«Όταν δεν ζης με τον Χριστό, ζης μες στη θλίψη, στο άγχος»

Η πρώτη εντολή του Κυρίου είναι «και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου. αύτη η πρώτη εντολή». Δηλ. Και οφείλεις να αγαπήσης Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, ώστε αυτόν εξ ολοκλήρου να ποθής, και με όλη την ψυχή σου, ώστε ολόκληρο το εσωτερικό σου σ’ αυτόν να είναι παραδομένο, και με τον νου σου ολόκληρο, ώστε αυτόν πάντοτε να σκέπτεσαι και με όλη την δύναμη της θελήσεώς σου.

  • Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης μας συμβουλεύει:

«Πολύ θα παρηγορηθή η ψυχούλα μας, όταν λαχταρήσουμε τον Κύριο. Δεν θ’ ασχολούμαστε τότε με τα καθημερινά και τα χαμερπή. Θ ασχολούμαστε με τα πνευματικά και τα ανώτερα, θα ζούμε στον κόσμο τον πνευματικό. Όταν ζης στον κόσμο τον πνευματικό, ζης σ’ άλλο κόσμο, σ’ αυτόν που αρέσκεται και λαχταράει η ψυχή σου. Δεν αδιαφορείς, όμως, και για τον άνθρωπο, θέλεις κι αυτός να βρη τη σωτηρία, το φως, τον αγιασμό. Να μπουν όλοι στην Εκκλησία.

Όταν, όμως, δεν ζης με τον Χριστό, ζης μες στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια, δεν ζης σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δύο-τρία παξιμάδια». Κι όμως, αν ζης σωστά, αν αγαπήσης τον Χριστό, μ’ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο, είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθή κανείς στη λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει».

  • Αναφέρει ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης για τον Όσιο Ιουλιανό:

Ο ασωτότατος που έγινε οσιώτατος!

«Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην,

και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν» (Άσμα Ασμ. η , 7)

Δεύτερον παράδειγμα ας είναι ο όσιος Ιουλιανός, ο οποίος ήτον πρότερον ένας ασωτότατος άνθρωπος, αλλ’ ύστερον έγινε μέγας ασκητής και Οσιώτατος. Ούτος λοιπόν, κοντά εις τας άλλας αρετάς που τον εκοσμούσαν, είχεν επιπροσθέτως και μίαν υπερβολικήν αγάπην εις τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν, και άναπτεν η καρδία του από ένθεον έρωτα. Υπό του οποίου τούτου έρωτος παρακινούμενος ο μακάριος, εκεί όπου συναντούσε μέσα εις τα βιβλία, τα οποία ανεγίνωσκε, γεγραμμένον το Όνομα Ιησούς, η Χριστός, η Σωτήρ, η Θεός, έκλαιε παρευθύς, και βγάζοντας δάκρυα από τους οφθαλμούς του, κατέβρεχε τον τόπον εκείνον του χαρτιού, όπου ήσαν γεγραμμένα τα ως άνω θεία Ονόματα. Τόσον πολύ μάλιστα έκλαιγε, ώστε έσβυναν και εχαλού­σαν τελείως τα γράμματα εις το χαρτί. Βλέποντας δε ο Αββάς Ησαΐας τα βιβλία έτσι χαλασμένα εις εκείνα τα συγκεκριμένα σημεία, ηρώτησεν αυτόν και του λέγει: «Ποίος είναι εκείνος, όπου χαλά εδώ τα βιβλία;». Ο δε άγιος Ιουλιανός απεκρίθη εις αυτόν και είπε: «Δεν θέλω να κρύψω από εσένα τίποτε, πάτερ. Η πόρνη, όταν επήγεν εις τον Σωτήρα μας Χριστόν, έβρεξε τους πόδας του με τα δάκρυά της, και τους εσφόγγισε με τα μαλλιά της κεφαλής της, και έτσι έλαβε παρ’ Αυτού την άφεσιν των αμαρτιών της. Και εγώ, όταν κάμνω ανάγνωσιν εις τας βιβλία, εκεί όπου ευρίσκω γεγραμμένον το Όνομα του Χριστού μου, το βρέχω με τα δάκρυά μου, δια να λάβω παρ’ Αυτού την άφεσιν των αμαρτιών μου»! Τότε ο Αββάς Ησαΐας χαριέντως του λέγει: «Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, και δέχεται την προαίρεσίν σου, όμως τα βιβλία παρακαλώ σε να μη τα χαλάς». Ο δε Ιουλιανός του απεκρίθη και πάλιν: «Πίστευσόν μοι, ότι εάν δεν κλαύσω έτσι ενώπιον του Θεού μου, δεν ημπορεί να δροσισθή η καρδία μου από την φλόγα της θείας αγάπης, οπού ανάπτει και καίει εντός μου».

Ταύτα διηγείται ο Αββάς Ησαΐας και είναι καταγραμμένα εις την Συλλογήν Ιωάννου Πατριάρχου Αντιοχείας, εν τη πρώτη υποθέσει τη «περί θανάτου και των εκεί δικαιωτηρίων», εν χειρογράφοις σωζομένη».

 

Παντοκράτορας