Τα κυπαρίσσια

  • Ο Απόστολος Παύλος τονίζει: «Οι δε του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» (Γαλ. ε , 24). Δηλ. Όσοι ανήκουν πράγματι στον Χριστό νέκρωσαν τον σαρκικό άνθρωπο με τα πάθη και τις επιθυμίες του.

Έλεγε ο Αββάς Σισώης ότι όποια ώρα έρχεται το πάθος αμέσως να το κόψης. Γιατί πίσω από κάθε πάθος κρύβεται και ένας διάβολος.

  • Μας διδάσκει ο Αββάς Δωρόθεος: «Ας προσέξουμε λοιπόν τους εαυτούς μας, αδελφοί μου, ας κρατηθούμε σε πνευματική αγρύπνια, όσο ακόμη έχουμε καιρό. Γιατί παραμελούμε τους εαυτούς μας; Ας κάνουμε τίποτα καλό, για να το βρούμε βοήθεια τις ώρες του πειρασμού. Γιατί βάζουμε τη ζωή μας σε κίνδυνο; Τόσα πολλά ακούμε και καθόλου δεν νοιαζόμαστε, αλλά αδιαφορούμε. Βλέπουμε να φεύγουν από κοντά μας ξαφνικά οι αδελφοί μας και δεν ανησυχούμε, αν και ξέρουμε ότι σε λίγο και εμείς θα φτάσουμε στο θάνατο. Δέστε, από την ώρα που καθήσαμε να μιλήσουμε μέχρι τώρα, ξοδέψαμε δυό-τρεις ώρες από το χρόνο της ζωής μας και ήρθαμε πιο κοντά στο θάνατο. Και ενώ βλέπουμε ότι χάνουμε τον καιρό μας, δεν φοβόμαστε. Γιατί δεν θυμόμαστε το λόγο του Γέροντα εκείνου που είπε:  «Αν χάσει κανείς χρυσάφι η ασήμι, μπορεί αντί γι  αὐτό να βρει άλλο. Εκείνος όμως που χάνει τον καιρό του δεν μπορεί να βρει άλλον». Πραγματικά θα έρθει καιρός που θα ζητάμε έστω μια ώρα απ  ὅλο αυτό το χρόνο και δεν θα τον βρίσκουμε. Πόσοι επιθυμούν ν  ἀκούσουν λόγο Θεού και δεν τον βρίσκουν; Και εμείς τόσα πολλά ακούμε και τα περιφρονούμε και δεν βγαίνουμε από την εμπαθή κατάστασή μας. Ο Θεός γνωρίζει πόσο εκπλήττομαι για την αναισθησία των ψυχών μας! Μπορούμε να σωθούμε και δεν θέλουμε! Γιατί έχουμε τη δυνατότητα, αν θέλουμε να κόψουμε τα πάθη μας, όσο ακόμη είναι μικρά, αλλά δεν φροντίζουμε για κάτι τέτοιο. Και τα αφήνουμε έτσι να σκληρύνουν τόσο εις βάρος μας, ώστε να φτάσουν στην πιο μεγάλη και δυνατή ακμή τους. Γιατί, όπως πολλές φορές σας είπα, άλλο είναι να ξεριζώσεις μικρό χορταράκι – επειδή αυτό αμέσως ξεριζώνεται – και άλλο είναι να ξεριζώσεις μεγάλο δέντρο.
  • Βρέθηκε κάποιος μεγάλος Γέροντας με τους μαθητές του σ ἕνα τόπο που ήταν διάφορα κυπαρίσσια, μικρά και μεγάλα. Και λέει ο Γέροντας σ ἕνα από τους μαθητές του:

«Ξερίζωσε τούτο το κυπαρισσάκι» – ήταν, βέβαια, πολύ μικρό – και αμέσως, με το ένα χέρι, το ξερίζωσε ο αδελφός. Μετά του δείχνει ο Γέροντας ένα άλλο. Μεγαλύτερο από το πρώτο, και του λέει: «Ξερίζωσε και τούτο». Και αυτός αφού το κούνησε και με τα δυό του χέρια, το ξερίζωσε και εκείνο. Πάλι του δείχνει ο Γέροντας ένα ακόμα μεγαλύτερο, και αυτός με περισσότερο κόπο το ξερίζωσε και εκείνο. Του δείχνει και άλλο, ακόμα μεγαλύτερο και αυτός αφού το κούνησε πολύ και αφού κουράστηκε και ίδρωσε, το έβγαλε και εκείνο. Μετά του δείχνει ο Γέροντας και άλλο, ακόμα πιο μεγάλο, και αυτός, αφού κόπιασε πολύ και ίδρωσε, δεν μπόρεσε να το ξεριζώσει. Μόλις λοιπόν τον είδε ο Γέροντας ότι δεν μπορούσε, έδωσε εντολή σε άλλον αδελφό να σηκωθεί και να τον βοηθήσει. Έτσι κατάφεραν και οι δυό μαζί να το ξεριζώσουν. Τότε λέει ο Γέροντας στους αδελφούς: «Να, έτσι ακριβώς είναι τα πάθη, αδελφοί μου. Όσο είναι μικρά, αν θέλουμε, μπορούμε εύκολα να τα κόψουμε. Αν όμως τα παραμελήσουμε σαν ασήμαντα σκληραίνουν. Και όσο πιο σκληρά γίνονται τόσο περισσότερο κόπο χρειάζονται. Αν όμως ριζώσουν μέσα μας βαθύτερα, δεν μπορούμε πια, ακόμα και αν κοπιάσουμε, να τα κόψουμε μόνοι μας, εκτός αν έχουμε τη βοήθεια μερικών αγίων, που μετά το Θεό, θα μας συμπαρασταθούν».

  • Κάποιο βράδυ ο ηγούμενος ρώτησε ένα μοναχό του πως πέρασε την ημέρα του.

– Όπως όλες τις ημέρες, απάντησε εκείνος, είχα πολλή δουλειά και αν δεν είχα τη βοήθεια του Θεού, δεν θα μου έφθαναν οι μικρές δυνάμεις μου. Κάθε μέρα πρέπει να φυλώ δυό γεράκια, να συγκρατώ δυό ζαρκάδια, να γυμνάζω δυό κυνηγετικούς σκύλους, να νικώ ένα φίδι, να δαμάζω μια αρκούδα και να περιποιούμαι έναν άρρωστο.

– Τι είναι αυτά που λες, είπε ο ηγούμενος. Τέτοιες εργασίες δεν γίνονται στο μοναστήρι μας.

– Και όμως όλα αυτά έγιναν, συνέχισε ο μοναχός. Τα δυό γεράκια είναι τα μάτια μου, που πρέπει αδιάκοπα να τα προσέχω, για να μη πέσουν σε κάτι που δεν επιτρέπεται. Τα δυό ζαρκάδια είναι τα πόδια μου, που το βάδισμά τους πρέπει να κανονίζω, αν δεν θέλω να με οδηγούν στο δρόμο του κακού. Οι δύο κυνηγετικοί σκύλοι είναι τα χέρια μου, που οφείλω να τα υποχρεώνω να εργάζωνται και να κάνουν το καλό. Το φίδι είναι η γλώσσα μου, που έχει ανάγκη πολλές φορές την ημέρα να χαλιναγωγήται, για να μη μιλάη άσκοπα και επιπόλαια και να μη χύνη το δηλητήριο της πικρίας εναντίον των αδελφών. Αρκούδα είναι η καρδιά μου, που πρέπει να της δαμάζω τον εγωϊσμό και την κενοδοξία. Άρρωστος είναι το σώμα μου, που ταλαιπωρείται από ελαττώματα και αδυναμίες και έχω υποχρέωση διαρκώς να το προσέχω, για να μη προσβληθή από την ασθένεια της φιληδονίας.

Να προσέξουμε λοιπόν έλεγε ο Αββάς Νισθερώ μη μας πη ο καλός Θεός «Τι ωφελεί και αν έχυσα το Αίμα μου η αν κατέβηκα για το χατήρι σας στον άδη;» (Ψαλ. 29, 10).

 

 

 

 

 

 

Παντοκράτορας