Πόσον διαφέρει τὸ Φανάρι ἀπὸ τὴν Ρώμην;

Share:

Ὁ Καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς Δρ. Robert Fastiggi, εἰς συνεργασίαν μὲ τοὺς Δρ. Dawn Eden Goldstein καὶ William Doino, ἐδημοσίευσεν ἄρθρον μὲ τίτλον «Ὁ Πάπας Φραγκίσκος καὶ ἡ παπικὴ ἐξουσία ὑπὸ ἐπίθεση», ἀπὸ τὸ ὁποῖον δύναται κανεὶς νὰ πληροφορηθῆ ὅλη τὴν κριτικὴν ποὺ ἀσκεῖται τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὸν Πάπαν. Τὸ μετεφράσαμεν καὶ τὸ ἀναδημοσιεύομεν μὲ ἰδικούς μας μεσοτίτλους, κυρίως διὰ νὰ ἀντιληφθῆ ὁ μυημένος ἀναγνώστης τοῦ «Ο.Τ.», πῶς σταδιακὰ συγκλίνει ἡ θεολογία καὶ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ «Πάπα τῆς Ἀνατολῆς» μὲ αὐτὴν τοῦ παπισμοῦ. «Ἐκκλησία» εἶναι ὅ,τι κοινωνεῖ μὲ τόν πρῶτον Ὁποιοσδήποτε καλὸς Καθολικὸς γνωρίζει πόσο σημαντικὸς εἶναι ὁ παπισμὸς γιὰ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Νὰ εἶσαι Καθολικὸς σημαίνει νὰ εἶσαι σὲ κοινωνία μὲ τὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα. Ἡ Β΄ Βατικανὴ διδάσκει ὅτι ὅσοι εἶναι πλήρως ἐνσωματωμένοι στὴν Ἐκκλησία «ἑνώνονται μαζί της ὡς μέρος τῆς ὁρατῆς σωματικῆς δομῆς της καὶ μέσω αὐτῆς μὲ τὸν Χριστό, ποὺ τὴν κυβερνᾶ μέσω τοῦ Ἀνώτατου Ποντίφικα καὶ τῶν Ἐπισκόπων» (Lumen gentium, 14). Ἡ ἐξουσία τοῦ Πάπα προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ προστατεύεται θεϊκά. Ἡ Α΄ Βατικανὴ διδάσκει ξεκάθαρα ὅτι «ἡ καθέδρα τοῦ Ἁγίου Πέτρου παραμένει πάντοτε ἀπρόσβλητη ἀπὸ ὁποιοδήποτε λάθος σύμφωνα μὲ τὴ θεία ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Σωτήρα μας, ποὺ δόθηκε στὸν πρίγκηπα τῶν μαθητῶν του» (Denz.-Ἡ 3070, βλέπε Πρ. 22:32) . Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ διασφαλίσουν ὅτι «στὴν Ἀποστολικὴ Ἕδρα» ἡ Καθολικὴ θρησκεία «πάντα θὰ διατηρηθεῖ ἄθικτη καὶ τὰ ἱερὰ δόγματα τιμημένα» (Denz.-Ἡ 3066 • βλ. Τὴ φόρμουλα τοῦ Πάπα Ὀρμίσδα • Denz.-H 363-365). Δέσμευσις τῶν χειροτονουμένων Οἱ Καθολικοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκδηλώνουν εὐλάβεια καὶ ὑπακοὴ στὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα. Ἐνῶ αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τὰ μέλη τοῦ Καθολικοῦ κλήρου καὶ ἐκείνων ποὺ ἑτοιμάζονται γιὰ τὴν ἱερωσύνη. Ὁ Κανόνας 245.2 τοῦ Κώδικα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ 1983 μᾶς λέει ὅτι οἱ μαθητὲς κατὰ τὴν ἱερατική τους διαμόρφωση «δεσμεύονται ἀπὸ ταπεινὴ καὶ υἱικὴ εὐμένεια πρὸς τὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα». Ὁ Καν. 273 ἀναφέρει ὅτι «οἱ κληρικοὶ δεσμεύονται ἀπὸ μία εἰδικὴ ὑποχρέωση νὰ ἐπιδεικνύουν εὐλάβεια καὶ ὑπακοὴ στὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα καὶ στὴ δική τους χειροτονία». Μὴ ἐπιτίθεσθε εἰς τὸν θεσμόν! Ἡ ἐπίθεση στὸ πρόσωπο τοῦ πάπα εἶναι ἐπίθεση στὸ ἀξίωμά του, ἐπειδὴ ὁ Ρωμαῖος Ποντίφικας δὲν εἶναι ἁπλῶς κάτοχος ἀξιώματος. Ἡ Β΄ Βατικανὴ διδάσκει ὅτι «ὁ Ρωμαῖος Ποντίφικας, ὡς διάδοχος τοῦ Πέτρου, εἶναι ἡ ἀέναη καὶ ὁρατὴ ἀρχὴ καὶ τὸ θεμέλιο τῆς ἑνότητας τόσο τῶν ἐπισκόπων ὅσο καὶ τῶν πιστῶν» (Lumen gentium, 23). Ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας (1439) ἀναγνωρίζει τὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα ὡς «τὸν ἐπικεφαλῆς ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πατέρα καὶ τὸν δάσκαλο ὅλων τῶν χριστιανῶν», στοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς ἔδωσε «τὴν πλήρη δύναμη τῆς τροφοδότησης, τῆς διακυβερνήσεως καὶ τῆς διοίκησης ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας» (Denz. -Ἡ 1307). Ἡ Α΄ Βατικανὴ (1870) καθιστᾶ σαφὲς ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης ἀπολαμβάνει μία ὑπέρτατη ἐξουσία, ποὺ εἶναι «ἁπλὴ καὶ ἄμεση … πάνω ἀπὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τοὺς ποιμένες καὶ τοὺς πιστοὺς» (Denz.-H 3064). Μηδὲν πράττειν ἄνευ τοῦ πρώτου Ἡ Β΄ Βατικανὴ ἐπαναβεβαιώνει τὴν «ὑπέρτατη καὶ πλήρη ἐξουσία τοῦ Ρωμαίου Ποντίφικα πάνω στὴν παγκόσμια Ἐκκλησία» (Lumen gentium, 22). Ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ τάξη τῶν ἐπισκόπων «εἶναι ἐπίσης τὸ ὑποκείμενο τῆς ὑπέρτατης καὶ πλήρους ἐξουσίας ἐπὶ τῆς παγκόσμιας ἐκκλησίας, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἀντιλαμβανόμαστε αὐτὸ τὸ σῶμα μαζὶ μὲ τὴν κεφαλή του, τὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα καὶ ποτὲ χωρὶς αὐτὴν τὴν κεφαλὴ» (Lumen gentium 22). Οἱ Ἐπίσκοποι πρέπει πάντα νὰ διδάσκουν σὲ κοινωνία μὲ τὸν Πέτρο καὶ ὑπὸ τὸν Πέτρο – cum Petro et sub Petro – εἰδάλλως δὲν ἔχουν ἐξουσία νὰ διδάξουν. Μὴ ἐπικρίνετε τὴν ἠθικὴν τοῦ πρώτου Οἱ Πάπες, φυσικά, μποροῦν νὰ κάνουν λάθη στὶς προληπτικές τους κρίσεις καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἁμαρτήσουν στὴν προσωπική τους ζωή. Παρόλο ποὺ οἱ πάπες διδάσκουν μὲ ἐξουσία, δὲν εἶναι ὅλες οἱ δογματικές τους κρίσεις ἀλάθητες. Ἡ Ἐπιτροπὴ γιὰ τὸ δόγμα τῆς πίστης [CDF], στὴν ὁδηγία της τοῦ 1990, Donum veritatis, τὸ ἀναγνώρισε αὐτό. Ἡ CDF, ὡστόσο, σημείωσε ἐπίσης ὅτι «θὰ ἦταν ἀντίθετο στὴν ἀλήθεια, ἄν, ξεκινώντας ἀπὸ κάποιες ἰδιαίτερες περιπτώσεις, μποροῦσε κάποιος νὰ καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ Magisterium τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ συνήθως νὰ σφάλλει στὶς προληπτικὲς κρίσεις του ἢ ὅτι δὲν ἀπολαμβάνει θεία βοήθεια στὴν ἀκέραιη ἄσκηση τῆς ἀποστολῆς του» (ἀριθ. 24). Ὁ Πάπας Φραγκίσκος ἔχει παραδεχτεῖ τὰ λάθη του σχετικὰ μὲ τὶς σεξουαλικὲς κακοποιήσεις στὴ Χιλὴ καὶ ἔχει ἐπίσης ἐκφράσει τὴν ἀνοιχτότητά του στὴν ἐποικοδομητικὴ κριτική. Ὁρισμένοι ἐπικριτὲς τοῦ Φραγκίσκου, ὡστόσο, ξεπερνοῦν τὴν ἐποικοδομητικὴ κριτικὴ καὶ προσπαθοῦν νὰ ὑπονομεύσουν τὴν ἠθικὴ καὶ δογματική του ἐξουσία σὲ κάθε εὐκαιρία. Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῶν πιστῶν «νὰ ἐκφράσουν τὴ γνώμη τους γιὰ τὰ πράγματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ καλὸ τῆς Ἐκκλησίας». Αὐτὸ ὅμως πρέπει πάντα νὰ γίνεται «μὲ ἀλήθεια, μὲ θάρρος καὶ μὲ σύνεση, μὲ εὐλάβεια καὶ φιλανθρωπία πρὸς ὅσους λόγω τοῦ ἱεροῦ τους καθήκοντος ἀντιπροσωπεύουν τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ» (Lumen gentium, 37, βλέπε 1983 CIC κανόνας 212.3). Μὴ ἀσκεῖτε κριτικὴν Ἂν καὶ οἱ προληπτικὲς παπικὲς κρίσεις ἀπαιτοῦν προσεκτικὴ ἐξέταση, οἱ παπικὲς διδασκαλίες σχετικὰ μὲ τὴν πίστη καὶ τὰ ἠθικὰ πρέπει νὰ τηροῦνται μὲ «θρησκευτικὴ ὑποταγὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θέλησης» ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ πάπας δὲν μιλάει ex cathedra. (Lumen gentium 25). Αὐτὴ ἡ θρησκευτικὴ ὑποταγὴ «πρέπει νὰ δείχνεται μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε τὸ ἀνώτατο Magisterium του νὰ ἀναγνωρίζεται μὲ εὐλάβεια» καὶ «οἱ κρίσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ αὐτόν, νὰ τηροῦνται μὲ εἰλικρίνεια, σύμφωνα μὲ τὴν ἔκδηλη θέλησή του καὶ τὸν νοῦ» (Lumen gentium 25). Πολλοὶ κριτικοί τοῦ παπισμοῦ, ὡστόσο, ἀποτυγχάνουν νὰ ἐπιδείξουν σωστὴ εὐλάβεια πρὸς τὴν διδακτικὴ ἐξουσία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου. Φαίνεται νὰ ἐμπιστεύονται τὶς δικές τους κρίσεις περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι ἐμπιστεύονται τὴν καθοδήγηση τοῦ διαδόχου τοῦ Πέτρου ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Μὴ τὸν κατηγορεῖτε δι’ αἵρεσιν Τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει προκύψει μία συντονισμένη ἐπίθεση στὴ δογματικὴ καὶ ἠθικὴ ἐξουσία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου. Μετὰ τὴν ἔκδοση τῆς μετα-συνοδικῆς προτροπῆς τοῦ Ἁγίου Πατέρα, Amoris laetitia, οἱ κριτικοὶ τοῦ παπισμοῦ πῆραν φόρα. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 2016, τέσσερις καρδινάλιοι δημοσιοποίησαν τὴν dubia (ἀμφισβήτησή) τους στὸ Πάπα Φραγκίσκο, ποὺ ὑποδήλωνε ὅτι ὁ Ἅγιος Πατέρας εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ ἠθικὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Καθολικοὶ μελετητὲς καὶ ἱεράρχες, ὅμως, ὑπερασπίστηκαν τὴν ὀρθοδοξία τῆς Amoris laetitia καὶ διαπίστωσαν ὅτι τὰ πέντε σημεῖα τῆς ἀμφισβητήσεως βασίζονται σὲ παρανοήσεις τῆς μετα-συνοδικῆς προτροπῆς ὡς συνόλου. Οἱ κριτικοὶ τῆς Amoris laetitia λειτουργοῦν ὑπὸ μία ἑρμηνευτικὴ τῆς καχυποψίας μᾶλλον παρὰ ὑπὸ τὴν ἑρμηνευτικὴ τῆς συνέχειας καὶ τῆς μεταρρύθμισης ποὺ εἶχε προωθήσει ὁ Πάπας Βενέδικτος XVI. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2017 μία ὁμάδα μελετητῶν ἐξέδωσε δημοσίως ἕνα Correctio filialis (υἱικὴ διόρθωση), τὸ ὁποῖο ἀνταπάντησε στὴν ὑποτιθέμενη «διάδοση τῶν αἱρέσεων» τοῦ Πάπα Φραγκίσκου ἀπὸ τὴν Amoris laetitia καὶ ἀπὸ τὰ «ἄλλα του λόγια, πράξεις καὶ παραλείψεις». Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ Correctio filialis παρέβη τοὺς κανόνες γιὰ τὸν σεβασμὸ τοῦ θεολογικοῦ λόγου ποὺ καθόρισε τὸ 1990 ὁ Καρδινάλιος Ratzinger (τ. Πάπας Βενέδικτος). Μετὰ τὴν ἀναθεώρηση τῆς «Κατήχησης τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας» γιὰ τὴν θανατικὴ ποινή, τὴν 1η Αὐγούστου τοῦ 2018, ἀπὸ τὸν Πάπα Φραγκίσκο, μία ὁμάδα 75 ἀκαδημαϊκῶν μελετητῶν ἔγραψε στοὺς καρδινάλιους τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἦταν σοβαρὸ καθῆκον της, δεσμευτικὸ γιὰ τοὺς ἴδιους «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας»- νὰ διορθώσει τὸν Πάπα Φραγκίσκο γιὰ τὴ θέση ποὺ ἔλαβε σχετικὰ μὲ τὴ θανατικὴ ποινὴ «ἀντίθετα μὲ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ». Αὐτοὶ οἱ ἐπικριτές, ὅμως, ἀποτυγχάνουν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς ὑπόκειται στὴν κρίση τοῦ Magisterium τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ δική τους (βλ. Β΄ Βατικανή, Dei Verbum 12). Θεωροῦν ἐπίσης ὅτι ἡ κατανόησή τους ποὺ ἀφορᾶ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σχετικὰ μὲ τὴ θανατικὴ ποινὴ εἶναι σωστὴ παρὰ ὅ,τι, στὴν πραγματικότητα, ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ ἀξιόλογους Καθολικοὺς μελετητές. Συγκάλυψις παρὰ τὰς ἀποκαλύψεις Ἀργότερα τὸν ἴδιο μήνα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Carlo Maria Vigano, ὁ πρώην παπικὸς νούτσιος στὶς ΗΠΑ ἔγραψε ἕνα φάκελο 11 σελίδων, στὸν ὁποῖο ἐπέκρινε ὀνομαστικὰ πολλοὺς καρδινάλιους καὶ ἐπισκόπους καὶ κάλεσε τὸν Πάπα Φραγκίσκο νὰ παραιτηθεῖ λόγῳ τῆς ὑποτιθέμενης ἄρσης κυρώσεων ἐναντίον τοῦ πρώην Καρδινάλιου Θεοδώρου McCarrick. Ἡ ἀκρίβεια τῶν κατηγοριῶν τοῦ Vigano ἀμφισβητήθηκε ἔντονα ἀπὸ Καθολικοὺς μελετητές, ὅπως οἱ Andrea Tornielli καὶ Gianni Valente, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μαζὶ συντάξει ἕνα βιβλίο γιὰ τὴν ὑπόθεση Vigano μὲ τίτλο «Ἡ Ἡμέρα τῆς Κρίσης» (Il Giorno del Giudizio). Ἡ μομφὴ «παραδοσιαρχικοὶ» Πιὸ πρόσφατα, ὁ καρδινάλιος Gerhard Muller ἐξέδωσε ἕνα δογματικὸ «μανιφέστο», τὸ ὁποῖο θεωρεῖται ὡς σιωπηρὴ διόρθωση ὑποτιθέμενων λαθῶν τοῦ Πάπα Φραγκίσκου. Ἂν καὶ ὑπάρχουν πολλὲς παραδοχὲς σὲ αὐτὸ τὸ μανιφέστο, ποὺ μποροῦν νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅλοι οἱ Καθολικοί, ὑπάρχουν καὶ κάποιες σοβαρὲς παραλείψεις. Ὁ καρδινάλιος Muller θρηνεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι «σήμερα πολλοὶ Χριστιανοὶ δὲν γνωρίζουν πλέον οὔτε τὶς βασικὲς διδασκαλίες τῆς Πίστης». Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἄγνοια τῆς πίστης ἦταν πάντα μία πραγματικότητα σὲ ὁρισμένα μέρη τοῦ κόσμου ἀπὸ τὶς πρῶτες ἤδη ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λάθος νὰ ὑπονοοῦμε ὅτι ἡ ἄγνοια αὐτὴ προέκυψε ξαφνικὰ κατὰ τὴν περίοδο ποὺ Ποντίφικας εἶναι ὁ Φραγκίσκος. Ὁ Muller ὑπογραμμίζει τὴ σημασία τῆς Κατήχησις τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ παραλείπει νὰ ἀναφέρει πὼς ὁ Πάπας Φραγκίσκος ἐνθάρρυνε τὴ μελέτη τῆς Κατήχησις ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ποντιφικῆς περιόδου του. Ὁ Καρδινάλιος πιστεύει ὅτι ἡ παροῦσα σιωπὴ σχετικὰ μὲ τὶς ἀλήθειες τῆς πίστης εἶναι ἡ τιμὴ τῆς «ἀποστασίας» (CCC 675) καὶ ἡ «ἀπάτη τοῦ Ἀντίχριστου». Ἂν ἡ πρόθεσή του εἶναι νὰ ὑποδείξει ὅτι ἡ ποντιφικὴ περίοδος τοῦ Φραγκίσκου εἶναι «ἡ τελευταία δοκιμασία τῆς Ἐκκλησίας», τότε παίζει ἀκριβῶς μὲ τοὺς ἀποκαλυπτικοὺς φόβους πολλῶν Καθολικῶν «παραδοσιαρχικῶν». Ἡ πιὸ ἀξιοσημείωτη παράλειψη στὸ μανιφέστο Muller εἶναι ἡ πλήρης ἀπουσία ὁποιασδήποτε μνείας γιὰ τὸ λειτούργημα τοῦ Ρωμαίου Ποντίφικα ἢ τοῦ νῦν Ἁγίου Πατέρα. Ὁ Muller πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἡ διδακτική του ἐξουσία ὡς ἐπίσκοπος καὶ καρδινάλιος πρέπει νὰ ἀσκεῖται σὲ κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, διότι «τὸ κολλέγιο ἢ σῶμα τῶν ἐπισκόπων δὲν ἔχει ἐξουσία πλὴν ὁμοῦ μὲ τὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα, τὸν διάδοχο τοῦ Πέτρου ὡς κεφαλὴ» (Lumen gentium, 22). Σὲ μία συνέντευξή του στὸ National Catholic Register τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 2017, ὁ καρδινάλιος Muller δήλωσε: «Διατηρῶ ἀκράδαντα τὴν πίστη μου στὸν Πάπα Φραγκίσκο, στὸν ὁποῖο εἶμαι ἀφοσιωμένος ὡς πιστὸς συνεργάτης». Ἂν ὁ Σεβασμιώτατος εἶναι πιστὸς συνεργάτης μὲ τὸν Πάπα Φραγκίσκο καὶ τοῦ Πετρείου λειτουργήματος, πρέπει νὰ ἐξηγήσει, γιατί στὸ μανιφέστο του ἀποφεύγει ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ σὲ αὐτὲς τὶς βασικὲς πτυχὲς τῆς καθολικῆς πίστης. Ὁ καρδινάλιος Muller πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι τὸ μανιφέστο του γίνεται ἀντιληπτὸ ὡς μία ἐλαφρῶς καλυμμένη ἐπίθεση στὸν Πάπα Φραγκίσκο. Ἂν αὐτὸ δὲν συμβαίνει, ὁ Σεβασμιώτατος πρέπει νὰ τὸ πεῖ καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν πίστη του στὸν Ἅγιο Πατέρα. Θέλημα Θεοῦ αἱ θρησκεῖαι! Οἱ πιὸ πρόσφατες ἐπιθέσεις ἐναντίον τοῦ Πάπα Φραγκίσκου εἶναι γιὰ τὸ κοινό του ἔγγραφο μὲ τὸν Μεγάλο Ἰμάμη τοῦ Al-Azhar, Ἀχαμὰτ Ἂλ Τάγιϊμ μὲ τίτλο «Ἔγγραφο περὶ τῆς Ἀνθρώπινης Ἀδελφότητας γιὰ τὴν Παγκόσμια Εἰρήνη καὶ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ζωή». Ἕνας Καθολικὸς φιλόσοφος κατηγόρησε τὸν Πάπα Φραγκίσκο γιὰ αἵρεση, ἐπειδὴ δήλωσε ὅτι «ὁ πλουραλισμὸς καὶ ἡ ποικιλομορφία τῶν θρησκειῶν … εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸς ὁ φιλόσοφος, δυστυχῶς, ξεχνᾶ τὴ διδασκαλία τῆς Α΄ Βατικανῆς ὅτι «μὲ τὴν πρόνοιά του ὁ Θεὸς προστατεύει καὶ κυβερνᾶ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχει κάνει … Γιατί «πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ» [Ἑβ 4:13], ἀκόμη καὶ ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη δράση τῶν κτισμάτων»(Denz.- H. 3003). Ἐὰν ὅλα τὰ πράγματα διέπονται ἀπὸ θεϊκὴ πρόνοια, τότε ἀσφαλῶς περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὕπαρξη διαφορετικῶν θρησκειῶν. Ὁ Θεὸς θέλησε διαφορετικὲς θρησκεῖες νὰ προκύψουν μέσα σὲ διάφορους πολιτισμούς, ἐπειδὴ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἁγιότητας ποὺ βρέθηκαν μέσα σὲ αὐτὲς θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμεύσουν ὡς «προετοιμασία γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο». Αὐτὴ εἶναι μία θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς Β΄ Βατικανῆς, μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες συν­εισφορές της στὴν κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ σχέση της μὲ ἄλλες θρησκεῖες καὶ τὴν κλήση της γιὰ ἱεραποστολή. Οἱ ἀρχές της καθορίζονται στὸ Lumen gentium, 16 καὶ 17, καὶ διευκρινίζονται περαιτέρω στὸ Ad gentes, 3 καὶ 11 (ποὺ μιλᾶνε γιὰ τὰ «σπέρματα τοῦ Λόγου») καὶ Nostra aetate, 2. Ἂν ἀμφισβητήσουμε αὐτὴ τὴ διδασκαλία, ἀμφισβητοῦμε τὴν αὐθεντία τῆς ἴδιας τῆς Συνόδου. Οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς Συνοδικότητος ὑπονομεύουν τὸν πρῶτον Πολλοὶ ἀπὸ ὅσους ἀσκοῦν κριτικὴ στὸν Πάπα Φραγκίσκο ἐπιθυμοῦν νὰ ἐλαχιστοποιήσουν τὴν παπικὴ ἐξουσία. Ἕνας γνωστὸς Δομινικανὸς θεολόγος, ἀνήσυχος ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐξέλαβε ὡς λάθη τῆς Amoris laetitia, πρότεινε ἀλλαγὲς στὸ κανονικὸ δίκαιο ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν, ὥστε πάπες ποὺ διδάσκουν λάθη νὰ διορθώνονται ἢ νὰ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸ ἀξίωμα. Ἄλλοι, ἐνῶ σταμάτησαν νὰ ἀποκαλοῦν τὸν Φραγκίσκο αἱρετικό, ἐπικαλέστηκαν προηγούμενα παραδείγματα παπικοῦ λάθους, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὶς ἐπικρίσεις τους γιὰ τὸν πάπα – παρόλο ποὺ αὐτὰ τὰ εἰκαζόμενα λάθη ἔχουν ἀποδειχθεῖ μὴ αἱρετικά. Ἕνας γνωστὸς κανονολόγος, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς μεταβολὲς τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στὴν Κατήχηση γιὰ τὴ θανατικὴ ποινή, ἐπιχειρηματολόγησε ὅτι «δὲν ὑπάρχει ‘ἕνα καθαρὰ παπικὸ’ magisterium». Ἡ σαφὴς ὑπόνοια εἶναι ὅτι, πέραν τῶν ex cathedra ρήσεων, ὁ Ρωμαῖος Ποντίφικας δὲν μπορεῖ νὰ διδάξει ὡς αὐθεντία μέσω τοῦ magisterium χωρὶς τὴ συγκατάθεση τῶν ἐπισκόπων. Οἱ περισσότεροι ἐπικριτὲς τοῦ παπισμοῦ φαίνεται νὰ ἔχουν ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικό: τὴν πεποίθηση ὅτι γνωρίζουν καλύτερα τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν πάπα. Τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, οἱ Συνοδικοὶ (Conciliarists) πίστευαν ὅτι μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶχε ἐξουσία πάνω στὸν πάπα. Τώρα οἱ ἐπικριτὲς τοῦ παπισμοῦ προσ­παθοῦν νὰ διεκδικήσουν τὴν ἐξουσία τους πάνω στὸν πάπα καὶ συντονίζουν τὶς προσπάθειές τους μέσω blogs, περιοδικῶν καὶ ἄλλων μέσων μαζικῆς ἐνημέρωσης μὲ τὴν ὑποστήριξη πλούσιων δωρητῶν (κυρίως ἀπὸ τὶς ΗΠΑ) καὶ διαφόρων Ἱεραρχῶν, ποὺ δὲν συμπαθοῦν τὸν Jorge Mario Bergoglio. Ἀναζητοῦν ὑποτιθέμενα δο-γματικὰ λάθη καὶ αἱρέσεις σὲ ὅλα τὰ ἔγγραφα τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καὶ στὴ συνέχεια τὸν κατηγοροῦν ὅτι ἀπέτυχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς δογματικὲς συγχύσεις ποὺ ἔχουν δημιουργήσει οἱ ἴδιοι. Ὅ,τι γράφει ὁ πρῶτος δὲν ἀμφισβητεῖται Ὑπάρχει, φυσικά, περιθώριο γιὰ ὑπεύθυνη καὶ μὲ σεβασμὸ κριτικὴ στὶς ἀποφάσεις προληπτικῆς κρίσης τοῦ Πάπα. Ὡστόσο, διάφορες δυσκολίες στὰ παπικὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ ἀντιμετωπιστοῦν σύμφωνα μὲ τὶς κατευθυντήριες γραμμὲς τῆς ἐντολῆς τοῦ 1990, Donum veritatis, τῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὸ δόγμα τῆς πίστης. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφο διδάσκει ὅτι ἡ ἀνάδειξη τῶν δυσκολιῶν τῶν ἐγγράφων τοῦ παπικοῦ magisterium πρέπει νὰ γίνεται «μὲ εὐαγγελικὸ πνεῦμα καὶ μὲ βαθιὰ ἐπιθυμία νὰ ἐπιλυθοῦν οἱ δυσκολίες» (ἄρ. 30). Προειδοποιεῖ ἐπίσης στὸ νὰ μὴ παρουσιάσει κανεὶς τὶς δικές του ἀπόψεις «σὰν νὰ ἦταν ἀδιαμφισβήτητα συμπεράσματα» (ἄρ. 27). Ὁρισμένα ἀπὸ τὰ ἄρθρα καὶ τὶς ἀναφορὲς τῶν παπικῶν ἐπικριτῶν, ὡστόσο, δὲν τηροῦν αὐτὴ τὴν παράμετρο. Ὅσοι ἀπευθύνουν ἔκκληση στοὺς καρδιναλίους νὰ διορθώσουν τὸν Πάπα Φραγκίσκο σχετικὰ μὲ τὴ θανατικὴ ποινή, ἐξέφρασαν τὴν ἀπογοήτευσή τους ὅτι «ὁ σημερινὸς Ρωμαῖος Ποντίφικας ἔχει πλέον ἐκδηλώσει δημόσια τὴν ἄρνησή του νὰ διδάξει» αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι θεωροῦν ὅτι εἶναι ἡ σωστὴ διδασκαλία γιὰ τὴ θανατικὴ ποινή. Μία τέτοια στάση ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸ Donum veritatis καὶ καταλήγει νὰ εἶναι ἀπερίσκεπτη καὶ αὐθάδης. Αὐτὸ ποὺ λείπει σαφῶς στοὺς ἐπικριτὲς τοῦ παπισμοῦ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὴν καθοδήγηση τοῦ Ρωμαίου Ποντίφικα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Προφανῶς δὲν συνειδητοποιοῦν ὅτι βλάπτουν τὴν Ἐκκλησία μὲ τὶς ἐπίμονες προσπάθειές τους νὰ ὑπονομεύσουν τὴ δογματικὴ καὶ ἠθικὴ αὐθεντία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου. Οἱ πάπες εἶναι ἀνθρώπινα ὄντα, ἀλλὰ καθοδηγοῦνται καὶ προστατεύονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ παπικοὶ ἐπικριτὲς θὰ ἔκαναν καλὰ νὰ ἐξετάσουν τί διδάσκει ἡ Ἐπιτροπὴ γιὰ τὸ Δόγμα στὸ ἔγγραφο τοῦ 1998, ποὺ ὑπέγραψε ὁ Joseph Cardinal Ratzinger (τ. Πάπας Βενέδικτος), σχετικὰ μὲ τὴν παπικὴ ὑπεροχή: Ὁ Πέτρος, ἀσθενὴς ἄνθρωπος, ἐπελέγη ὡς βράχος ἀκριβῶς ἔτσι ὥστε ὅλοι νὰ δοῦν ὅτι ἡ νίκη ἀνήκει μόνο στὸν Χριστὸ καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνθρώπινων προσ­παθειῶν. Μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ὁ Κύριος θέλησε νὰ βάλει τὸν θησαυρό του σὲ εὔθραυστα ἀγγεῖα: ἡ ἀνθρώπινη εὐσπλαγχνία ἔγινε ἔτσι ἕνα σημάδι τῆς ἀλήθειας τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ. … Ὅλοι μας καλούμαστε νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸν Χριστό, ἐμπιστευόμενοι τὸν Πέτρο (15)».

Previous Article

Το Φανάρι ανακήρυξε τον εαυτό του «πρῶτον ἄνευ ἴσων»

Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Διαβάστε ακόμα