«Ρύσαι ημάς από του πονηρού»

Είπε ο Μέγας Αντώνιος: «είδα όλες τις παγίδες του εχθρού (διαβόλου) απλωμένες πάνω στη γη. Και στέναξα και είπα: Ποιός άρα θα τις προσπεράση χωρίς να τον πιάσουν; Και άκουσα φωνή να μου λέγη: Η Ταπεινοφροσύνη. Είναι τόσο μεγάλο το μίσος του διαβόλου εναντίον του ανθρώπου, που λέγει ο Απ. Πέτρος: «ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α Πέτρ. ε, 8): Δηλ. σαν λιοντάρι, που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητεί όποιον αποσπάσει από την πίστη, για να τον καταπιή.
Είδαμε τι λέγει ο Μέγας Αντώνιος: Αλλοίμονο και ποιός μπορεί να γλυτώση. Είναι τόσες πολλές οι παγίδες του διαβόλου. Πάντα βρίσκει ένα τρόπο να παγιδεύη τον άνθρωπο. Προκαλεί ταραχές, παραλυσία του νου, νάρκη, χασμουρητά, τεμπελιά, υπνηλία, δειλία, λογισμούς, πόλεμο σαρκικό, ότι μπορεί να φαντασθή κανείς. Γι’ αυτό στην Κυριακή προσευχή αναφέρεται «και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού» (Ματθ. στ, 13), Δηλ. μη επιτρέψης να πέσουμε σε πειρασμό, αλλά γλύτωσέ μας από τον πονηρό, που μας πολεμά. Μόνο ο Κύριος μπορεί να μας βοηθήση εφ’ όσον βέβαια το θελήσουμε και εμείς. Ιδιαίτερα φοβερός πόλεμος είναι ο των λογισμών.
• Δια τους κακούς λογισμούς λέγει ο Αγ. Παΐσιος:
«Οι κακοί λογισμοί είναι αναπόφευκτοι. Θα έρχωνται οπωσδήποτε. Όμως δεν χρειάζεται πανικός. Ο Γέροντας τόνιζε ότι οι κακοί λογισμοί πρέπει να αντιμετωπίζωνται με αδιαφορία, αφού δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τα αεροπλάνα να πετάξουν πάνω από το σπίτι μας η τα πουλιά να έλθουν στον κήπο μας. Ανησυχητικό όμως και επικίνδυνο είναι να επιτρέψουμε να κατασκευασθή δίπλα μας αεροδρόμιο, όπου θα προσγειώνωνται και θα απογειώνωνται καθημερινά αεροπλάνα η όταν αφήσουμε τα πουλιά να χτίσουν τη φωλιά τους στο σπίτι μας και να μας ενοχλούν διαρκώς» [Λόγοι Γ , σελ. 67].
• Ένα χαρακτηριστικό του πολέμου αυτού βλέπουμε στον Ευεργετινό με κάποιο μοναχό που ενοχλήθηκε από τον δαίμονα της πορνείας. «Αμέσως ήλθεν εις ένα Γέροντα και του εξωμολογήθη τους λογισμούς του. Εκείνος όμως, μόλις ήκουσε την εξομολόγησιν αυτήν, επειδή ήτο άπειρος, αγανακτούσε και απεκάλει τον αδελφόν άθλιον, τον έκρινε δε ανάξιον του Μοναχικού σχήματος, επειδή εδέχθη τοιούτους λογισμούς. Όταν ο αδελφός ήκουσε τους λόγους αυτούς του Γέροντος απηλπίσθη δια την σωτηρίαν του και εγκαταλείψας τον τόπον της ασκήσεώς του, επέστρεφεν εις τον κόσμον. Κατά θείαν όμως πρόνοιαν τον συναντά ο Αββάς Απολλώς, ένας εκ των εμπειροτέρων γερόντων. Μόλις λοιπόν τον είδε τόσον ταραγμένον και πάρα πολύ μελαγχολικόν, τον ηρώτησε:
– Αδελφέ μου, ποία είναι η αιτία της στενοχωρίας σου;
– Με ενοχλούν, Πάτερ μου, -είπε- λογισμοί πορνείας και μεταβάς εξωμολογήθην αυτούς εις τον τάδε Γέροντα• αλλά, όπως μου είπε, δεν υπάρχει δι’ εμέ ελπίς σωτηρίας• κατόπιν αυτού λοιπόν απηλπίσθην και εγώ και πηγαίνω εις τον κόσμον.
Μόλις ήκουσεν αυτά ο Πατήρ Απολλώς, ήρχισε να τον παρηγορή με επιμονήν και να τον συμβουλεύη.
– Μη φεύγης εις ξένον τόπον, τέκνον μου, -του έλεγε- και μη απελπίζεσαι• διότι και εγώ, παρ’ όλον ότι ευρίσκομαι εις την γεροντικήν ηλικίαν, εν τούτοις ενοχλούμαι από τους λογισμούς αυτούς. Μη στενοχωρηθής λοιπόν δια την σφοδρότητα της πυρώσεως, η οποία δεν θεραπεύεται τόσον με ανθρωπίνην προσπάθειαν, όσον από την φιλανθρωπίαν του Χριστού• σε παρακαλώ, κάμε μου μίαν χάριν• χάρισέ μου την σημερινήν ημέραν και γύρισε οπίσω εις το κελλίον σου.
Ο αδελφός υπήκουσεν εις την σύστασιν και επέστρεψεν εις το κελλίον του. Αφού δε ο Αββάς Απολλώς τον ετακτοποίησεν εις το κελλί του, μετέβη εις εκείνον τον Γέροντα, ο οποίος με την αυστηρότητά του απήλπισε τον αδελφόν. Εστάθη έξω από το κελλίον του και παρεκάλεσε τον Θεόν με δάκρυα. Κύριέ μου, -έλεγε- συ, που τα πάντα ενεργείς προς το συμφέρον και παραχωρείς να μας έρχωνται οι πειρασμοί προς ωφέλειάν μας, Συ εισάκουσε την δέησίν μου αυτήν, και κάνε ώστε να στραφή ο πόλεμος του αδελφού εις αυτόν εδώ τον Γέροντα, δια να μάθη τώρα, εις τα γηρατεία του, αυτό που επί τόσα χρόνια δεν κατώρθωσε να διδαχθή, ότι δηλαδή πρέπει να υποφέρωμεν και ημείς μαζί με τους πολεμουμένους.
Μόλις ετελείωσε την μικράν αυτήν προσευχήν, βλέπει ένα αράπην, ο οποίος εστάθη κοντά εις το κελλί και ήρχισε να ρίπτη βέλη κατά του Γέροντος. Ο Γέρων αμέσως ανεπήδησεν, ως μεθυσμένος, και εστριφογύριζε εδώ και εκεί. Επειδή δε δεν ηδύνατο να υπομένη πολύ, εβγήκε με ορμήν από το κελλί του και επήρε τον ίδιον δρόμον, που ηκολούθησε πρωτύτερα ο νεώτερος αδελφός επιστρέφων εις τον κόσμον.
Ο Αββάς Απολλώς, μόλις τον είδε να φεύγη κατ’ αυτόν τον τρόπον, και αντιληφθείς αμέσως τι είχε συμβή, προέτρεξε από άλλον δρόμον, και τον προέφθασε:
– Που πηγαίνεις; τον ηρώτησε• ποία είναι η αιτία της μεγάλης ταραχής, που σε έχει καταλάβει;
Ο Γέρων εννοήσας, ότι ο Άγιος τα είχε μάθει όλα, από την εντροπήν του, δεν απήντησε τίποτα.
– Γύρισε εις το κελλί σου, του είπε τότε ο Αββάς Απολλώς, και τώρα, που ανεγνώρισες την ασθένειάν σου, να πιστεύης δια τον εαυτόν σου η ότι σε ηγνόησεν ο Διάβολος η ότι σε περιφρονεί, δι’ αυτό και μέχρι σήμερα δεν ηξιώθης να παλαίσης μαζί του. Απόδειξις, ότι δεν ηδυνήθης να υπομείνης την προσβολήν του ούτε μίαν ημέραν.».

Παντοκράτορας