μητροπολίτες της Βουλγαρικής Εκκλησίας ομιλούν

Share:

Βαρυσήμαντη δήλωση τριών Μητροπολιτών της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δημοσίευσε η ιστοσελίδα της Βουλγαρικής Εκκλησίας bg-patriarshia.bg. Αμείλικτα τα ερωτήματα που θέτουν και οι επισημάνσεις που κάνουν. Άραγε θα τα ακούσει ο Πατριάρχης ;

ΔΗΛΩΣΗ

τῶν Μητροπολιτῶν Λοφτσοῦ κ. Γαβριήλ, Βάρνης καί Μεγάλης Πρεσλάβας κ. Ἰωάννου καί Βιδινίου κ. Δανιήλ

Κατά τήν συνεδρίασή της στίς 4-10-2018, ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Βουλγαρικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας–Πατριαρχείου Βουλγαρίας (ΒΟΕ–ΠΒ) συσκέφθηκε ἐπί τῆς ὑπ’ ἀρ. Πρωτ. (εἰσερχομένων) 599/3-10-2018 ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχη Μόσχας καί πασῶν τῶν Ρωσιῶν κ. κ. Κυρίλλου, μέ ἀφορμή τήν ἀνησυχητική κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στήν Οὐκρανία καί τίς ἐνέργειες τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στήν κανονική ἐπικράτεια τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας–Πατριαρχείου Μόσχας στήν ἐν λόγῳ χώρα.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συζήτησης, μετά τήν ἀνάγνωση τῆς ἐπιστολῆς, ἐκφράστηκαν διάφορες ἀπόψεις. Κάθε ἕνας ἀπό τούς πολυσέβαστους ἀδελφούς ἀρχιερεῖς, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά λάβη μέρος στήν συζήτηση ἐπί τοῦ θέματος, εἶχε τήν δυνατότητα νά τό κάνη.
Μέ γνώμονα τήν συνείδησή μας ὡς ἐπισκόπων, θά θέλαμε νά εκφράσουμε τίς κατωτέρω σκέψεις μας:
Πρώτον, ὑπάρχει μία ἀσυνέπεια μεταξύ τῶν κινήτρων πού δηλώνει τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, προκειμένου γιά τήν μονομερή παρέμβασή του στίς ὑποθέσεις μιᾶς Αὐτοκέφαλης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καί ὅσων πραγματικά συμβαίνουν ὡς ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς παρέμβασης. Δηλώνεται ὅτι ὁ σκοπός εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῆς διαίρεσης πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν στήν Οὐκρανία, ἐνῶ ἤδη σέ αὐτό τό στάδιο οἱ ὀρθόδοξοι πού ὁμολογοῦν τήν πνευματική τους ἑνότητα μέ τήν κανονική Οὐκρανική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ὑφίστανται βιαιοπραγίες καί δίνουν ἀνθρώπινα θύματα. Διερωτώμεθα τί θά συμβῆ ἄραγε μέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους ἐάν, συνεπείᾳ τῶν δηλωμένων προθέσεων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στήν Οὐκρανία σχηματιστῆ μιά ἄλλη κανονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκτός ἀπό τήν κανονική Οὐκρανική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας;
Μήπως ξεχάσαμε τίς συνέπειες τῆς ἀνάμειξης τῆς πολιτικής ἐξουσίας στίς ὑποθέσεις τῆς ΒΟΕ–ΠΒ κατά τήν διάρκεια τοῦ θλιβεροῦ σχίσματος στήν χώρα μας κατά τά ἔτη 1992-2004; Πώς ἐκκλησίες, μοναστήρια, παραγωγικές μονάδες, τραπεζικοί λογαριασμοί τῆς Ἐκκλησίας μας σφετερίστηκαν ἀπό τούς σχισματικούς, μέ τήν ἐνεργό ὑποστήριξη τῆς τότε πολιτικῆς ἀρχῆς τῆς χώρας μας. Ποιός θά ἀναλάβη τήν εὐθύνη γιά ὅλους ἐκείνους τούς ἀνθρώπους στήν Οὐκρανία ἡ ζωή τῶν ὁποίων θά τεθῆ σε ἄμεσο κίνδυνο ἐνῶ ὑπερασπίζονται τίς ἐκκλησίες καί τά μοναστήρια τους σέ περίπτωση πού ἀκυρωθῆ ἡ ἐγγραφή [στήν Κρατική Ἐπιτροπή τῆς Οὐκρανίας], ὑπό τήν σημερινή της ὀνομασία, τῆς κανονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στήν ὁποία ἀνήκουν, ὅπως κάνουν λόγο ἀνοιχτά γιά αὐτό οἱ πολιτικοί στήν Οὐκρανία;
Σέ αὐτό τό σημεῖο θά θέλαμε νά ὑπενθυμίσουμε τά λόγια τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτη Νευροκοπίου κ. Ναθαναήλ στήν Μείζονα καί Ὑπερτελή Σύνοδο τοῦ 1998: «Ἐγώ διερωτῶμαι, τίνος εἶμαι κληρικός; Τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἤ τῆς Ἐκκλησίας; Πολλάκις λέγω ὅτι ἔχω γίνει κληρικός διά νά ἀκούω τό ράσον καί οὐχί τά παντελόνια. Ὅπως ἡμεῖς οἱ κληρικοί δέν ἀναμιγνυόμεθα εἰς τά πολιτικά, δέν θέλομεν καί ἐκείνοι νά ἀναμιγνύωνται εἰς τά ἐκκλησιαστικά» (Ἀπό τά Πρακτικά τῆς Συνόδου τοῦ 1998 στήν Σόφια).
Δεύτερον, μᾶς προβληματίζει ἰδιαίτερα ἡ βαθιά ἀσυνέπεια μεταξύ τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, προκειμένου νά δικαιολογήση τίς πράξεις του, καί τῆς ὑπάρχουσας δισχιλιετοῦς κανονικῆς τάξης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Προβάλλονται ἔγγραφα σχετικά μέ τήν ἐκχώρηση ἤ τήν μή ἐκχώρηση δικαιωμάτων δικαιοδοσίας, ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως στό Πατριαρχεῖο Μόσχας, πού χρονολογοῦνται πάνω ἀπό τριακόσια χρόνια πρίν. Τό Πατριαρχεῖο Μόσχας κατηγορεῖται γιά τήν κατάσχεση δικαιωμάτων ἐπί τῆς δικαιοδοσίας τῆς Μητροπόλεως Κιέβου. Παράλληλα, ἡ ἀπαίτηση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως γιά τήν ἀποκατάσταση αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων του γίνεται περισσότερο ἀπό τριακόσια χρόνια μετά τήν ἔκδοση τῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Παρόμοιες ἀμφισβητήσεις ὅσον ἀφορᾶ τήν κανονική ἐπικράτεια καί τό δικαίωμα δικαιοδοσίας σέ αὐτά, ἀπό ἕναν ἤ ἄλλο ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο, δέν εἶναι μόνο σημερινό φαινόμενο.
Εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό νά υπενθυμίσουμε ἐδῶ τόν 119ο κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου, τοῦ 419 μ.Χ., ὁ ὁποίος ὁρίζει ὡς «τριετία» τήν περίοδο, μέσα στήν ὁποία ἐπιτρέπεται νά γίνουν δεκτές αἰτήσεις κατά τῆς παραβίασης τῶν ὁρίων τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας ἑνός ἐπισκόπου. Ὁ 17ος κανών τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὁ ταυτόσημος μέ αὐτόν 25ος κανών τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζουν προθεσμία παραγραφῆς «τριάκοντα ἐτῶν» γιά διαφορές σχετικά μέ τήν προσχώρηση ἐνοριῶν στήν δικαιοδοσία ἑνός ἐπισκόπου.
Στήν ἐν λόγῳ περίπτωση πρόκειται γιά γεγονότα μετά τήν παρέλευση ἄνω τῶν 300 ἐτῶν. Χρειάζεται νά ἀναφέρουμε ὅτι στήν ἱστορία τῶν ὑπερχιλιετῶν σχέσεων μεταξύ τῆς Βουλγαρικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά καί τῶν ἄλλων, μεταγενέστερων, Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν στά Βαλκάνια, τά ὅρια τῶν μητροπόλεων τῆς καθεμίας ἀπό αὐτές τίς Ἐκκλησίες, ἀλλά καί ἡ κυριότητα γενικά τῆς μίας ἤ ἄλλης Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας ἐπί ὁλόκληρων μητροπόλεων ἔχει ἀλλάξει ἐπανειλημμένως, ἀνάλογα μέ τίς ἑκάστοτε ἱστορικές συγκυρίες καί τήν ἀλλαγή τῶν συνόρων τοῦ κράτους στό ὁποῖο λειτουργεῖ ἡ ἀντίστοιχη Ἐκκλησία. Μήπως αὐτό σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται νά γίνη ἐπανεκτήμηση τοῦ θέματος στήν δικαιοδοσία ποιάς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας στά Βαλκάνια ἀνῆκει τό ἔδαφος λ.χ. τῆς πάλαι ποτε διαλάμψασας Μητροπόλεως Μεσημβρίας; Ὅπως ἀναφέρεται στήν πρόσφατη ἐπιστολή τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχη Σερβίας κ. κ. Εἰρηναίου πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «Ἐν τῇ ἱεροκανονικῇ παραδόσει καὶ πράξει τῆς Ἐκκλησίας ὑφίστατο, ἄλλωστε, καὶ τὸ κριτήριον τῆς ἀρχαιότητος, τῶν «παλαιῶν ἐθῶν» [πρβλ. κ. 8 / Γ΄ Οἰκ.], τῶν ὑπὸ πάντων παραδεδεγμένων σχέσεων, ὡς Ὑμεῖς, ἅτε διακεκριμένος κανονολόγος ὑπάρχων, ἐπίστασθε βέλτιον τῆς ἡμῶν μετριότητος» (Ἐπιστολή τῆς 13 Αὐγούστου 2018). Δηλαδή τά ἔθιμα πού ἔχουν γίνει ἀποδεκτά ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες ἐπί αἰῶνες δέν μποροῦν νά ἀνακληθοῦν ἤ νά ἀμφισβητηθοῦν ἀπό μιά Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία (στήν προκειμένη περίπτωση – τῆς Κωνσταντινουπόλεως), ὅποιοι καί ἄν εἶναι οἱ λόγοι τῆς ἀνακλησης ἤ τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς. Ἡ ἀποδοχή τῶν ἀξιώσεων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἐπί τῆς δικαιοδοσίας τῆς Μητροπόλεως Κιέβου σημαίνει κυριολεκτικά διάρρηξη τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Θεωροῦμε σκόπιμο νά υπενθυμίσουμε ἐδῶ κάποιες δηλώσεις τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. κ. Βαρθολομαίου γιά τό ἴδιο θέμα πού ἔγιναν πρίν ἀπό μερικά χρόνια. Σέ μιά ἐπιστολή του ἀπό 11 Ἰουλίου 1995, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος γράφει πρός τόν Πατριάρχη Μόσχας καί πασῶν τῶν Ρωσιῶν κ. κ. Ἀλέξιο Β΄: «Σέ σχέση μέ αὐτά, θά θέλαμε νά σᾶς διαβεβαιώσουμε ὅτι ἡ ὑπαγωγή τῶν οὐκρανικῶν κοινοτήτων [τῆς Διασπορᾶς, δηλαδή ἐκτός τῶν συνόρων Ρωσίας καί Οὐκρανίας] στήν κανονική τάξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ τήν ἔνταξή τους ὑπό τό ὠμοφόριο τοῦ Οικουμενικοῦ Πατριαρχείου, πιστεύουμε, θά ἀποδειχθῆ τελικά ὠφέλιμη καί γιά τήν σχέση μεταξύ τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας μέ τούς πιστούς στήν Οὐκρανία. Διότι, ἀφενός μεν, ὅσοι ἔγιναν δεκτοί ὑποχρεώθηκαν νά δηλώσουν ἐπισήμως ὅτι δέν θά ἀναζητήσουν τήν αὐτοκεφαλία τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας ἤ ἕνα μέρος αὐτῆς, μέσα ἀπό τίς γνωστές μεθόδους πού χρησιμοποιούν οἱ «αὐτοκεφαλιστές», οἱ ὁποίοι δραστηριοποιοῦνται μέ κάθε δυνατό τρόπο, ἀφετέρου δε, ἐπειδή δέν εἶναι πλέον δυνατόν νά συνεργαστοῦν ἤ νά επικοινωνοῦν μέ τίς ὑπόλοιπες σχισματικές ὁμάδες στήν Οὐκρανία πού τελοῦν ἐκτός κοινωνίας μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία χωρίς νά βλάψουν τούς ἑαυτούς τους, καθώς γι’ αὐτούς πλέον ἐφαρμόζεται ἡ ἱεροκανονική ἀρχή: «ὅποιος κοινωνεῖ μέ κάποιον πού τέθηκε ἐκτός κοινωνίας, τίθεται ὁ ἴδιος ἐκτός κοινωνίας»». Μέχρι πρό τινος, τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἀκολουθοῦσε αὐστηρά καί ἀπαρέγκλιτα τήν θέση αὐτή.
Σέ σχέση μέ αὐτά θά μποροῦσαν νά αναφερθοῦν πολλά ἀκόμη ἐπιχειρήματα, ὡστόσο νομίζουμε ὅτι τά ἀνωτέρω εἶναι ἀρκετά σαφῆ γιά τόν κίνδυνο πού διατρέχει ἡ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξαιτίας τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στήν Οὐκρανία. Ἐάν αὐτό ἔχει τό δικαίωμα νά ἐνεργήση κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἤ ὄχι, καί ἐάν τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, μέ τήν σειρά του, ἔχει τό δικαίωμα νά υπερασπίζεται τά δικαιώματά του – αὐτό, σύμφωνα μέ τήν σημερινή ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων, προφανῶς εἶναι ἕνα θέμα, τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἐπιλυθῆ μεταξύ τῶν δύο Πατριαρχείων. Ὄμως, ἐνόψει τῆς πραγματικῆς διακοπῆς τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν δύο Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία, ἐπιδεινωμένης τῆς κατάστασης, θά μεταφέρη τό σημερινό τοπικό σχίσμα στήν Οὐκρανία σέ ἕνα παγκόσμιας κλίμακας σχίσμα στούς κόλπους τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας, δέν μποροῦμε νά δεχτοῦμε ὅτι ἡ συνέχιση τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στήν Οὐκρανία, εἶναι ὁ δρόμος γιά τόν τερματισμό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ διχασμοῦ ἐκεῖ. «Συγκρίνοντας τό σχίσμα μέ τήν αἵρεση, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι ἡ διάρρηξη τῆς ἑνότητας καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι μικρότερο κακό ἀπό τήν δημιουργία αἵρεσης. Καί ἐνῶ τό σχίσμα σέ αὐτή του τήν μορφή εἶναι ἄξιο καταδίκης, τόσο περισσότερο ἀξίζει καταδίκη λόγῳ τῶν συνεπειῶν του, διότι στήν τελική ἀνάλυση κάθε σχίσμα μετατρέπεται σέ αἴρεση» (Ἐπίσκοπος π. Δαλματίας Νικόδημος Μίλας).
Κατά συνέπεια, τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως δέν δικαιοῦται νά εἰσχωρῆ στήν κανονική ἐπικράτεια μίας ἀλλης Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας καί νά εἰσέλθη σέ κοινωνία μέ τούς σχισματικούς στήν Οὐκρανία, ἀγνοῶντας τήν μόνη κανονική ἱεραρχία στήν Οὐκρανία. Ἡ ἀποδοχή ἤ ἀνοχή αὐτῆς τῆς εἰσχώρησης θά ὁδηγήση σέ ἕνα ἐπικίνδυνο προηγούμενο, μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες πού θά θέσουν σέ κίνδυνο τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν γίνεται σήμερα παράνομη εἰσβολή στήν κανονική ἐπικράτεια μιᾶς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, τί μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι αὔριο δέν θά γίνη τό ἴδιο καί μέ ἐμᾶς, μέ τήν κανονική ἐπικράτεια τῆς Βουλγαρικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας; Οἱ ἀξιώσεις ἄσκησης ὑπερόριου δικαιοδοσίας ἀπό μιά Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία εἰς βάρος ἄλλης Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας δέν δικαιολογοῦνται μέ κανέναν τρόπο!
Μέ βάση τά παραπάνω καί γιά ἄλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένης τῆς ὀδυνηρῆς ἐμπειρίας τοῦ σχίσματος στήν Βουλγαρική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τοῦ τρόπου ἐπίλυσης αὐτοῦ στήν Μείζονα καί Ὑπερτελή Σύνοδο πού συνῆλθε στήν Σόφια τό 1998, δηλώνουμε μέ πεποίθηση ὅτι μιά ἔγκυρη λύση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος στήν Οὐκρανία μπορεῖ νά δοθῆ μόνο μέσα ἀπό μιά πανορθόδοξη συζήτηση καί μιά Πανορθόδοξο Σύνοδο. Πρίν λίγες ἡμέρες, τό Πατριαρχεῖο Ἀντιόχειας ἀπηύθυνε ἔκκληση γιά τήν σύγκληση Σύναξης τῶν Προκαθημένων σχετικά μέ τό θέμα.
Σέ μιά τέτοια Σύναξη τῶν Προκαθημένων ἤ Πανορθόδοξο Σύνοδο θά πρέπη, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, νά κρατᾶμε τούς ἱ. κανόνες καί τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μας διότι, ὅπως πάλι εἶπε χαρακτηριστικά ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Νευροκοπίου κ. Ναθαναήλ στήν ἀγόρευσή του στήν Μείζονα καί Ὑπερτελή Σύνοδο τοῦ 1998, ἀπευθυνόμενος πρός τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. κ. Βαρθολομαῖο: «Συνήλθομεν διά νά θεραπεύσωμεν ἕν σχίσμα καί ὁδεύομεν πρός δημιουργίαν νέου σχίσματος, καί δή ὡς ἀποτελέσματος μιᾶς πανορθόδοξου συνόδου;» (Ἀπό τά Πρακτικά τῆς Συνόδου τοῦ 1998 στήν Σόφια).
Θεωροῦμε χρήσιμο νά ἀναφέρουμε καί τήν ἀπάντηση τοῦ πολυσέβαστου Παναγιωτάτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. κ. Βαρθολομαίου: «Εὐχαριστοῦμεν τόν ἅγιον Νευροκοπίου (…) Ὡς πρός ὡρισμένα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἁγίου Νευροκοπίου, δέν πιστεύομεν νά πιστεύη ὁ ἅγιος ἀδελφός, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν πρόθεσιν νά συνεργασθῶμεν μετά τῆς πολιτείας εἰς βάρος τῆς κανονικής Ἐκκλησίας τῆς χώρας. Ἐπίσης, ἐν σχέσει πρός ὅσα λέγουσιν οἱ σχισματικοί, ὅτι δηλαδή θά ὑποχρεώσωσι δῆθεν πάσας τάς Ἐκκλησίας νά ἀναγνωρίσωσιν ἐκείνην τήν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἐκπροσωποῦσι, λέγομεν ὅτι τό σχῆμα, τό ὁποῖον θά διαμορφωθῆ μετά τήν κ΄ Ὀκτωβρίου, εἶναι φαιδρόν καί οὐδείς δύναται νά ὑποχρεώση οὐδένα νά ἀναγνωρίση μίαν ψευδεκκλησίαν. Ἠ Ἐκκλησία τῶν Σκοπείων ἀπό ἐτῶν ἀγωνίζεται νά ἐπιβληθῆ καί νά γίνη ἀποδεκτῆ καί νά ἀναγνωρισθῆ ὑπό τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἀλλ’ ἐπειδή εἶναι τοιαύτη καί διεμορφώθη καί κατεσκευάσθη ὑπό τάς γνωστάς τοῖς πάσι συνθήκας, οὐδείς μέχρι σήμερον ἀνεγνώρισεν αὐτήν καί δέν νομίζομεν ὅτι θά τήν ἀναγνωρίση καί εἰς τό μέλλον. Οὐδείς δύναται νά πιέση μίαν ἐπί μέρους Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν πρός τήν κατεύθυνσιν ταύτην».
Γιά μᾶς εἶναι πολύ περίεργο σέ μιέ τόσο δύσκολη κατάσταση νά μήν επιδιώκεται ὁ διάλογος. Ἐδῶ δέν μποροῦμε νά προβάλουμε τό παράδειγμα τῆς ἄρνησης τῆς ΒΟΕ–ΠΒ νά συμμετάσχει στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης τό 2016. Τότε ἡ Ἱερά Σύνοδός μας ἐξέφρασε δικαιολογημένα τήν ἄποψη ὅτι ἡ προετοιμασία τῆς Συνόδου ἦταν ἀνεπαρκής, ὅτι ὑπῆρχαν ὁρισμένα θέματα στά ὁποῖα δέν εἶχε ὁμοφωνία μεταξύ τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν καί ὑπῆρχε πραγματικός κίνδυνος ἄσκησης πίεσης γιά τήν λήξη ὁρισμένων ἀποφάσεων. Τά ὅσα ἀκολούθησαν στήν συνέχεια, συμπεριλαμβανομένου τῆς πρόσφατης ἀπόφασης τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως νά ἐπιτρέπεται τοῦ λοιποῦ ὁ δεύτερος γάμος τῶν κληρικῶν (δηλαδή μετά τήν χειροτονία τους), ἀποδεικνύει ὅτι οἱ φόβοι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μας ἦταν δικαιολογημένοι. Ὁ γάμος μετά τήν χειροτονία ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τόσο ἀπό κανονική διάταξη τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ὅσι καί ἀπό ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Στό θέμα αὐτό ὐπῆρχε πανορθόδοξη συμφωνία πού ἐκφράστηκε στά προσυνοδικά κείμενα γιά τις μελλοντικές ἀποφάσεις τῆς μέλλουσας τότε νά συνέλθη Πανορθόδοξος Σύνοδος. Στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης, τό σχετικό κείμενο, εἰδικά σέ αὐτό τό σημεῖο, τροποποιήθηκε καί ἀπέκτησε μιά ἀσάφεια πού ἀφήνει περιθώρια γιά διάφορες ἑρμηνείες. Ἡ τελευταία ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἀπέδειξε ὅτι οἱ ἐπιφυλάξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μας ἦταν δικαιολογημένες. Μέ αὐτή τήν ἔννοια, ἡ ἄρνηση συμμετοχῆς σέ μία Σύνοδο δέν σημαίνει ὁπωσδήποτε παράβαση τῆς ἀρχῆς τῆς συνοδικότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά κατάλυση τῆς συνοδικότητας ἔχουμε ὅταν δέν σεβόμαστε τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας.
Εὐχόμαστε καί εὐελπιστοῦμε νά γίνη μιά πανορθόδοξη συζήτηση καί μιά Πανορθόδοξος Σύνοδος γιά τήν ἐπίλυση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος στήν Οὐκρανία.
Εὐχόμαστε ὁ Θεός νά προστατεύση τήν Ἐκκλησία του ἀπό περαιτέρω διαιρέσεις.
† ὁ Λοφτσοῦ Γαβριήλ
† ὁ Βάρνης καί Μεγάλης Πρεσλάβας Ἰωάννης
† ὁ Βιδινίου Δανιήλ

9 Ὀκτωβρίου 2018
Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου,
Ὁσίων Ἀνδρονίκου καί Ἀθανασίας

Previous Article

Mήνυμα του Μητροπολίτου Κονίτσης Ανδρέου για την 28η Οκτωβρίου

Next Article

«Χρειαζόμαστε τη Χριστιανική Ηθική;» Ομιλία κου Ιωάννη Αγγελοπούλου στην ΠΟΕ

Διαβάστε ακόμα