Το Σκοπιανόν αποκαλύπτει τα υποκριτικά διλήμματα των διακριτών ρόλων Εκκλησίας – Πολιτείας Ανταλλαγή επιστολών Προκαθημένου και Πρωθυπουργού

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Του κ. Γεωργίου Τραμπούλη, θεολόγου

Το πρόβλημα της ονομασίας των Σκοπίων είχε σαν αποτέλεσμα να διαταραχθούν για άλλη μία φορά οι σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Ο Αρχιεπίσκοπος σε επιστολή που απέστειλε στον πρωθυπουργό της Χώρας, σχετικά με το ζήτημα αυτό, τόνισε ότι «Η Εκκλησία της Ελλάδος, χωρίς να επιθυμεί την οποιαδήποτε ανάμειξή της στις ενέργειες του Υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς ταυτόχρονα να απεμπολεί τη διαχρονική μαρτυρία λόγου και αίματος του Κλήρου και του λαού της υπέρ της Ελληνικότητας της Μακεδονίας, η οποία της απαγορεύει να αποδεχθεί τη χρήση του ονόματος «Μακεδονία» από οποιονδήποτε άλλον, αποφάσισε στη συνεδρία της της 9ης Ιανουαρίου τ.ε., να επισημάνει τον κίνδυνο της πιθανότητας μετακυλίσεως του προβλήματος της ονομασίας του γειτονικού Κράτους, από το πολιτικό στο εκκλησιαστικό επίπεδο και την επιβίωση ενός ιδιότυπου αλυτρωτισμού στη γείτονα χώρα μέσω του τίτλου της σχισματικής Εκκλησίας των Σκοπίων». Ανταπαντώντας ο πρωθυπουργός μεταξύ των άλλων έγραψε ότι «η εθνική ομοψυχία θεμελιώνεται στη συν­εση, στον διάλογο, στον σεβασμό των διαφορετικών απόψεων, αλλά και των διακριτών ρόλων. Και υπονομεύεται από κραυγές, εκδηλώσεις μισαλλοδοξίας, ακρότητες που εν ονόματι του έθνους οδήγησαν στο παρελθόν σε εθνικές ήττες». Ο Αρχιεπίσκοπος αλλά και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης σε δηλώσεις τους τόνισαν ότι αν και η ονομασία “Μακεδονία” δεν είναι αποδεκτή, είναι όμως αντίθετοι με συλλαλητήρια οργανωμένα από την Εκκλησία. Από την άλλη πλευρά διάφορα κυβερνητικά στελέχη έκαναν αυτές τις ημέρες επιθέσεις κατά της Εκκλησίας και με ανακοινώσεις τους «εξέφραζαν ερωτήματα για το αν η ηγεσία της Εκκλησίας αποφάσισε να κάνει ανοικτή παρέμβαση στις πολιτικές υποθέσεις της Χώρας».

Οι πολιτικοί θέλουν την Εκκλησίαν
θεραπαινίδα τους

Το ερώτημα που τίθεται είναι, η σημερινή Κυβέρνηση αλλά και όλος ο πολιτικός κόσμος τι φρονούν για τις σχέσεις των δύο θεσμών, της Εκκλησίας και της Πολιτείας; Επιθυμούν πραγματικά να διακριθούν σαφώς οι ρόλοι τους και και να μη εμπλέκεται η Εκκλησία σε ζητήματα, τα οποία κατά την Πολιτεία αφορούν αποκλειστικά την κυβέρνηση; Τελικά η εκάστοτε κυβέρνηση επιθυμεί η όχι τους διακριτούς ρόλους, όπως θέλει να τους ερμηνεύει; Μήπως η εκάστοτε κυβέρνηση αποσκοπεί στους δυσδιάκριτους ρόλους; Αφ’ ενός για να έχη την εύνοια της Εκκλησίας για ψηφοθηρικούς σκοπούς αλλά και να δίνεται η εντύπωση ότι δήθεν η Πολιτεία δίνει στην διοικούσα Εκκλησία την δυνατότητα σε ορισμένα ζητήματα να καθορίζουν μαζί τους κανόνες που διέπουν την δημόσια ζωή; Και αφ’ ετέρου για να εκβιάζη την Εκκλησία αλλά και για εσωκομματικούς ψηφοθηρικούς λόγους με το να πυροδοτή συζητήσεις, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σχετικά με την αλλαγή του Συντάγματος και του άρθρου 3; Διότι οι δυσδιάκριτοι ρόλοι επιτρέπουν μυστικές διαβουλεύσεις και ανομολόγητες συμφωνίες. Οι πολιτικοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο λόγος της Εκκλησίας επηρεάζει άμεσα τον λαό. Φανταστείτε εάν γινόταν από την Εκκλησία συλλαλητήριο για το Σκοπιανό, τι επιπτώσεις θα υπήρχαν στην επίλυση του ζητήματος; Για αυτό και σε ημερίδα που πραγματοποιήθηκε το 2017 στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, με θέμα «Σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας και Συνταγματική Αναθεώρηση», στην οποία είχε πάρει μέρος και ο Συνταγματολόγος και υπουργός κ. Ευάγγελος Βενιζέλος μεταξύ των άλλων είχε σημειώσει τότε «Φανταστείτε να είναι η Εκκλησία νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου λόγω του μεγέθους του, με ακτιβισμό, επικαλούμενο την θρησκευτική ελευθερία να παρεμβαίνη πολιτικά, κοινωνικά, να διεκδική, να έχη άποψη για όλα, να οργανώνη λατρευτικες εκδηλωσεις, διαδηλώσεις, να εκδίδη εφημερίδα, να έχη τηλεοπτικό σταθμό, τηλεόραση, να έχη προτιμήσεις πολιτικές, να παίζη στο χρηματιστήριο. Σκεφθείτε πως θα εξελιχθή η κατάσταση;».

Πολιτειοκρατεία και σκοταδισμός

Δυστυχώς η κακοδαιμονία του Νέο-Ελληνικού κράτους και στα εκκλησιαστικά ζητήματα έχει ως αφετηρία της την Βαυαροκρατία. Τότε εδραιώθηκαν τα προτεσταντικά πολιτειοκρατικά πρότυπα, πάνω στα οποία θεμελιώθηκε η αναμόρφωση της Εκκλησία της Ελλάδος στα νεώτερα χρόνια. Ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Μανίκας, αναφερόμενος στις εισηγήσεις του Αδαμαντίου Κοραή σχετικά με την υπαγωγή της Εκκλησίας στην άμεση εποπτεία και τον πλήρη έλεγχό της από την Πολιτεία, σημειώνει ότι «Η κατά πραξικοπηματικό τρόπο κατάλυση κάθε έννοιας εσωτερικής αυτοτέλειας και διοικητικής αυτονομίας του εκκλησιαστικού σώματος, πράγμα που στην πράξη ισοδυναμού­σε προς την τελεσίδικη αχρήστευση του ορθόδοξου Κανονικού Δικαίου, αποτελούσαν τον κεντρικό άξονα όλου του μεταρρυθμιστικού του προγράμματος». Πάνω σε αυτά τα προτεσταντικά πολιτειοκρατικά πρότυπα στηρίχθηκε μέχρι σήμερα η εκκλησιαστική πολιτική της ελληνικής Πολιτείας.

Το νόμιμον και το Κανονικόν

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι, δυστυχώς υπάρχουν παράγοντες της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν σέβονται τους Ιερούς Κανόνες χάριν των προσωπικών τους συμφερόντων, των φιλοδοξιών και της διαφθοράς τους.
Δεν υπολογίζουν τους Ιερούς Κανόνες, αλλά τους παραβιάζουν ασύστολα. Τρεις μόνον τομείς μνημονεύουμε꞉
-Αθωώνουν διεφθαρμένους φίλους τους.
-Καταδιώκουν ανεπιθυμήτους ευλαβείς κληρικούς.
-Διασπαθίζουν το Εκκλησιαστικό χρήμα, κατακλέβοντας ανεξέλεγκα τα ταμεία και τον λαό.
Απαιτείται επομένως, έναντι όλων αυτών να υπάρχη η εφαρμογή και των ποινικών νόμων, των αποφάσεων των Δικαστηρίων της Χώρας και γενικά των διατάξεων Δικαίου της Πολιτείας μας.

Δεν υπάρχει η αγαθή αυτοτέλεια

Βέβαια μπορεί σήμερα στο ζήτημα της εκλογής των Επισκόπων η ανάδειξή τους να μη γίνεται με απόφαση του Βασιλέα από κατάλογο τριών υποψηφίων που του υπέβαλε τότε η Συνοδος, όπως προέβλεπε ο Συνοδικός Τόμος του 1850, όμως κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι η Εκκλησία της Ελλάδος ακόμα και σήμερα διοικείται ανεξάρτητα από κοσμικές παρεμβάσεις. Τα παραδείγματα πάμπολλα και το τελευταίο οι λόγοι των πολιτικών του κυβερνώντος κόμματος, όπου κατηγορούν την Εκκλησία ότι κάνει ανοικτή παρέμβαση στις πολιτικές υποθέσεις της Χώρας, επειδή δεν αποδέχεται την ονομασία των Σκοπίων ως Μακεδονία. Ο μεγάλος Σέρβος κανονολόγος Μίλας εξετάζοντας τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας διευκρίνισε ότι στις σχέσεις αυτές μερικά πράγματα είναι διακριτά και άλλα είναι κοινά. Παραδείγματος χάριν η Πολιτεία δεν μπορεί να επιτελέση μυστήρια ούτε η Εκκλησία να επιβάλη φόρους. Θέματα όμως, όπως η Παιδεία, το αν οι φόροι είναι εξουθενωτικοί της υπάρξεως ενός λαού, εάν οι συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε απώλεια της εθνικής κυριαρχίας επί τμήματος ελληνικής γης, αυτά όχι μόνο δεν είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της ελληνικής Πολιτείας, όχι απλώς είναι θέματα συναρμοδιότητας Εκκλησίας και Πολιτείας, είναι τελικά θέματα αρμοδιότητας όλου του λαού. Διότι κανένα Σύνταγμα και καμμία λογική δεν εκχώρησε ούτε σε κυβερνήσεις ούτε και σε Επισκόπους το δικαίωμα να αποφασίζουν δια μυστικών συμβουλίων το μέλλον της ύπαρξής του. Οι δυσδιάκριτοι ρόλοι μεταξύ των δύο θεσμών εκεί αποσκοπούν, στο να μπορή να επεμβαίνη η Πολιτεία στην εσωτερική αυτοτέλεια και στην διοικητική αυτονομία της Εκκλησίας πολλές φορές ακόμα και στην εκλογή Επισκόπων.

Το χρέος των Επισκόπων

Οι Επίσκοποι θα πρέπη να καταλάβουν ότι έχουν χρέος έναντι του ποιμνίου να μη σιωπούν την στιγμή μάλιστα που όλα στην Χώρα μας έχουν καταρρεύσει.  Θα πρέπη η Ποιμαίνουσα Εκκλησία να αρθρώση λόγο με παρρησία και να υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδας και του λαού και να αγωνισθή για αυτά. Η αδιαφορία και η σιωπή ειδικά τώρα δεν επιτρέπεται. Το ποίμνιο χρειάζεται ποιμένες με φρόνημα δυνατό, αγωνιστικό και ικανούς να κρατήσουν τον θρόνο τους σαν υπερασπιστές της φυσικής ύπαρξης της Ελλάδας ως Χώρας με απαραβίαστα σύνορα, διότι ο αλυτρωτισμός είναι μία πραγματικότητα.
Όσο απέχει ο Ουρανός από την γην
Οι Επίσκοποί μας θα πρέπει να μιμούνται τα λόγια και τα έργα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπου τονίζει:
-Να μη ανακατεύεσαι με τα βασιλικά πράγματα του διεμήνυε η βασίλισσα.
-Όσο απέχει ο ουρανός από την γη, τόσο απέχει ο Ιωάννης και η Εκκλησία από τα κοσμικά και βασιλικά πράγματα.
-Αλλά δεν θα αφήσω ποτέ τον λαό μου απροστάτευτο στις αδικίες της εξουσίας. Τα παιδιά μου θέλουν την βοήθειά μου και θα την έχουν, αποκρινόταν εκείνος.

Παντοκράτορας