Οι Φαναριώτες έχουν ιδιότυπη στάση απέναντι στους Ιερούς Κανόνες και την Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού

Share:

Ο Μητροπολίτης Kamenetz-Podolsky Θεόδωρος πιστεύει ότι η αναγνώριση των Ουκρανών σχισματικών από το Φανάρι είναι μια υποχώρηση, η οποία ήταν το αποτέλεσμα ενεργειών που παρουσιάστηκαν αρχικά ως “μικρές” παραβιάσεις της διδασκαλίας και της παράδοσης της Εκκλησίας.

Ο Μητροπολίτης της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Θεόδωρος πιστεύει ότι η αναγνώριση των σχισματικών από κάποιες Ορθόδοξες Εκκλησίες οφείλεται στην παραβίαση των Κανόνων της Εκκλησίας, όπως αναφέρεται σε άρθρο του στην ιστοσελίδα της Μητρόπολής του.
Συγκεκριμένα λέει ότι «σήμερα ολόκληρος ο Ορθόδοξος κόσμος είναι στην πραγματικότητα στα πρόθυρα ενός νέου μεγάλου διαχασμού, το μέγεθος του οποίου μπορεί να συγκριθεί μόνο με το σχίσμα του 1054, ως αποτέλεσμα του οποίου η Ρωμαϊκή Εκκλησία απομακρύνθηκε από την Οικουμενική Ορθοδοξία. Ο λόγος για αυτή τη συνέπεια είναι ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αναγνώρισε την κανονική ένωση της ομάδας των σχισματικών.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «αυτή η ομολογία συγκλόνισε τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να καταλάβουν για ποιο λόγο το Φανάρι όχι μόνο παραβίασε ορισμένους από τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, αλλά και αντιτάχθηκε στις ίδιες τις δικές του αποφάσεις σχετικά με το ανάθεμα του Φιλαρέτου Ντενισένκο και της δομής του».

Τόνισε ότι «το πρόβλημα της διάσπασης περιπλέκεται περισσότερο από το γεγονός ότι οι Ουκρανοί σχισματικοί αναγνωρίστηκαν όχι μόνο από τον επικεφαλής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αλλά και από τους αρχηγούς της Ελληνικής και Αλεξανδρινής Εκκλησίας».

Ο Ιεράρχης υπενθύμισε ότι “μέχρι πρόσφατα ο Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας Θεόδωρος Β καλούσε τους Ουκρανούς να παραμείνουν στη μοναδική κανονική Εκκλησία της Ουκρανίας και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και όλη η Ελλάδα διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος κανονικός μητροπολίτης της Ουκρανίας, παρά ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Ονούφριος.

Για να βρεθεί η απάντηση στο ερώτημα πώς συνέβη κάτι τέτοιο, είναι απαραίτητο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην ιδιότυπη στάση απέναντι στους Ιερούς Κανόνες και την Αγία Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού από τους Φαναριώτες. Ακριβώς αυτό είναι που τους οδήγησε όχι μόνο στην αναγνώριση των σχισματικών, αλλά και στη στρέβλωση του Δόγματος της Εκκλησίας. (την Εκκλησιολογία).

Τα σχέδια έχουν εκκολαφθεί εδώ και καιρό στο Φανάρι σχετικά με την ανάγκη για ευχαριστιακή και προσευχή κοινωνία με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και οι πάπες δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ιδέα της υποταγής των Ορθοδόξων στην εξουσία τους, τους οποίους θεωρούσαν σχισματικούς.

Από την ιστορία γνωρίζουμε ότι οι ορθόδοξοι που εισηγούνταν την ενοποίηση με τον καθολικισμό πολύ συχνά παραβίαζαν τους ιερούς κανόνες και τις διδασκαλίες της Εκκλησίας για να επιτύχουν τους γήινους στόχους τους».

Ως παράδειγμα της παραβίασης των κανόνων της Εκκλησίας, ο Μητροπολίτης Θεόδωρος αναφέρει τις προσπάθειες για ένωση με τους Καθολικούς στη Λυών και τη Φλωρεντία. Η Ένωση της Φλωρεντίας με τη συγχώνευση των Ορθοδόξων με τους Καθολικούς υπό την ηγεσία του Πάπα και εις βάρος της Ορθοδοξίας, έγινε ουσιαστικά για να επιλύσει κρατικά προβλήματα του Βυζαντίου. Και τότε όπως και τώρα οι εισηγητές της ένωσης, δεν έλαβαν υπόψη την αφοσίωση στην Ορθοδοξία του πιστού λαού, ο ρόλος του οποίου εκφράστηκε αργότερα με τις επιστολές των Πατριαρχών της Ανατολής.

Γι ‘αυτό μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι ενώσεις της Λυών, της Φλωρεντίας και όλες οι άλλες, έχουν σαν κύριο και πρώτο στόχο να λύσουν πολιτικά προβλήματα, όχι με βάση τους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά με τις εξωτερικές αρχές ενότητας, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του σχίσματος. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ένωσης ήταν η οργή του Θεού, η οποία οδήγησε σε τρομερή καταδίκη και την πτώση της Ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».

Ο Μητροπολίτης Θεόδωρος επισημαίνει ότι: «από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι εκπρόσωποι της Ρώμης και του Φαναρίου, και πάλι σε καθαρά γήινα γεωπολιτικά κίνητρα και συμφέροντα, προσπαθούν να βρουν νέους τρόπους ενότητας με την εισαγωγή ορισμένων μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές παραβιάζουν την παραδοσιακή τάξη της εκκλησιαστικής ορθόδοξης ευλάβειας και, τέλος, επιμένουν να μολύνουν την πίστη».

Υπενθυμίζει στους Ορθόδοξους Χριστιανούς ότι: «οι δραστηριότητες των Πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης, του Μελετίου και του Αθηναγόρα, καθώς και οι σύγχρονοι οπαδοί τους, συνδέονται στενά με δραστηριότητες που αποσκοπούν σε εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις που έχουν αρνητικές συνέπειες».

Ως παράδειγμα τέτοιων αρνητικών μεταρρυθμίσεων, αναφέρει: «την ημερολογιακή μεταρρύθμιση του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Μελέτιου (Μεταξάκη), η οποία έγινε για να «βοηθήσει» την Ορθόδοξη Εκκλησία «να ενωθεί» με τους Καθολικούς και τους Προτεστάντες. Επίσης και με έναν αριθμό άλλων μεταρρυθμίσεων, όπως ο δεύτερος γάμος για τους ιερείς.

Όμως ο Ορθόδοξος λαός δεν δέχθηκε αυτές τις μεταρρυθμίσεις και η μεταρρύθμιση του ημερολογίου δεν υιοθετήθηκε ομόφωνα ούτε μέσα στην ελληνική Εκκλησία, η οποία έχει χωριστεί και ο διαχωρισμός αυτός εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα.

Κατά την Πανορθόδοξη συνάντηση του 1948 οι αρχηγοί και οι εκπρόσωποι σχεδόν όλων των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το «οικουμενικό κίνημα». Ο Άγιος Σεραφείμ (Sobolev), ο οποίος συμμετείχε στη συνάντηση αυτή, πίστευε ότι οι “οργανωτές του οικουμενικού διαλόγου δεν επιθυμούν τη δογματική ενότητα όλων των λεγόμενων χριστιανικών εκκλησιών με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά μάλλον την ανάμιξή τους, με την υποχώρηση των χριστιανών από την πίστη τους … Και αυτή η σύγχυση ισοδυναμεί με την καταστροφή της Ορθοδοξίας. Τα προβλήματα που συζητήθηκαν στην Πανορθόδοξη Διάσκεψη του 1948 σχετικά με την επιθυμία να μεταρρυθμιστεί η Εκκλησία και να πλησιάσουν τον ετερόδοξο εξακολουθούν να υπάρχουν».

Ο Μητροπολίτης εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή στις κοινές προσευχές ορισμένων Ορθόδοξων Ιεραρχών με εκπροσώπους καθολικών ή προτεσταντικών “Εκκλησιών”, παρά το γεγονός ότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν ρητά την κοινή προσευχή με αιρετικούς και σχισματικούς”. Για παράδειγμα λέει: «Πρόσφατα, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Βαρθολομαίος πραγματοποίησε μια κοινή «Θεία Λειτουργία» με τους Καθολικούς στο γαλλικό μοναστήρι του Τσέβετον».

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο «απαντώντας στην ερώτηση πώς συνέβη και οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης, της Ελλάδας και της Αλεξάνδρειας με τόσο ευκολία και σε αντίθεση με τους Εκκλησιαστικούς Κανόνες έκαναν δεκτούς σε κοινωνία αφορισμένους και αναθεματισμένους εκπροσώπους ουκρανικών σχισματικών ομάδων.
Αυτή όμως είναι μια πολύ σημαντική απόκλιση από τις “μικρές” παραβιάσεις της Ορθοδόξου Παράδοσης και τις διδασκαλίες της Εκκλησίας μας που είχαν γίνει αποδεκτές».

Η παρουσία στις παραπάνω διεργασίες υψηλόβαθμων Κληρικών δεν εγγυάται την ορθότητα των ληφθεισών αποφάσεων που σχετίζονται με τη δογματική-κανονική και πνευματική ζωή της Εκκλησίας του Χριστού, αν αυτές οι αποφάσεις δεν συμμορφώνονται με τα διατάγματα του Συνόδων και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων.

Στη ζωή της Εκκλησίας όλα αξίζουν προσοχής και σεβασμού, επειδή μόνο ο σεβασμός και η πίστη στους Ιερούς Κανόνες, που είναι τα τείχη της Εκκλησίας, δημιουργούν πνευματική ασφάλεια και τις απαραίτητες συνθήκες για τη σωτηρία των πιστών».

Ο Μητροπολίτης Θεόδωρος εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι «η ιστορία μας έχει δείξει επανειλημμένα ότι η χρήση δυνάμεων όπως είναι, η χρήση πολιτικών επιχειρημάτων και εξωεκκλησιαστικών παραγόντων για την επίτευξη της ενότητας των Εκκλησιών δεν οδηγεί σε κάτι καλό. Η εν Χριστώ ενότητα είναι δυνατή μόνο όταν βασίζεται στα δόγματα του Ευαγγελίου».

Ο Μητροπολίτης είναι βέβαιος ότι «ξεπερνώντας τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πάντοτε ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γίνονται ισχυροί μόνο όταν εργάζονται υπέρ της αληθείας σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου:« οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. (2 Κορ. 13, 8)

Αυτό σημαίνει, ότι η νίκη της Ορθοδοξίας δίδεται στους πιστούς όχι όταν η Αλήθεια γίνεται αντικείμενο συμβιβασμού, αλλά όταν η Αλήθεια γίνεται η ουσία της πίστης και της ζωής μας».
spzh.news

Previous Article

Χριστούγεννα «ἀγνοοῦνται» γιά τό Ἵδρυμα Ὠνάση

Next Article

Ἐρωτήματα διὰ τὸ «πισωγύρισμα» τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας

Διαβάστε ακόμα