«Τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν»

«Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού» (Α  Ἰωάν. δ  9).

Μας αγάπησε τόσο πολύ ο Θεός ώστε έστειλε τον Υιό του τον μονογενή, για να ζήσουμε την πνευματική και αιώνια ζωή.

  • Ο Άγιος Νικόδημος παρατηρεί: «Κανένα άλλο πράγμα ούτε στον ουρανό ούτε στην γη δεν αγοράστηκε με μεγαλύτερη τιμή, όπως η αγάπη σου. Επειδή για την αγάπη των εννέα αγγελικών ταγμάτων δεν χύθηκε ούτε μία σταγόνα θείου αίματος. Για την δική σου όμως αγάπη χύθηκε όλο το αίμα ενός μονογενούς Υιού του Θεού».

Πως λοιπόν ο Θεός που τόσο πολύ μας αγαπά να μη φροντίζη για μας; Υπάρχει αμφιβολία; Τα εκατομμύρια θαύματα που κάνει μέσω των Αγίων του, εκτός των άλλων, μας το αποδεικνύουν.

  • Στο βιβλιαράκι του π. Χαρ. Βασιλοπούλου «Ένας σύγχρονος Άγιος Ιάκωβος Μπαλοδήμος» διαβάζουμε:

«Ότε εταξίδευεν από τα Ιωάννινα εις το Μονοδένδριον κατά την Κατοχήν και έφθασεν εις την θέσιν Καρυές παρά το 19ον χιλιόμετρον της κεντρικής οδικής αρτηρίας Ιωαννίνων – Κονίτσης, συνήντησε κατά τας εσπερινάς ώρας, γερμανικήν περίπολον, η οποία δια νευμάτων τον υποχρέωνε να σταματήση.

Αλλ’ ούτος μη εννοήσας και μη αντιληφθείς την περίπολον, καθ’ ότι έψαλε τον εσπερινό του, δεν εσταμάτησε. (Την ώραν εκείνην έλεγε τον ψαλμόν του Εσπερινού «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου). Αμέσως εδέχθη ριπήν αυτομάτου όπλου εξ αποστάσεως 25 μέτρων. Πλην ουδέν όμως έπαθε.

Απλώς εσταμάτησεν ως ήκουσε τας συριζούσας σφαίρας και υψώσας τας χείρας του προς τον ουρανόν, συνέχισε την προσευχήν του.

Οι Γερμανοί στρατιώται που είδαν ότι δεν εφονεύθη, τον επλησίασαν αλλ’ έμειναν έκθαμβοι, όταν είδαν αυτόν σώον και αβλαβή. Και πάλιν δια νευμάτων του έδειξαν τον δρόμον να φύγη χωρίς καμμίαν άλλην διατύπωσιν. Σημειωθήτω ότι κατά τας χαλεπάς εκείνας ημέρας εταξίδευε χωρίς ταυτότητα, η άδειαν κ.λπ. Ουδείς ήλεγχε τον πασίγνωστον Παπαϊάκωβον».

Το θαύμα της νάρκης

Ο π. Ιάκωβος όχι μόνον εις την Κατοχήν, αλλά και εις τον συμμοριτοπόλεμο διέτρεξε κινδύνους. Το σπουδαίον όμως είναι, ότι ο Θεός τον διεφύλαξε κατά θαυμαστόν τρόπον από όλους αυτούς τους κινδύνους. Το δε σπουδαιότερον είναι ότι η σωτηρία αυτού εγίνετο αφορμή να σωθούν και άλλοι, δια να βλέπωμεν εφαρμοζόμενον το «τοις αγαπώσι τον Θεόν τα πάντα συνεργεί εις αγαθόν». Μία τοιαύτη θαυμαστή διάσωσίς του είναι και η ακόλουθος.

Κάποιαν άλλη ημέρα επέστρεφε από το χωριό Σουδενά, που ελειτούργησε, εις το Μοναστηράκι του, που απείχε δύο ώρες περίπου. Στον ερημικό εκείνο δρόμο βαδίζοντας προσηύχετο νοερώς, όπως συν­ήθιζε πάντοτε. Ο άνθρωπος αυτός κατώρθωνε να έχη εις εφαρμογήν το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε».

Εν τω μεταξύ άνδρες του εθνικού στρατού εναρκοθέτησαν ένα σημείον του δρόμου. Κατέλαβαν ακολούθως το ύψωμα και παρακολουθούσαν, μήπως περάση κανείς συμμορίτης. Αίφνης βλέπουν να ξεπροβάλη ανύποπτος ο π. Ιάκωβος στο ναρκοθετημένο σημείο του δρόμου. Μπήχνουν τις φωνές, δια να τον προλάβουν: «Παπούλη… Παπούλη…». Αλλά ώσπου ν’ ακούση ο π. Ιάκωβος -ήταν άλλωστε προσηλωμένος στην προσευχή- την πάτησε την νάρκη. Εξερράγη με δαιμονιώδη κρότον. Εβούϊξαν οι πλαγιές και τα φαράγγια και σύννεφα κονιορτού εσηκώθησαν. Λες και εξερράγη κάποια από τας φιάλας της Αποκαλύψεως.

«Πάει ο φουκαράς ο Παπούλης», λέγουν οι στρατιώται και τρέχουν εις τον τόπον του δυστυχήματος. Και τι βλέπουν; Τρίβουν τα μάτια τους. Δεν μπορούν να το πιστέψουν. Βλέπουν τον π. Ιάκωβο άσπρον από την σκόνη σαν μυλωνά, να τινάζη τα ράσα του, χωρίς να έχη πάθει τίποτε. Δεν μπορούν να συνέλθουν από την έκπληξίν των.

-Και δεν έπαθες, Παπούλη, τίποτε! ρωτούν με θαυμασμόν.

-Πως να πάθω, παιδιά μου; Αφίνει ο Θεός να πάθωμε τίποτε, αφού έλεγα την προσευχή μου; Και σας δεν θα σας αφήση ο Θεός να πάθετε τίποτε. Θα σας φυλάξη να γυρίσετε στα σπίτια σας. Μονάχα να πηγαίνετε με τον δρόμο του Θεού. Να καθήσω, παιδιά μου, να εξομολογηθήτε, και μεθαύριο να σας λειτουργήσω να κοινωνήσετε;

-Ναι, παπούλη, απήντησαν όλοι τους με ένα στόμα συνεπαρμένοι από το θαύμα.

Η ευκαιρία ήταν μοναδική να κερδηθούν οι ψυχές αυτές και ο άξιος λευΐτης, που ενδιεφέρετο μόνον δια να σωθούν ψυχές, την εξεμεταλλεύθη. Σε λίγο καθισμένος σε μια πέτρα κάτω από ένα δένδρο φορώντας το πετραχήλι του, μέσα στο κρύο του χειμώνος, τους εξωμολογού­σε ένα – ένα. «Ούτως εκαθέζετο» και ο Κύριος παρά το φρέαρ της Σιχάρ και εξωμολογούσε μια αμαρτωλή.

Την θαυμασίαν και υπέροχον αυτήν ατμόσφαιραν, που ήταν γεμάτη από έξαρσιν, ευλάβειαν και κατάνυξιν, θέλησε δυστυχώς να ταράξη ένας λοχίας, που ήταν δάσκαλος στον πολιτικό του βίο. Αυτός στάθηκε πειρασμός και προσπαθούσε να εμποδίση τους στρατιώτας από την εξομολόγησιν.

– Τι ανοησίες είναι αυτές, που πηγαίνετε σε ένα τράγο να πήτε τι έχετε καμωμένα; Αυτά είναι βλακείες.

– Μα, κυρ Λουχία, απαντά ένας Ρουμελιώτης στρατιώτης, ημείς ιδώ είδαμι θάμμα μι τα μάτια μας κι λες να μη πιστέψουμι. Ιδώ τραίνου, πατάει τ’ νάρκα κι’ του τινάζ στον αέρα, του κάν’ αεροπλάνου, κι του κάν’ χίλια – δυό κουμμάτια, κι θα γλύτουνι ο γερόπαπας; Με το συμπάθειο κι’ όλας, αλλά δεν είνι καλά πράγματα αυτά π’ λες.

– Τι θαύμα, μωρέ, ηλίθιοι, μου τσαμπουνάτε. Αυτό ήταν ένα τυχαίον γεγονός, το οποίον εξηγείται φυσικώς. Απλούστατα. Επατήθη η νάρκη και τα αέρια με τα βλήματα διέφυγον προς την αντίθετον κατεύθυνσιν και τυχαίως δεν τον έθιξε κανένα. Το πήρατε τώρα και το επαναλαμβάνετε «θαύμα!… θαύμα»!… και κάνετε σαν γυναικούλες υστερικές. Που βρήκατε το θαύμα; Τι υστερίες είναι αυτές; Ντροπή σας…

Αυτά έφθασαν και στα αφτιά του π. Ιακώβου, ο οποίος επήγε και του είπε: «Παιδί μου, μη τα λες αυτά. Δεν κάνει. Έλα και συ να εξομολογηθής, να γίνης άνθρωπος του Χριστού, να σε φυλάξη ο Θεός και να πας στο σπίτι σου».

Εκείνος δεν καταδέχτηκε να του δώση καν απάντησιν και προσοχήν, παρά μόνον τον εκοίταξε με ένα περιφρονητικό βλέμμα. Κατόπιν πήρε αγγαρία μερικούς άνδρας και πήγε πιο πέρα στο δάσος, για να κόψουν ξύλα. (Ήταν είπαμε λοχίας). Εκεί όμως επάτησε και αυτός νάρκη. Τον ετίναξε στον αέρα και τον έκαμε κομμάτια! Αυτόν μόνον και κανένα άλλον!

Τον δυστυχή! Ο Θεός του έδωσε ευκαιρίαν να μετανοήση, αλλά αυτός, πονηρός και διεστραμμένος, αδιόρθωτος έμεινε ο δόλιος.

 

 

 

Παντοκράτορας

Ειδήσεις