«Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι…»

Share:

Μεγάλο τὸ πάθος τῆς κενοδοξίας. Μᾶς συμβουλεύει ὁ θεῖ­ος Παῦλος:

«Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες». (Μετάφραση Παν. Τρεμπέλα: Ἄς μὴ γινώμεθα ματαιόδοξοι, προκαλοῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον εἰς φιλονεικίας καὶ φθονοῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

• Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος παρατηρεῖ:

«Ἡ κενοδοξία εἶναι ὡς πρὸς μὲν τὴν μορφή, μεταβολὴ τῆς φυσικῆς τάξεως καὶ διαστροφὴ τῶν καλῶν ἠθῶν καὶ παρατήρησις παντὸς ἀξιομέμπτου πράγματος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ποιότητα, σκορπισμὸς τῶν καμάτων, ἀπώλεια τῶν ἱδρώτων, δόλιος κλέπτης τοῦ θησαυροῦ, ἀπόγονος τῆς ἀπιστίας, πρόδρομος τῆς ὑπερηφανείας, ναυάγιο μέσα στὸ λιμάνι, μυρμήγκι στὸ ἁλώνι, ποὺ εἶναι μὲν μικρό, ἀλλὰ ἀπειλεῖ νὰ κλέψῃ ἀθόρυβα ὅλον τὸν καρπὸ καὶ τὸν κόπο τοῦ γεωργοῦ.

Τὸ μυρμήγκι περιμένει νὰ γίνη τὸ σιτάρι καὶ ἡ κενοδοξία νὰ συναχθῆ ὁ πνευματικὸς πλοῦτος. Καὶ τὸ μὲν μυρμήγκι τρέχει γιὰ νὰ κλέψη· ἡ δὲ κενοδοξία χαίρεται, γιατί θὰ διασκορπίση. Τὸ πνεῦμα τῆς ἀπογνώσεως χαίρεται, ὅταν βλέπη νὰ πληθύνεται ἡ κακία, ἐνῷ τὸ πνεῦμα τῆς κενοδοξίας χαίρεται, ὅταν βλέπη νὰ πληθύνεται ἡ ἀρετή. Εἴσοδος γιὰ τὸ πρῶτο εἶναι τὰ πλήθη τῶν τραυμάτων, ἐνῷ γιὰ τὸ δεύτερο ὁ πλοῦτος τῶν καμάτων.

Παρατήρησε καὶ θὰ ἰδῆς ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνόσιος, δηλαδὴ ἡ κενοδοξία εἶναι ἀκμαία καὶ μέχρι τοῦ τάφου. Θὰ τὴν ἰδῆς στὰ ροῦχα καὶ στὰ μύρα καὶ στὴν νεκρικὴ πομπὴ καὶ στὰ ἀρώματα καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα.

Παντοῦ λάμπει ὁ ἥλιος ἄφθονα, καὶ παντοῦ σὲ κάθε ἔργο χαίρεται ἡ κενοδοξία. Π. χ. ὅταν νηστεύω, κενοδοξῶ, ἀλλὰ καὶ ὅταν καταλύω γιὰ νὰ μὴ φανῆ ἡ ἀρετή μου, πάλι κενοδοξῶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶμαι συνετός. Ὅταν φορῶ λαμπρὰ ροῦ­χα νικῶμαι ἀπ᾿ αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὰ ἀντικαταστήσω μὲ ταπεινὰ πάλι κενοδοξῶ. Ὅταν ὁμιλῶ, νικῶμαι, ἀλλὰ καὶ ὅταν σιωπῶ, πάλι νικῶμαι. Ὅπως καὶ ἂν τὴν ρίξεις αὐτὴ τὴν τρίβολο ἄκανθα, ἵσταται ὄρθιο τὸ κεντρί της».

Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ κενοδοξία μπρορεῖ νὰ παγιδεύση τὸν πιστὸ καὶ μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ μὲ τὸ πάθος.

• Στὸ Γεροντικὸ γράφει ὁ Ὅσιος Κασσιανός:

«Τὸ πάθος τῆς κενοδοξίας εἶναι λεπτότατο καὶ ποικιλόμορφο, γι’ αὐτὸ δυσκολεύεται ὁ ἄνθρωπος νὰ τὸ καταλάβη. Τῶν ἄλλων παθῶν οἱ προσβολὲς εἶναι πιὸ φανερὲς καὶ διορθώνονται εὐκολότερα μὲ τὴν προσοχὴ καὶ τὴν προσευχή. Ἐνῷ ἡ κενοδοξία δύσκολα ἐξαλείφεται. Δίνει τὸ παρὸν σ’ ὅλες τὶς ἐργασίες. Ἐκδηλώνεται μὲ διάφορα σχήματα καὶ ἐπιτηδεύματα στὴ φωνή, στὰ λόγια, στὶς πράξεις. Νοθεύει τὴν ἀγρυπνία, τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, τὴν ἀνάγνωση, τὴν ἡσυχία, τὴν μακροθυμία κι’ ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές.

Ὅποιον δὲν κατορθώσει ὁ διάβολος νὰ παρασύρη στὴν κενοδοξία μὲ τὰ πλούσια καὶ πολυτελῆ ἐνδύματα, τὸν ἐξαπατᾶ μὲ τὰ φτωχὰ καὶ τιποτένια. Ἐκεῖνον ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ πολεμήση μὲ τὶς τιμὲς καὶ τοὺς ἐπαίνους, τὸν πείθει νὰ νομίζει πὼς ἔγινε σπουδαῖος γιατί ὑπομένει ἀτιμίες. Ὅποιον δὲν κατορθώνει νὰ τὸν κάνη νὰ κενοδοξῆ μὲ τὰ σοφά του λόγια, τὸν ρίχνει μὲ τὴ σιωπὴ καὶ ἡσυχία. Ἄλλον μὲ τὴ νηστεία, μὲ τὴν ἄσκηση καὶ μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετή. Κάθε ἐργασία πνευματικὴ δίνει ἀφορμὴ στὸν πονηρὸ αὐτὸ δαίμονα νὰ πειράξη τὸν ἄνθρωπο».

• Στὸ βιβλίο «χαρίσματα καὶ χαρισματοῦχοι» διαβάζουμε:

«Σὲ μιὰ κωμόπολη ζοῦσε κάποιος ποὺ τόσο πολὺ νήστευε, ὥστε ὅλοι νὰ τὸν διαφημίζουν σὰν μεγάλο νηστευτή. Ἡ φήμη του ἔφθασε καὶ στὸν ἀββᾶ Ζήνωνα. Τότε ὁ ἀββᾶς τὸν κάλεσε κοντά του. Ἐκεῖνος ἦρθε. Χαιρετήθηκαν καὶ κάθισαν. Ὁ ἀββᾶς ἄρχισε τὸ ἐργόχειρό του καὶ ἡ ὥρα περνοῦσε σὲ ἀπόλυτη σιωπή. Ὁ νηστευτής, μὴ μπορώντας νὰ μιλήση, ἄρχισε νὰ στενοχωρῆται καὶ ν’ ἀδημονῆ. Στὸ τέλος δὲν ἄντεξε καὶ εἶπε:

– Εὐχήσου γιὰ μένα, ἀββᾶ, γιατὶ θέλω νὰ φύγω.

– Γιατί; τὸν ρώτησε ἐκεῖνος.

– Νιώθω σφίξιμο στὴν καρδιά μου καὶ δὲν ξέρω τί συμβαίνει. Στὸν κόσμο νηστεύω μέχρι τὸ βράδυ καὶ δὲν νιώθω καμιὰ δυσκολία. Ἐδῶ στὴν ἔρημο δὲν ἀντέχω.

– Στὸν κόσμο, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἀββᾶς, ἀπὸ τὰ αὐτιά σου τρέφεσαι. Σὲ τρέφουν οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων. Πήγαινε λοιπόν καί, ὅπως οἱ ἄλλοι, νὰ κάνης κάθε μέρα ἐνάτη (δηλ. νὰ γευματίζης μιὰ φορὰ στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα).

Ὁ νηστευτὴς πῆγε πάλι στὸν κόσμο καὶ μὲ δυσκολία καὶ θλίψη περίμενε τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ, ἐνῶ ἄλλοτε μὲ εὐκολία νήστευε μέχρι τὸ βράδυ. Τὸ διαπίστωσαν αὐτὸ οἱ γνωστοί του καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους:

– Φαίνεται ὅτι δαιμόνιο τὸν κυρίευσε.

Λυπημένος ἐκεῖνος πῆγε πάλι στὸν ἀββᾶ Ζήνωνα καὶ τοῦ περιέγραψε τὴ νέα κατάσταση. Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε:

– Αὐτὸς εἶναι ὁ σωστὸς δρόμος. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους νὰ ἐργάζεσαι μυστικὰ καὶ μὲ κόπο τὴν ἀρετή».

Previous Article

Καίτοι ἐκοιμήθη ἀκτινοβολεῖ

Next Article

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πηγὴ τῆς παράδοσης

Διαβάστε ακόμα