Ἐξ ἀφορμῆς ἀναφορᾶς “ἀνωνύμου’’ εἰς τὸ “Φῶς Φαναρίου’’, περὶ “παντελοῦς ἐλλείψεως ἐκκλησιολογίας’’

Share:

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Μεγάλη ταραχὴ προκάλεσε ἡ ἀπαξιωτικὴ ἀναφορὰ γιὰ “ἐπιχειρηματολογία ἐστερημένη ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας” (14 Μαρτίου 2019), γιὰ κείμενο Κληρικοῦ τῆς Μητροπόλεως Πατρῶν, σὲ μελέτη “ἀνώνυμου” στὸ ἱστολόγιο “Φῶς Φαναρίου”, ἡ ὁποία ὑπερβαλλόντως ἐπαινέθηκε γιὰ τὴν τεκμηρίωσή της. Ἡ “τεκμηριωμένη”, ὅπως θεωρήθηκε ἀπὸ κάποιους, μελέτη τοῦ ἐπώνυμου – ἄγνωστου, προσπερνοῦσε “ἐν σιωπῇ” θέματα ποὺ ἔχρῃζαν ἀνασκευῆς, ὅπως ἡ περίπτωση ἐκείνη ποὺ ἄλλος κληρικὸς τῆς Μητροπόλεως Πατρῶν, μὲ ἀφορμὴ τὸ Οὐκρανικὸ ζήτημα, εἶχε προβεῖ σὲ δογματικὴ παρερμηνεία τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, “ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι” (Ἰω. 14,28) σὲ σχέση μὲ τὸ Πρωτεῖο Τιμῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου.

Λυπηρὴ ἐπίσης ἦταν καὶ ἀπαξιωτικὴ ἐπισήμανση τοῦ ἀνώνυμου, ὅτι ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ π. Ἀναστασίου Γκοτσόπουλου ἐρείδεται σὲ “παντελῆ ἔλλειψη ἐκκλησιολογίας”. Μετὰ ὅμως ποὺ ἔγινε φανερὸ ὅτι καὶ ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος εἶχε ἀντίθετη ἄποψη, ἀπὸ τήν ἐκκλησιολογικὴ ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἐπώνυμου – ἄγνωστου, τί μπορεῖ νὰ δοθεῖ ὡς ἀπάντηση, τόσο ἀπὸ τὸν ἀνώνυμο, ὅσο καὶ ἀπὸ ὅσους βιάστηκαν νὰ ἐπαινέσουν τὴν κατ’ αὐτοὺς τεκμηριωμένη μελέτη του; Ἐπαναλαμβάνουμε ἐνδεικτικὰ μία ἀπὸ τὶς ἀντίθετες ἐπισημάνσεις τοῦ π. Ἐπιφανίου, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι “αἱ χειροτονίαι Κληρικῶν Ὀρθοδόξων γενόμεναι ὑπὸ Ἐπισκόπων αἱρετικῶν μέν, ἀλλ’ ἐνεργούντων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, οὐδέποτε ἐτέθησαν ἐν ἀμφιβόλῳ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, οὐδ’ ἐχρειάσθη δι’ αὐτὰς ἐφαρμογὴ «οἰκονομίας»”*. Τί θὰ ἀπαντήσουν περὶ τούτου;

Θὰ παραδεχθεῖ ὁ “ἀνώνυμος”, ἀλλὰ καὶ ὅσοι προέτρεχαν νὰ ἐπικροτήσουν τὴν ‘’τεκμηριωμένη” γι’ αὐτοὺς ἀπάντησή του, ὅτι οἱ ἐπισημάνσεις τῆς μελέτης αὐτῆς ἐρείδονται σὲ “ἐστερημένη ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία;” Σίγουρα μία ἐκ τῶν δύο ἀναλύσεων εἶναι “ἐστερημένη ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας”. Ἢ ἡ μελέτη τοῦ “ἀνώνυμου” εἶναι “ἐστερημένη ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας” ἢ ἡ μελέτη τοῦ π. Ἐπιφανίου. Θὰ δοθεῖ ἀπάντηση, ἢ θὰ προτιμηθεῖ ἡ σιωπή, ἡ ὁποία ἀλλοτρόπως θὰ καταδεικνύει ὅτι καὶ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ π. Ἐπιφανίου εἶναι “ἐστερημένη ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας”;

Δὲν χρειαζόταν νὰ γραφεῖ κάποιο κείμενο ὡς ἀπάντηση στὸν “ἀνώνυμο”. Ἀρκοῦσε ὥς ἀνταπάντηση ἡ ἐπιχειρηματολογία ἀπὸ τὸ καταστάλαγμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας τοῦ π. Ἐπιφανίου. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία τοῦ π. Ἐπιφανίου κατέρριπτε τὰ περὶ “ἐπιχειρηματολογίας ἐστερημένης ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας”, ἀλλὰ καὶ τὸν ἄδικο ἐνθουσιαστικὸ ἔπαινο περὶ “τεκμηριωμένης” μελέτης τοῦ “ἀνώνυμου”.

Ἂν θέλει κανεὶς νὰ ὁμιλεῖ γιὰ “παντελῆ ἔλλειψη ἐκκλησιολογίας”, ἂς ἀναφερθεῖ στὶς ἀντιεκκλησιαστικὲς στρεβλώσεις τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, ποὺ ὡς μὴ ὤφειλαν παρεισέφρησαν στὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, οἱ ὁποῖες τόση λύπη προκαλοῦν στοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς. Ἂς ἀνασκευάσει τὶς “ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις” τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, ποὺ ἀναφέρουν ὅτι «οἱ ἐκκλησίες – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν στὶς ἄλλες ἐκκλησίες στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας»**, «οἱ ἐκκλησίες-μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωή τῶν ἐκκλησιῶν»** καὶ ὅτι «οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιὸ περιεκτικὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας»**. Αὐτὲς οἱ ἐκκλησιολογικὲς στρεβλώσεις, ὄντως καταμαρτυροῦν “παντελῆ ἔλλειψη ἐκκλησιολογίας”. Δὲν δόθηκε καμιὰ τεκμηριωμένη ἀπάντηση ἀπὸ ὅσους τὶς στηρίζουν, παρὰ μόνο φατριαστικὲς προσωνυμίες.

Γιὰ ποιὰ ὅμως ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκκλησιολογικὲς στρεβλώσεις, μπορεῖ νὰ δοθεῖ Ὀρθόδοξη τεκμηρίωση; Δυστυχῶς ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ μπορεῖ νὰ δοθεῖ, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ λοιδοροῦν ὅσους προβαίνουν σὲ ἀνασκευή των, εἶναι παρὰ ἀπόδοση φατριαστικῶν προσωνυμιῶν. Σὲ ὅσα κείμενα ἀνασκεύαζαν τὶς ἐκκλησιολογικὲς αὐτὲς στρεβλώσεις, δύο ὁδοὶ “διαφυγῆς” ὑπῆρξαν, ἡ σιωπὴ καὶ οἱ ἀπαξιωτικοὶ χαρακτηρισμοί. Ἡ “παντελὴς ἔλλειψη ἐκκλησιολογίας” τῶν ἀντιεκκλησιαστικῶν αὐτῶν στρεβλώσεων, δὲν μπορεῖ νὰ ἐφεύρει ἄλλες ὁδοὺς “διαφυγῆς”.

Ἀλήθεια, τί μπορεῖ νὰ ἐφευρεθεῖ ὡς τεκμηριωμένη ἀπάντηση γιὰ τὴν “ἐκκλησιολογικὴ” προϋπόθεση, ἡ ὁποία ἀναφέρεται σὲ ἀναγνώριση στοιχείων τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας στὶς αἱρετικὲς κοινότητες ποὺ εἶναι μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.; Μποροῦμε ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ ἀναγνωρίσουμε στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας σὲ αἱρετικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες; Ποιὰ Ὀρθόδοξη τεκμηρίωση μπορεῖ νὰ ἐφευρεθεῖ;

Τί μπορεῖ νὰ ἐφευρεθεῖ ὡς τεκμηριωμένη ἀπάντηση γιὰ τὴν ἐκκλησιολογικὴ στρέβλωση ποὺ ἀναφέρει ὅτι «οἱ ἐκκλησίες-μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωή τῶν ἐκκλησιῶν»*; Μὲ τὶς αἱρετικὲς κοινότητες θὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Ποιὰ Ὀρθόδοξη τεκμηρίωση μπορεῖ νὰ δοθεῖ σὲ τέτοια ἐκκλησιολογικὴ στρέβλωση;

Μποροῦμε σὰν Ὀρθόδοξοι νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι “τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιὸ περιεκτικὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας»;** Ὅταν τὸ παραδεχόμαστε αὐτὸ στὰ πλαίσια τοῦ Π.Σ.Ε., ἔχει τὴν ἔννοια τῆς παραδοχῆς, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καμιὰ τεκμηριωμένη ἀπάντηση δὲν μπορεῖ νὰ δοθεῖ, ἀπὸ ὅσους στηρίζουν τὶς ἐκκλησιολογικὲς αὐτὲς στρεβλώσεις. Ἡ μόνη ‘’τεκμηρίωση’’ ποὺ θὰ βρεῖ, θὰ εἶναι οἱ ὕβρεις καὶ οἱ ἀπαξιωτικοὶ χαρακτηρισμοί. Ἡ μόνη ἀνακάλυψη ἀπὸ τὴν ὅλη προσπάθεια γιὰ ἐξεύρεση τεκμηριωμένης ἀπάντησης, θὰ εἶναι ἡ διαπίστωση πὼς οἱ στρεβλώσεις αὐτὲς στεροῦνται ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας. Ἐπίσης θὰ διαπιστώσει ὁπωσδήποτε, ὅτι ἐρείδονται σὲ “παντελῆ ἔλλειψη ἐκκλησιολογίας”, ποὺ εἶναι φυσικὸ ἐξάλλου, γιατί ἀποτελοῦν προϊόντα συναπόφασης μὲ τὶς αἱρετικὲς κοινότητες τοῦ Π.Σ.Ε.

Σημειώσεις:

* “Τὰ δύο ἄκρα”, Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Ἰ. Θεοδωροπούλου, Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος.

* * «Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη).

Previous Article

Απών και πάλι ο Μακαριώτατος;

Next Article

Συνάντηση του Μητροπολίτη Κιέβου Ονουφρίου με τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Ουκρανίας

Διαβάστε ακόμα