Μη λησμονούμε τους κεκοιμημένους

Λέγει ο Απ. Παύλος «ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει συν αυτώ» (Α  ΘΕΣ. δ, 14). Δηλαδή δεν πρέπει να λυπήσθε σαν κι αυτούς, που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως, διότι εάν έχουμε πεποίθηση, ότι ο Ιησούς απέθανε και ανεστήθη, έτσι πρέπει να πιστεύουμε ότι και ο Θεός εκείνους, που απέθαναν ενωμένοι δια της πίστεως με τον Ιησού, θα τους φέρη ενδόξως στην αιώνια ζωή μαζί με αυτόν.
Πρέπει να φοβώμεθα τον θάνατο; Τι είναι ο θάνατος;
• Μας λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, στην Ε  Ὁμιλία του «ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ».
«Όταν φοβόμαστε το θάνατο και δεν φοβόμαστε την αμαρτία έχουμε παιδικό φόβο.
Και τα μικρά τα παιδιά φοβούνται τις προσωπίδες, δεν φοβούνται όμως τη φωτιά. Αν όμως τύχει και βαστάζονται κοντά σε λυχνάρι που έχει φωτιά, απλώνουν απερίσκεπτα το χέρι τους στη λυχνία και τη φλόγα. Και την μεν προσωπίδα τη φοβούνται, το φοβερό δε πράγματι πυρ δεν το φοβούνται.
Έτσι κάνουμε κι εμείς, φοβόμαστε τον θάνατο, ο οποίος μοιάζει με το ευκαταφρόνητο προσωπείο, την αμαρτία δε δεν την φοβόμαστε, αυτή που είναι πράγματι φοβερό πράγμα, κι ως φωτιά κατατρώγει τη συνείδησή μας. Κι αυτό συμβαίνει όχι εξ αιτίας της φύσεως των πραγμάτων, αλλά απ’ τη δική μας απερισκεψία. Γιατί αν σκεπτόμαστε τι είναι ο θάνατος ποτέ δεν θα τον φοβόμαστε.
Τι είναι λοιπόν ο θάνατος;
Είναι όμοιο πράγμα με το να βγάλεις το ρούχο σου! Γιατί όπως το ρούχο έτσι και η ψυχή φοράει το σώμα, κι αυτό για λίγο χρόνο το βγάζουμε με τον θάνατο και θα το ξαναφορέσουμε πάλι λαμπρότερο.
Τι είναι λοιπόν ο θάνατος;
Ταξίδι προσωρινό, ύπνος μακρύτερος του συνηθισμένου! Ώστε αν φοβάσαι το θάνατο να φοβάσαι και τον ύπνο! Αν λυπάσαι γι’ αυτούς που πεθαίνουν, να λυπάσαι και γι’ αυτούς που τρώνε και γι’ αυτούς που πίνουν. Γιατί όπως αυτό είναι φυσικό έτσι είναι κι εκείνο.
Αν μη σε λυπούν τα φυσικά πράγματα, ας σε λυπούν μάλλον αυτά που προέρχονται απ’ την κακή προαίρεση, ούτε να πενθείς γι’ αυτόν που πέθανε, αλλά να πενθήσεις για εκείνον που ζει στις αμαρτίες».
Όμως οι κεκοιμημένοι θέλουν την βοήθειά μας. Με ποιό τρόπο μπορούμε να τους βοηθήσουμε. Πρώτα – πρώτα με την ελεημοσύνη και με τα μνημόσυνα. Και τι χρειάζεται σε ένα μνημόσυνο;
1. Το πρόσφορο. 2. Ο οίνος της θείας Ευχαριστίας (νάμα). 3. Το θυμίαμα. 4. Το έλαιον και 5. Το κερί, τα οποία προσφέρονται για την τέλεση της θείας Λειτουργίας, αλλά και για την ψυχή του νεκρού μας. Κατ’ αυτή τη Θεία Λειτουργία, όπως άλλωστε και σε όλες, Ζώντες και Κεκοιμημένοι θα ενωθούμε με το αναστημένο Σώμα του Χριστού στο Άγιο Ποτήριο και θα κοινωνήσουμε «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Γι’ αυτό επιβάλλεται σ’ αυτή τη Θεία Λειτουργία, να κοινωνούμε κι εμείς μετά από σχετική προετοιμασία και πάντοτε με την υπόδειξη του Πνευματικού μας. Όμως απαραίτητο για το μνημόσυνο είναι και το κόλλυβο, (το βρασμένο σιτάρι), στου οποίου τον θάνατο (σάπισμα) και την ανάσταση (βλάστηση) συμβολίζεται η Ανάσταση των νεκρών, την οποία εμείς οι χριστιανοί ως τελικό προορισμό μας προσδοκούμε.
Στο περιοδικό «ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ» διαβάζουμε το εξής:
“Πάνω στον χρόνο που κοιμήθηκε η μητέρα μου, λησμόνησα την ημέρα που έπρεπε να γίνει το μνημόσυνο. Το βράδυ την είδε στον ύπνο της η κόρη μου (η εγγονή της) και της είπε με παράπονο και στενοχωρημένη:
– Πες στην μάνα σου, γιατί με ξέχασε; Ούτε ένα κερί; Εγώ την άφησα στο πόδι μου. Όταν μας ξεχνάτε, πέφτουμε χαμηλά!
Πράγματι, η μητέρα μου φρόντιζε πολύ τα καθήκοντά της έναντι των κεκοιμημένων.
– Την άλλη μέρα, όταν άκουσα το μήνυμά της από το στόμα της κόρης μου, αμέσως έβρασα σιτάρι και το πήγα στην Εκκλησία να μνημονευθή”.
Μία άλλη κυρία είπε κάτι σχετικό:
“Λησμόνησα να κάνω τα χρυσά κόλλυβα για την μητέρα μου. (Στην Ρούμελη “χρυσά κόλλυβα” λένε τα κόλλυβα που γίνονται το Σάββατο της εβδομάδας της Πεντηκοστής, όπου τελειώνει η αναστάσιμη χάρη που δίδεται στις ψυχές των κεκοιμημένων, σύμφωνα με παράδοση της Εκκλησίας μας). Το βράδυ την βλέπω στον ύπνο μου ότι στεκόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και μ’ ένα κουτάλι έτρωγε κόλλυβα από ξένα πιάτα, που ήσαν τοποθετημένα εκεί.
– Καλέ μητέρα, τρως ξένα κόλλυβα; Την ρώτησα.
Κι εκείνη απάντησε:
– Τι να κάνω, κόρη μου, αφού δεν μου έφτιαξες εσύ;
Το παράπονό της μ’ άγγιξε στην καρδιά. Από τότε ποτέ δεν παρέλειψα τα καθήκοντά μου έναντι των κεκοιμημένων».

Παντοκράτορας