Ολόκληρο το ανακοινωθέν της Εκκλησίας της Ρωσίας για την διακοπή κοινωνίας

Share:

Με βαθύ πόνο η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έλαβε την ανακοίνωση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, που δημοσιεύθηκε στις 11 Οκτωβρίου 2018, σχετικά με τις ακόλουθες αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης: επιβεβαιώνοντας την πρόθεση «να χορηγήσει αυτοκεφαλία στην Ουκρανική Εκκλησία, ανοίγοντας ένα «Σταυροπήγιο» του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης στο Κίεβο. «Αποκαθιστώντας στην τάξη του επισκόπου η ιερέα» τους ηγέτες του ουκρανικού σχίσματος και των οπαδών τους και «επιστρέφοντας τους πιστούς στην εκκλησιαστική κοινωνία». «Ανακαλώντας την επιστολή του 1686 του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τη μεταβίβαση της Μητρόπολης του Κιέβου στο Πατριαρχείο της Μόσχας ως μέρος της».

 

Αυτές οι μη σύννομες αποφάσεις της Συνόδου υιοθετήθηκαν μονομερώς από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αγνοώντας τις εκκλήσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και του πληρώματος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και των αδελφών Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, των Προκαθημένων και ιεραρχών τους να διεξάγουν μία πανορθόδοξη συζήτηση επί του θέματος.

 

Η έναρξη κοινωνίας με εκείνους που παρεκκλίνουν σε σχίσμα και μάλιστα με εκείνους που αποκηρύσσονται από την Εκκλησία ισοδυναμεί με απόκλιση σε σχίσμα και καταδικάζεται έντονα από τους κανόνες της Αγίας Εκκλησίας: «Αν κάποιος από τους επισκόπους, τους πρεσβυτέρους η τους διακόνους η ο οποιοσδήποτε κατά τον Κανόνα βρεθεί να κοινωνεί με ακοινώνητα άτομα, ας καταστεί και αυτός ακοινώνητος ως φέρων σύγχυση στην τάξη της Εκκλησίας» (Σύνοδος Αντιοχείας Κανόνας 2, Αποστολικοί Κανόνες 10, 11).

 

Η απόφαση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης «να αποκαταστήσει» κανονικώς και να αποδεχτεί τον πρώην Μητροπολίτη Φιλάρετο Ντενισένκο σε κοινωνία, που είναι ακοινώνητος από την Εκκλησία, αγνοεί διάφορες διαδοχικές αποφάσεις των Συνόδων των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η εγκυρότητα των οποίων είναι πέραν πάσης αμφιβολίας.

 

Με την απόφαση της Επισκοπικής Συνόδου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στις 27 Μαΐου 1992 στο Χάρκοβο, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος (Denisenko), λόγω της αποτυχίας του να εκπληρώσει τις υποσχέσεις που έδωσε με όρκο στον Τ. Σταυρό και το Ευαγγέλιο κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Συνόδου των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, απομακρύνθηκε από το θρόνο του Κιέβου και κατέστη έκπτωτος.

 

Η Σύνοδος των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με το ψήφισμα της 11ης Ιουνίου 1992, επιβεβαίωσε την απόφαση του Συμβουλίου του Χάρκοβου και καθαίρεσε τον Φιλάρετο Ντενισένκο στερώντας τον από όλες τις τάξεις της ιερωσύνης σύμφωνα με τις ακόλουθες κατηγορίες: «Σκληρή και αλαζονική στάση στους κληρικούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία του, απολυταρχία και εκβιασμός (Τιτ. 1: 7-8, Αποστολικός Κανόνας 27, φέρνοντας πειρασμό στην κοινότητα των πιστών με τη συμπεριφορά και την ιδιωτική ζωή του) (Μτ 18: 7, Α΄  Οικουμενική Σύνοδος Κανόνας 3, Στ΄  Οικουμενική Σύνοδος Κανόνας 5), ψευδορκία (Αποστολικός Κανόνας 25), δημόσια συκοφαντία και βλασφημία εναντίον της Συνόδου των Επισκόπων (Β΄  Οικουμενική Σύνοδος Κανόνας 6), άσκηση θείων λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένων των χειροτονιών παρά την κατάσταση έκπτωσης (Αποστολικός Κανόνας 28), αίτιος σχίσματος στην Εκκλησία (Πρωτοδευτέρα Σύνοδος Κανόνας 15). Όλες οι χειροτονίες που τέλεσε ο Φιλάρετος σε κατάσταση έκπτωσης από τις 27 Μαΐου 1992 και οι καθαιρέσεις που επιβλήθηκαν από τον ίδιο αναγνωρίστηκαν ως άκυρες.

 

Παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις σε μετάνοια, ο Φιλάρετος Ντενισένκο μετά την απομάκρυνσή του συνέχισε τη σχισματική του δραστηριότητα, και σε άλλες τοπικές εκκλησίες. Με την απόφαση της Συνόδου των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του 1997, αναθεματίστηκε.

 

Αυτές οι αποφάσεις αναγνωρίστηκαν από όλες τις Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Συγκεκριμένα, στις 26 Αυγούστου 1992, ο Αγιώτατος Πατριάρχης Βαρθολομαίος της Κωνσταντινούπολης στην απάντησή του σε επιστολή του Αγιωτάτου Πατριάρχη Αλεξίου Β΄  της Μόσχας και πασών των Ρωσιών, έγραψε για την απομάκρυνση του μητροπολίτη Φιλάρετου του Κιέβου: «Η μεγάλη μας Εκκλησία του Χριστού, αναγνωρίζοντας την πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα της Άγιας Ρωσικής Εκκλησίας σας σε αυτό το θέμα, αποδέχεται συνοδικά την απόφαση για τα παραπάνω».

 

Στην επιστολή του Πατριάρχη Βαρθολομαίου της 7ης Αυγούστου 1997 προς τον Πατριάρχη Αλέξιο Β΄ , λέει ότι «έχοντας λάβει την ειδοποίηση για αυτή την απόφαση, έχουμε ενημερώσει την ιεραρχία του Οικουμενικού Θρόνου για αυτό και τους ζητήσαμε από δω και πέρα να μην έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με αυτά τα πρόσωπα».

 

Σήμερα, μετά από περισσότερο από δύο δεκαετίες, το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης άλλαξε τη θέση του για πολιτικούς λόγους.

Στην απόφασή του να δικαιολογήσει τους ηγέτες του σχίσματος και να «νομιμοποιήσει» την ιεραρχία τους, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται σε ανύπαρκτα «κανονικά προνόμια του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης να δέχονται το έκκλητον ιεραρχών και κληρικών από όλες τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες». Αυτοί οι ισχυρισμοί με τη μορφή που τους δόθηκε σήμερα από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης δεν υποστηρίχτηκαν ποτέ από το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθώς δεν θεμελιώνονται στους ιερούς κανόνες, ενώ αντίθετα αγνοούν ιδιαίτερα τον κανόνα 15 της Συνόδου της Αντιόχειας: Ο επίσκοπος … πρέπει να δικαστεί από όλους τους επισκόπους της επαρχίας και αν όλοι τους έχουν εκδώσει κοινή απόφαση εναντίον του, σε πλήρη συμφωνία μεταξύ τους, ας μην δικαστεί πάλι από άλλους, αλλά αφήστε τη συναινετική ετυμηγορία των επισκόπων της επαρχίας να μένει απαράγραπτη». Οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύδονται επίσης από την πρακτική λήψης αποφάσεων των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και από ερμηνείες αξιόλογων κανονολόγων της Βυζαντινής και της σύγχρονης εποχής.

Έτσι, ο Ιωάννης Ζωναράς γράφει: «Ο Πατριάρχης [της Κωνσταντινούπολης] αναγνωρίζεται ως δικαστής όχι για όλους τους μητροπολίτες, αλλά μόνο για εκείνους που υπάγονται σε αυτόν. Γιατί ούτε οι μητροπολίτες της Συρίας, ούτε εκείνοι της Παλαιστίνης η της Φοινίκης η της Αιγύπτου δεν εκκαλούνται στην κρίση του παρά τη θέλησή τους, αλλά εκείνοι της Συρίας πρέπει να κριθούν από τον Πατριάρχη της Αντιόχειας, εκείνοι της Παλαιστίνης από εκείνον της Ιερουσαλήμ, ενώ οι Αιγύπτιοι κρίνονται από εκείνον της Αλεξάνδρειας, που τους χειροτονεί και στον οποίον υπάγονται».

Το ότι είναι αδύνατον να δεχθεί κανείς σε κοινωνία ένα άτομο που καταδικάστηκε σε μία άλλη Τοπική Εκκλησία δηλώνεται στον Κανόνα 116 (118) της Συνόδου της Καρχηδόνας: «Αυτός που, αφού έχει εκδιωχθεί … θα πάει κρυφά στις υπερπόντιες χώρες για να γίνει δεκτός σε κοινωνία, θα αποβληθεί από τον κλήρο». Το ίδιο ισχύει και στην κανονική επιστολή της Συνόδου προς τον Πάπα Κελεστίνο: «Όσοι κατέστησαν ακοινώνητοι στην επαρχία τους δεν θα ληφθούν σε κοινωνία από την Αγιότητά σας… Ο, τι ζητήματα και αν εγείρουν, θα πρέπει να λάβουν τέλος εντός της περιοχής τους».

 

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Πηδάλιόν του, μία έγκυρη πηγή του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, όπου ερμηνεύει τον Ι΄  κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, απορρίπτει την ψευδή άποψη περί δικαιώματος της Κωνσταντινούπολης να δέχεται έκκλητο από άλλες Εκκλησίες: «Ο Προκαθήμενος της Κωνσταντινούπολης δεν έχει δικαίωμα να ενεργεί σε επισκοπές και επαρχίες άλλων Πατριαρχών και αυτός ο κανόνας δεν του δίνει το δικαίωμα να δέχεται έκκλητον για οποιαδήποτε υπόθεση της ανά τον κόσμο Εκκλησίας…». Απαριθμεί αρκετά επιχειρήματα για αυτήν την ερμηνεία και αναφέρεται στην εφαρμογή των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων. Ο Αγ. Νικόδημος καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Επί του παρόντος … ο Προκαθήμενος της Κωνσταντινούπολης είναι ο πρώτος, μόνος και τελευταίος δικαστής των μητροπολιτών που υπάγονται σε αυτόν- αλλά όχι για εκείνους που υπάγονται σε άλλους Πατριάρχες. Γιατί, όπως θα λέγαμε, ο τελευταίος και γενικός κριτής για όλους τους Πατριάρχες είναι η Οικουμενική Σύνοδος και κανένας άλλος». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης δεν έχει κανονικά δικαιώματα να ακυρώσει τις αποφάσεις του δικαστηρίου που έγιναν από την Σύνοδο των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο σφετερισμός εξουσίας ανατροπής δικαστικών αποφάσεων και άλλων αποφάσεων άλλων Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι μόνο μία από τις εκφάνσεις μίας νέας ψευδούς διδασκαλίας που διακηρύσσεται σήμερα από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και αποδίδει στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης το δικαίωμα του «πρώτου άνευ ίσων» (primus sine paribus) με παγκόσμια δικαιοδοσία. «Αυτό το όραμα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τα δικά του δικαιώματα και τις εξουσίες έρχεται σε μία ανυπέρβλητη αντίφαση με την μακρόχρονη κανονική παράδοση επί της οποίας έχει οικοδομηθεί η ζωή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και άλλων Τοπικών Εκκλησιών», προειδοποίησε η Επισκοπική Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας το 2008 στο ψήφισμά της «για την Ενότητα της Εκκλησίας». Στο ίδιο ψήφισμα, η Σύνοδος κάλεσε την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης «να επιδείξει σύνεση έως την κοινή ορθόδοξη εξέταση των απαριθμούμενων καινοτομιών και να απέχει από βήματα που μπορούν να υπονομεύσουν την ορθόδοξη ενότητα. Επαληθεύεται αυτό ιδιαιτέρως στις προσπάθειες αναθεώρησης των κανονικών ορίων των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών».

Η Πράξη του 1686, που επιβεβαιώνει τη Μητρόπολη του Κιέβου ως τμήμα του Πατριαρχείου Μόσχας και υπογράφεται από τον Πατριάρχη Διονύσιο Α΄ της Κωνσταντινούπολης και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, δεν πρέπει να αναθεωρηθεί. Η απόφαση να «ανακληθεί» είναι κανονικά αδύνατη. Διαφορετικά, θα ήταν δυνατό να ακυρωθεί οποιοδήποτε έγγραφο ορίζει την κανονική επικράτεια και το καθεστώς μίας τοπικής εκκλησίας, ανεξάρτητα από την αρχαιότητα, την αυθεντικότητα και την κοινή εκκλησιαστική αναγνώριση.

 

Η Συνοδική Πράξη του 1686 και άλλα έγγραφα που την συνοδεύουν δεν αναφέρουν τίποτα ούτε για προσωρινό χαρακτήρα της μεταβίβασης της Μητρόπολης του Κιέβου στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας ούτε την δυνατότητα ακυρώσεως. Η προσπάθεια ιεραρχών του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης για πολιτικούς και υστερόβουλους λόγους να αναθεωρήσουν αυτό το ψήφισμα τώρα, μετά από τριακόσια χρόνια από την υιοθέτησή του, αντιβαίνει στο πνεύμα των κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας που δεν επιτρέπουν την αναθεώρηση καθιερωμένων ορίων της εκκλησίας που δεν έχουν αμφισβητηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι, ο κανόνας 129 (133) της Συνόδου της Καρχηδόνας αναφέρει: «Αν κάποιος … έφερε κάποιο τόπο σε καθολική ενότητα και το είχε στη δικαιοδοσία του για τρία χρόνια και κανείς δεν τον απαίτησε από αυτόν, τότε δεν θα απαιτηθεί από αυτόν, έστω και αν υπήρχε επίσκοπος κατά τη διάρκεια αυτών των τριών ετών που θα έπρεπε να το απαιτήσει, αλλά σιωπούσε». Και ο Κανόνας 17 της Δ΄  Οικουμενικής Συνόδου καθιερώνει τα τριάντα χρόνια ως όριο για μία πιθανή συνοδική εξέταση των διαφορών σχετικά με την κυριότητα ακόμη και συγκεκριμένων εκκλησιαστικών ενοριών: «Ενορίες σε κάθε μητρόπολη… θα είναι πάντοτε υπό την εξουσία των επισκόπων που τις διοικούν, ιδιαιτέρως εάν για τριάντα χρόνια αναμφισβήτητα ήταν υπό τη δικαιοδοσία και τη διακυβέρνησή τους».

Και πως είναι δυνατόν να ακυρωθεί μία απόφαση που ισχύει για τρεις αιώνες; Αυτό θα σήμαινε μία προσπάθεια να το θεωρήσει κανείς «σαν να ήταν ανύπαρκτο» καθ’ όλη τη διαδοχική ιστορία της εκκλησιαστικής ζωής. Σαν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να μην παρατηρεί ότι η Μητρόπολη του Κιέβου του 1686, η επιστροφή της οποίας διακηρύσσεται σήμερα ως δικό του τμήμα, είχε ουσιαστικά όρια διαφορετικά από τα σημερινά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και ότι χρησιμοποιούσε μόνο ένα μικρότερο μέρος της τελευταίας. Η Μητρόπολη του Κιέβου της εποχής μας περιλαμβάνει την πόλη του Κιέβου και αρκετές περιοχές δίπλα της. Το μεγαλύτερο μέρος των επισκοπών της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας όμως, ειδικά στα ανατολικά και νότια της χώρας, ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε ήδη ως μέρος της αυτοκέφαλης ρωσικής εκκλησίας, αποτελώντας καρπό της μεγάλης ιεραποστολικής και ποιμαντικής δραστηριότητάς της. Η παρούσα ενέργεια του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης είναι μία προσπάθεια να καταλάβει αυτό που δεν του ανήκε ποτέ.

Η Πράξη του 1686 έθεσε ένα όριο στη χρονική περίοδο διακοσίων ετών της αναγκαστικής διαίρεσης στην μακραίωνη ιστορία της Ρωσικής Εκκλησίας, η οποία, καθ’ όλες τις μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες, είχε ανέκαθεν την αυτοσυνειδησία ενός ενιαίου συνόλου. Μετά την ενοποίηση της Ρωσικής Εκκλησίας το 1686, κανείς δεν αμφέβαλε για πάνω από τρεις αιώνες ότι οι Ορθόδοξοι στην Ουκρανία είναι το ποίμνιο της Ρωσικής Εκκλησίας και όχι του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Και σήμερα, σε αντίθεση με την πίεση των εξωτερικών αντί-εκκλησιαστικών δυνάμεων, αυτό το πολλών εκατομμυρίων ποίμνιο περιθάλπει την ενότητα της Εκκλησίας όλων των Ρώσων και την πιστότητα σε αυτήν.

Η προσπάθεια του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης να αποφασίσει τη μοίρα της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας χωρίς τη συγκατάθεσή της είναι μία αντικανονική καταπάτηση στις εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες κάποιου άλλου. Κανόνας της εκκλησίας αναφέρει: «Ο ίδιος κανόνας θα τηρείται παντού στις άλλες επισκοπές και επαρχίες, ώστε κανένας από τους πεφιλημένους από τον Θεό Επισκόπους να μην αναλάβει τον έλεγχο οποιασδήποτε επαρχίας που δεν έχει μέχρι τώρα … Αλλά αν κάποιος έχει βίαια λάβει και υπαγάγει [μία επαρχία] θα την εγκαταλείψει, για να μην παραβιάζονται οι Κανόνες των Πατέρων η να μην πραγματοποιούνται οι ματαιοδοξίες της κοσμικής τιμής με πρόσχημα το ιερό λειτούργημα. Ειδάλλως χάνουμε, χωρίς να το γνωρίζουμε, σιγά-σιγά, την ελευθερία που μας έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Σώζων όλους τους ανθρώπους από το δικό του αίμα » (Γ΄   Οικουμενική Σύνοδος Κανόνας 8). Στην απόφανση αυτού του κανόνα υποπίπτει και η απόφαση του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης να καθιερώσει, σε συμφωνία με τις κοσμικές αρχές, το «Σταυροπήγιό» του στο Κίεβο χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση της κανονικής ανώτατης αρχής της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Με την υποκριτική δικαιολόγησή της από την επιθυμία να αποκατασταθεί η ενότητα της Ορθοδοξίας της Ουκρανίας, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με τις ασύνετες και πολιτικά παρακινούμενες αποφάσεις του, φέρνει σε ακόμα μεγαλύτερη διαίρεση και επιδεινώνει την ταλαιπωρία της κανονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Για να δεχθούμε σε κοινωνία σχισματικούς και έναν άνθρωπο αναθεματισμένο σε μία άλλη τοπική εκκλησία με όλους τους «επισκόπους» και «κληρικούς» που χειροτόνησε ο ίδιος, την καταπάτηση στις κανονικές περιοχές κάποιου άλλου, την προσπάθεια να εγκαταλείψει τις δικές του ιστορικές αποφάσεις και δεσμεύσεις – όλο αυτό οδηγεί το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης πέρα από τον κανονικό χώρο και, για μεγάλη μας θλίψη, μας καθιστά αδύνατο να συνεχίσουμε την Ευχαριστιακή κοινωνία με τους Ιεράρχες του, τον κλήρο και τον λαό. Από δω και στο εξής, μέχρι την απόρριψη των αντί-κανονικών αποφάσεων από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, είναι αδύνατο για όλους τους κληρικούς της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να συλλειτουργούν με τους κληρικούς της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και για τους λαϊκούς να συμμετέχουν σε μυστήρια που τελούνται στις εκκλησίες τους.

Η μετακίνηση ιεραρχών η κληρικών από την κανονική Εκκλησία προς τους σχισματικούς η την είσοδο στην Ευχαριστιακή κοινωνία με αυτούς είναι κανονικό έγκλημα που περιλαμβάνει τα κατάλληλα επιτίμια.

Με θλίψη ανακαλούμε την προφητεία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού για την εποχή του πειρασμού και των ειδικών ταλαιπωριών των χριστιανών: Λόγω της αύξησης της κακίας, η αγάπη των περισσότερων θα ψυχρανθεί (Ματθ 24:12). Σε μία κατάσταση βαθιάς υπονόμευσης των διορθόδοξων σχέσεων και πλήρους αγνόησης των μακραίωνων κανόνων του εκκλησιαστικού δικαίου, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας πιστεύει ότι το καθήκον της είναι να υπερασπιστεί τις θεμελιώδεις παραδόσεις της Ορθοδοξίας, την υπεράσπιση της Ιερής Παράδοσης της Εκκλησίας που αντικαταστάθηκε από καινές και ξένες διδασκαλίες περί παγκόσμιας εξουσίας του πρώτου μεταξύ των Προκαθημένων.

Κάνουμε έκκληση προς τους Προκαθημένους και τις Ιερές Συνόδους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών να αξιολογήσουν σωστά τις προαναφερθείσες αντικανονικές ενέργειες του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και να αναζητήσουν από κοινού μία διέξοδο από τη σοβαρή κρίση που σχίζει το σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Εκφράζουμε την ολόπλευρη υποστήριξή μας προς τον Μακαριότατο Ονούφριο, τον Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας και στο πλήρωμα της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε μία εποχή τόσο σκληρή γι ‘αυτήν. Προσευχόμαστε για την ενδυνάμωση της πιστής στάσης της σε μία θαρραλέα αγρυπνία για την αλήθεια και την ενότητα της κανονικής Εκκλησίας στην Ουκρανία.

Ζητάμε από τους πρωθιερείς, τους κληρικούς, τα μοναστήρια και τους λαϊκούς ολόκληρής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να ενισχύσουν τις προσευχές τους για τους ομόδοξους αδελφούς και τις αδελφές στην Ουκρανία. Ας επισκιάζει όλους μας το πέπλο της προσευχής της Παναγίας Ουράνιας Βασίλισσας, των θεοτιμήτων πατέρων των Σπηλαίων του Κιέβου, του Άγιου Ιώβ του Ποχαέφ, των νέων μαρτύρων και ομολογητών και όλων των Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας.

 

(Μτφ: Ο.Τ. Αναμένεται η επίσημη μετάφραση όπως επίσης και η δημοσίευση των εκτενών πρακτικών)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Previous Article

Άγιος γέροντας Παΐσιος. Κόνιτσα – Ιερά Μονή Παναγίας Στομίου. Ο δρόμος προς την αιωνιότητα

Next Article

Πατριάρχης Σερβίας: ”Καταστροφική η απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη”

Διαβάστε ακόμα