Σχόλιον εις την εισήγησιν του Σεβ. Ναυπάκτου

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Του Ιερομονάχου Δαμασκηνού, Αγιορείτου

 

Σας αποστέλλω το σχόλιον αναφορικώς με την πρότασιν του Αγ. Ναυπάκτου, την οποίαν υιοθέτησε η διαρκής Ι. Σύνοδος αναφορικώς με την διδασκαλίαν του μαθήματος των Θρησκευτικών εις τα Σχολεία Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως.
Το σχόλιον διετυπώθη αφού ήκουσα απόψεις ανωτάτων δικαστικών λειτουργών και προσώπων της Ελληνικής Κοινωνίας, που παρακολουθούν την Νέαν Τάξιν  πραγμάτων, τα οποία σέβονται τον διαχρονικόν πολιτισμόν των Ελλήνων και την Ορθόδοξον πίστιν της.
Σημεία Ενδιαφέροντος της Πρότασης -Εισήγησης.
α. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιέσεις που ασκούνται (εντός/εκτός Εκκλησίας), αλλά και τη διαφαινόμενη πρόθεση σε επίπεδο Υπουργείου Παιδείας, για υποβάθμιση σε γνωστικό και πρακτικό επίπεδο του μαθήματος, μέσω θρησκειολογικού χαρακτήρα πολυπολιτισμικής άμβλυνσης της διδακτέας ύλης, η εισήγηση φαντάζει από πρώτης άποψης ως λογική, πλην όμως αυτό δεν ισχύει. Το αντίθετο μάλιστα, από τη μία δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες, πλήρους αλλαγής των βασικών στοιχείων και δομών του μαθήματος των θρησκευτικών, ήτοι της διδακτέας ύλης και του τρόπου διδασκαλίας και από την άλλη λειτουργεί αποτρεπτικά και κατευναστικά προς τις όποιες φωνές διαμαρτυρίας εντός κλήρου και λαού, περιορίζοντας τις όποιες αντιδράσεις.
β. Η εισήγηση θα αποτελούσε συγκερασμό απόψεων και σύνθεση αντίθετων τάσεων, μόνο στην περίπτωση που αφορούσε στην αρχική δημιουργία του μαθήματος των θρησκευτικών. Ως εκ τούτου, αποτελεί παραχώρηση προς τη μία και μόνο πλευρά και συγκεκριμένα αυτής των θρησκειολόγων της ΚΑΙΡΟΣ (Σημ: αναφέρονται από τον εισηγητή και ως “προτείνοντες»), ενώ θα αποτελέσει και θα χρησιμοποιηθεί μελλοντικά, ως έμμεση αποδοχή της Εκκλησίας, για τις όποιες αλλαγές σχεδιάζονται γι᾽ αυτή, χωρίς αυτή και το ποίμνιό της.
γ. Σύμφωνα με την εντύπωση που αποκόμισε ο εισηγητής, «άλλοι χαρακτηρίζονται ως συντηρητικοί και άλλοι ως φιλελεύθεροι», εννοώντας τους εκπροσώπους της ΠΕΘ και τους “προτείνοντες» της ΚΑΙΡΟΣ αντίστοιχα. Ο χαρακτηρισμός θα ήταν εύστοχος, εφόσον τα ιερά θεσμικά κείμενα και ο τρόπος διδαχής της Αλήθειας είχαν μεταβληθεί σε βάθος χρόνου και οι μεν συντηρητικοί συνέχιζαν να εμμένουν στα αρχικά πρότυπα, οι δε φιλελεύθεροι ακολουθούσαν τις αλλαγές των καιρών, πλην όμως ούτε τα θεσμικά κείμενα της Πίστεως μεταβλήθηκαν, ούτε και ο τρόπος διδαχής της Αλήθειας,
δ. Ο Εισηγητής αναφέρει ότι «Εφ᾽ όσον είναι αίτημα των καιρών η εισαγωγή της πολυθρησκευτικότητας και της πολυπολιτισμικότητας, κανείς δεν αρνείται την υλοποίηση του αιτήματος». Από το προηγηθέν κείμενο της εισήγησης, συνάγεται ότι η επιμέρους φράση “του αιτήματος» αφορά στην ΚΑΙΡΟΣ και όχι στους καιρούς. Το δε αίτημα της ΚΑΙΡΟΣ, αφορά στην εισαγωγή της πολυθρησκευτικότητας και της πολυπολιτισμικότητας στο μάθημα των θρησκευτικών. Κατόπιν αυτών, γεννώνται ερωτήματα στον αναγνώστη:
– Από που συμπεραίνεται ως ορθή και αβίαστα αποδεκτή η εν λόγω άποψη;
– Από το μεγάλο αριθμό των εκπροσώπων της ΚΑΙΡΟΣ (50 μέλη);
– Από τα πολλαπλά παραδείγματα αποτυχημένης εφαρμογής στις χώρες της εκμαυλισμένης ήδη συνειδησιακά και ηθικά Ευρώπης;
– Από το γεγονός ότι το εν λόγω αίτημα αποτελεί επιβαλλόμενη επιδίωξη της ΝΤΠ, υλοποιούμενο κυρίως μέσω χρηματοδοτούμενων ΜΚΟ;
Η επιμέρους φράση “κανείς δεν αρνείται την υλοποίηση», υπονοεί ότι συμφωνεί και η “αντίθετη πλευρά» της ΠΕΘ, η αποσκοπεί στην έμμεση δέσμευση τυχόν διαφωνούντων σε κλήρο και ποίμνιο;
ε. Ένα ζήτημα το οποίο προβάλουν οι θρησκειολόγοι της ΚΑΙΡΟΣ, ως δικαιολογία των επιδιωκόμενων αλλαγών, είναι η αντιμετώπιση του αυξανόμενου ρατσισμού, μέσω της γνώσης των άλλων θρησκειών και της αποδοχής της διαφορετικότητας. Εδώ θα ταίριαζε απόλυτα η γνωστή φράση, “χρησιμοποιούμε το λάθος φάρμακο», καθότι ισχύει το απολύτως αντίθετο. Εάν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε ρατσιστικά φαινόμενα και ξενοφοβίες, θα πρέπει να αυξήσουμε τις ώρες διδασκαλίας των θρησκευτικών, αλλά και να επικεντρωθούμε στην ορθόδοξη παράδοση του τόπου μας, η οποία απέδειξε σε βάθος χρόνου ότι δεν σχετίζεται με επεκτατικές βλέψεις και μισαλλοδοξίες άλλων θρησκειών και δογμάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν τόσο κατά το παρελθόν οι Σταυροφορίες, όσο και επί των ημερών μας ο ακραίος Ισλαμισμός σε όλες τις εκφάνσεις του.
στ. Σχετικά με το νέο Π Σ.
Με το νέο ΠΣ η επιταγή του άρθρου 3 του Συντάγματος, που χαρακτηρίζει το Ορθόδοξο Δόγμα ως την «επικρατούσα Θρησκεία», καθώς και η βασική αποστολή και υποχρέωση του Κράτους, για ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης σύμφωνα με το άρθρο 16 αυτού, επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια, την πρόθεση και ικανότητα του κάθε διδάσκοντος, πόσο δε μάλλον προσαρμοζόμενη αυτή στην ικανότητα και επιθυμία του εκάστοτε μαθητικού ακροατηρίου.
Η βασική συνταγματική αρχή περί ισονομίας, επιβάλλει στο Κράτος- πάροχο της παιδείας, τόσο την ομοιόμορφη παροχή γνώσης από πλευράς ύλης και τρόπου διδασκαλίας, όσο και από πλευράς επιδιωκόμενου αποτελέσματος ως τελική γνώση από τους υπόχρεους μαθητές, ανεξάρτητα από το διδακτικό προσωπικό και το ενίοτε σχολικό και μαθητικό περιβάλλον. Το νέο ΠΣ (δίνοντας τη δυνατότητα πολλαπλά διαφοροποιημένης διδασκαλίας, προσαρμοζόμενης στο εκάστοτε επίπεδο του μαθητικού ακροατηρίου, τροποποιεί κατά περίπτωση το επίπεδο της παρεχόμενης γνώσης, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της ισότητας στο δικαίωμα, αλλά και στην υποχρέωση του μαθητή στη γνώση.
Εάν αυτή η καινοφανής μέθοδος διδασκαλίας, που σύμφωνα με τους «δημιουργούς» ενέχει επιστημονικής βάσης, εφαρμοζόταν σε οποιοδήποτε άλλο μάθημα (αρχαία, μαθηματικά, φυσική κ.λ.π), εύκολα θα συμπεράναμε το χάος που υποκρύπτεται από τη μη σαφή οριοθέτηση του τρόπου διδασκαλίας, αλλά και του ελάχιστου επιθυμητού αποτελέσματος (τι πρέπει να μείνει ως ελάχιστη γνώση στον μαθητή), δεδομένου ότι αυτό θα διαφοροποιούνταν κατά περίπτωση σχολείου ακόμη και τμήματος, εξαρτώμενο ενίοτε από τις δυνατότητες, επιθυμίες και προθέσεις των εκάστοτε διδασκόντων- μαθητών. Άραγε σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν δυνατή και νόμιμη στο πλαίσιο των ίσων ευκαιριών, η εξέταση του υπόψη μαθήματος είτε σε διαφορετικά τμήματα του αυτού σχολείου, είτε σε πανελλαδικό επίπεδο;
(π.χ εάν κάποιο τμήμα που έχει αλλοδαπούς η αδύνατους μαθητές δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς σε ένα μάθημα, ο καθηγητής θα μειώσει τις απαιτήσεις του μαθήματος επηρεάζοντας τη γνώση και των υπολοίπων του τμήματος; Στις τελικές εξετάσεις θα έχουμε διαφορετικά θέματα γι᾽ αυτό το τμήμα η τους μαθητές;)
ζ. Κατά την τελική πρόταση της εισήγησης;
Η αναφορά και χρήση από τον εισηγητή των λέξεων-φράσεων “αντιπαλότητες» και “αντίθετες πλευρές», καταδεικνύει όχι μόνο το βάθος των επιμέρους διαφορών μεταξύ ΠΕΘ και ΚΑΙΡΟΣ, αλλά και την ουσία του προβλήματος, που είναι η επιδίωξη διαφορετικού αποτελέσματος στους μαθητές.
Επί αυτών των σημαντικών διαφορών και θέσεων, ο εισηγητής ως άλλος νίπτων τας χείρας», προσπάθησε να προβάλει την ανάγκη συγκερασμού των αντιθέτων απόψεων, πλην όμως όπως προαναφέρθηκε και στην παράγραφο β του παρόντος, υιοθέτησε τα προτεινόμενα της θεολογικής μειοψηφίας του ΚΑΙΡΟΥ. Πιο συγκεκριμένα:
Η εισήγηση για “μερικές βελτιώσεις στη θεματική μεθοδολογία στο τρέχον πρόγραμμα σπουδών», προϊδεάζει ότι θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στην ήδη υπάρχουσα διδακτέα ύλη και δεν θα προστεθούν απλώς κεφάλαια Θρησκειολογίας στο τέλος του βιβλίου.
Η εισήγηση να χρησιμοποιηθούν ως εφαρμογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών», παραπέμπει σε δεδομένη αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας, αφήνοντας ερωτηματικά στον αναγνώστη της εισήγησης σχετικά με το ποιά τελικά είναι αυτά τα καλά στοιχεία. Μήπως η δημιουργία σύγχυσης στους μαθητές, όπως αναφέρει ο ίδιος ο εισηγητής σε άλλο σημείο της εισήγησης, η τα προαναφερθέντα προβλήματα της παραγράφου στ;
η. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω προτάσεις υιοθετήθηκαν ήδη από τη ΔΙΣ, Ποιοί και Πως θα εφαρμόσουν την υπόψη εισήγηση; Μήπως οι έχοντες αποκλειστική πρόσβαση ως εταίροι στο Υπουργείο Παιδείας; Θα πάρουν κάποιου είδους γνώμη για τις αλλαγές από τους αρμοδίους φορείς όπως η Εκκλησία η θα ανακοινωθούν αυτές απευθείας από το Υπουργείο Παιδείας από πλαίσιο έμμεσης εξουσιοδότησης, μέσω της υπόψη εισήγησης;
Ενδεικτικό είναι ότι κατά την παράδοση της υπόψη εισήγησης στον Υπουργό Παιδείας, αυτός ενεχείρησε αυτή απευθείας στον παρευρισκόμενο κ Γ. Κουζέλη, Πρόεδρο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Σημ: μέλος του οποίου είναι και ο γνωστός θρησκειολόγος κ. Γκαγκάζογλου Σταύρος), ο οποίος με τη σειρά του διευκρίνισε στην αντιπροσωπία της ΔΙΣ, ότι ειδικότερα γιο το μάθημα των Θρησκευτικών, έχει συσταθεί ειδική επιτροπή του Ινστιτούτου, η οποία έχει την ευθύνη του διαλόγου για τα θέματα που επιθυμεί να θέσει η Εκκλησία. Δηλαδή η απόφαση της ΔΙΣ, θα εξετασθεί στο πλαίσιο του Υπουργείου Παιδείας αποκλειστικά από τη συγκεκριμένη ομάδα που εκπροσωπεί την μία και μόνο πλευρά του προβλήματος. Με άλλα λόγια “βάλαμε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα» και αυτό με την ευλογία του Τσοπάνη.

Παντοκράτορας