Ἡ Ἱ. Κοινότης καὶ ὁ Προικοννήσου ἐγκαλοῦν τόν… Κωνσταντινουπόλεως

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Τρακάδα

Τὸ Φανάρι πράττει τώρα τὰ ἴδια, διὰ τὰ ὁποῖα

ἐκατηγόρει τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων

«Πάνυ με λυπεῖ, ὅτι ἐπιλελοίπασι, λοιπὸν οἱ τῶν Πατέρων Κανόνες καὶ πᾶσα ἀκρίβεια τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται καὶ φοβοῦμαι μὴ κατὰ μικρόν, τῆς ἀδιαφορίας ταύτης, ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πρά­γματα» (Κανὼν ΠΘ΄).

Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Μέγας Βασίλειος ὁμιλεῖ προφητικῶς δι’ ὅσα θὰ συνέβαινον εἰς τὰς ἡμέρας μας, ὅπου διὰ τὸ «Οὐκρανικὸν» ποδοπατοῦνται οἱ Ἱ. Κανόνες ὄχι ἐξ ἀδιαφορίας ἀλλὰ ἐκ σκοπιμότητος. Τὰ ἴδια λόγια προέταξε καὶ ὁ νῦν Προικοννήσου Ἰωσὴφ Χαρκιολάκης, ὅταν ὡς Ἐπίσκοπος Ἀριανζοῦ συνέγραφε τὴν μελέτην μὲ τίτλον «Ἱστορικὸ-κανονικὸς κριτικὸς ἔλεγχος τῆς προσπαθείας τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων νὰ ἐπέμβη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας (1991-1993), Θεσσαλονίκη 2000».

Πρόκειται διὰ τὰ γεγονότα ποὺ ἐπὶ μία τριετία συνεκλόνισαν τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἔφερον αὐτὴν εἰς τὰ πρόθυρα σχίσματος. Ποῖος ἀνέμενεν ὅτι 25 χρόνια μετὰ ἡ ἱστορία θὰ ἐπαναλαμβάνετο;

Ἡ σύγκρουσις Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἱεροσολύμων

Μία περίεργος προσωπικότης κληρικοῦ, ὁ Ἱερόθεος Κούρτεσης, θὰ ἀποτελέση τὸ ἀρχιμήδειον σημεῖον διαμάχης τῶν δύο Πατριαρχεῖον. Ὁ ἐν λόγῳ κληρικός, ὁ ὁποῖος εἶχε μετακινηθῆ εἰς διαφόρους δικαιοδοσίας ἀνὰ τὸν κόσμον, καταλήγων εἰς Αὐστραλίαν δὲν ἄργησε νὰ ἐπιδείξη τὰς ἡγεμονικὰς τάσεις ποὺ εἶχεν, ὑποσκελίζων τὸν Αὐστραλίας Ἰεζεκιήλ. Ὁ Αὐστραλίας Στυλιανὸς ὅμως δὲν τοῦ ἐχαρίσθη, καίτοι ὁ Κούρτεσης ἀπελάμβανε τῆς εὐνοίας τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅλα ἤρχισαν ὅταν τὴν 8ην Μαρτίου 1991 τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως δι’ ἀποφάσεώς του καθαιρεῖ τὸν Ἱερόθεον Κούρτεσην, διὰ κανονικὰ παραπτώματα. Ἐκεῖνος δηλώνει ὅτι δὲν ἰσχύει ἡ καθαίρεσίς του, διότι ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1989 ἀνήκει εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων. Τὸ ἴδιον πράττει καὶ τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, τὸ ὁποῖον ἀρνεῖται νὰ ἀναγνωρίση τὴν καθαίρεσιν.

Παραλλήλως, ἀπὸ τὸ 1964 ὑφίσταται εἰς τὴν Αὐστραλίαν ἡ «Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία Ἀμερικῆς καὶ Αὐστραλίας», δημιούργημα τριῶν καθηρημένων Ἐπισκόπων, ἑνὸς Κυπρίου, ἑνὸς Σέρβου καὶ ἑνὸς Λευκορώσου. Δὲν πρόκειται διὰ κανονικὴν «Ἐκκλησίαν», ἀλλὰ διὰ σχισματικὴν ποὺ δημιουργεῖ συνεχῶς προβλήματα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον Ἀρχιεπισκοπὴν Αὐστραλίας.

Ἡ διοίκησις αὐτοῦ τοῦ μορφώματος κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαΐου 1991, δηλ. ὅταν καθαιρεῖται ὁ Κουρτέσης, ἐπιδιώκει καὶ ἐπιτυγχάνει συνάντησιν μὲ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων Διόδωρον εἰς Ἀθήνας. Μετὰ τὴν συνάντησιν ὁ Πατριάρχης Διόδωρος φέρεται ἀπὸ μέσα ἐνημερώσεως νὰ δηλώνη ὅτι:

«ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἑνότητα τοῦ ἀποδήμου Ἑλληνισμοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας δὲν θὰ ἀρνηθῆ νὰ βοηθήση στὴν λήψη ὅλων τῶν ἐπιτρεπτῶν μέτρων»

Αἱ δηλώσεις αὐταὶ δημιουργοῦν ἔντονον ἀνησυχίαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων θὰ ἐπέμβη εἰς τὴν Αὐστραλίαν. Δεδομένης μάλιστα τῆς ἐντόνου φήμης ὅτι ἤδη ὁ Ἱερόθεος Κούρτεσης ἔχει ὑπαγάγει ὡς μετόχιον εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων τὴν κοινότητα καὶ τὸ ἵδρυμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρωτοστατεῖ.

Τὴν 24ην Ἰουλίου 1991 ὁ Πατριάρχης Διόδωρος ἀποστέλλει τηλεγράφημα εἰς τὸν Αὐστραλίας Στυλιανὸν λέγων ὅτι καταφθάνει ἀντιπροσωπία του, ἄνευ λεπτομερειῶν. Ἡ ἀντιπροσωπία ὄντως ἀφίχθη τὴν 27ην ἀποτελουμένη ἀπὸ δύο Ἐπισκόπους καὶ ἕνα Ἀρχιμανδρίτην. Κατὰ τὴν ἄφιξιν, εἷς ἐκ τῶν δύο, ὁ Πορφυρουπόλεως, ἐδήλωσεν ὅτι ὁ Πατριάρχης κινεῖται διὰ «τὴν προάσπισιν καὶ ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς γῆς» ὡς «Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν». Τὰς ἑπομένας ἡμέρας ἡ ἀντιπροσωπία συνηντήθη καὶ συνελειτούργησε μὲ τὸν Ἱ. Κούρτεσην, ἤδη καθηρημένον ἀπὸ τὸ Φανάρι.

Τὴν 3ην Αὐγούστου ἡ Ἱ. Σύνοδος τοῦ Φαναρίου συνέρχεται καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν καταγγέλλει μὲ δριμύτητα τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων διὰ «εἰσπήδησιν», ὑπογραμμίζουσα τὰς συνεπείας ποὺ θὰ ἔχη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια εἰς τὴν Πανορθόδοξον ἑνότητα. Ὁ Πορφυρουπόλεως ἀπαντᾶ ἄνευ δισταγμῶν ὅτι ἡ Αὐστραλία δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἀλλὰ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων. Οἱ δύο Ἐπίσκοποι τῆς ἀντιπροσωπίας τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ὑποστηρίζουν μὲ σθένος ὅτι τὸν ΙΘ΄ αἰῶνα πρῶτον τὸ ἰδικὸν τους Πατριαρχεῖον εἶχεν ἀποστείλει ἱερέα εἰς τὴν Αὐστραλίαν. Ταυτοχρόνως διαμηνύουν ὅτι ὅσαι πιέσεις καὶ ἂν ἀσκηθοῦν, δὲν θὰ ὑποχωρήσουν ἀπὸ τὰ δίκαιά τους ἐφ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης! Αὐτὸ ἐξοργίζει τοὺς Φαναριώτας καὶ ἑτέρους Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατηγοροῦν διὰ διχασμὸν τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἀπαντοῦν ὅτι «ἤρθαμε γιὰ νὰ φέρουμε ἑνότητα καὶ ὁμόνοια» εἰς τὴν Αὐστραλίαν, κάτι ποὺ δὲν εἶχεν ἐπιτύχει ἕως τότε τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως.

Ἑπομένη κίνησίς τους εἶναι νὰ ἔλθουν εἰς ἐπαφὰς μὲ τοὺς σχισματικούς. Παντοῦ καὶ πάντοτε συνεχῶς ἐπαναλαμβάνουν ὅτι «δὲν ἤλθαμε ὡς εἰσβολεῖς, ἀλλὰ ὡς ἱδρυτὲς τῆς Ἐκκλησίας στὴν Αὐστραλία». Τὸ κλῖμα πυροδοτεῖ ἔτι περαιτέρω ἡ ἀπόφασις τῶν σχισματικῶν τῆς 10ης Αὐγούστου νὰ ἔλθουν εἰς τελικὰς διαπραγματεύσεις μὲ τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ ἐντάξουν ὁριστικῶς τὰς κοινότητάς των ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του.

Ἡ παρέμβασις τῆς Ἐκκλησίας

τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος λαμβάνει ἐπισήμως θέσιν κατὰ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ὑπογραμμίζουσα ὅτι ἡ Αὐστραλία ἀνήκει ἀνέκαθεν καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Φανάρι. Τὸ αὐτὸ πράττει καὶ ἡ Διπλῆ Σύναξις τοῦ Ἁγίου Ὄρους («Ο.Τ.» 30.08.1991). Διὰ τὸ ζήτημα τοποθετεῖται διὰ τοῦ «Ο.Τ.» καὶ ὁ π. Ἰ. Διώτης («Ο.Τ.» 23.08.1991), τοῦ ὁποίου τὰς σφοδρὰς ἐπιθέσεις κατὰ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ἐγκωμιάζει καὶ ὁ νῦν Προικοννήσου.

Ἰδιαιτέρας σπουδαιότητος τυγχάνει ἡ ἐπιστολὴ τῆς Διπλῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρὸς τὸν Πατριάρχην Διόδωρον. Συγκεκριμένα μεταξὺ ἄλλων γράφει:

«Πῶς, Μακαριώτατε, δέχεσθε τὸν καθαιρεθέντα ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Ἱερόθεον Κουρτέσην ὡς κανονικὸν ἱερέα, τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν Σᾶς ἐκοινοποιήθη ἡ πρᾶξις τῆς καθαιρέσεως;… Δὲν γνωρίζετε ὅτι… οὐχὶ μόνον ἡ οἱαδήποτε καταπάτησις τῶν ἱερῶν Κανόνων δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὴ ἢ ἀνεκτή, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡ ἐλαχίστη κατὰ διάνοιαν παρέκκλισις ὡς ἔγκλημα καθοσιώσεως ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας θὰ λογισθῆ λόγῳ τῆς ὑψίστης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἐπωμίζεσθε;»

Τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων εἰς τὰς αἰτιάσεις αὐτὰς ἀπαντᾶ ὅτι τὸ μετόχιον τοῦ Ἱ. Κούρτεση ἱδρύθη δι’ ἀποφάσεως «τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου… καὶ δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγνωρίσεως παρ’ οὐδενός»! Ἀπεναντίας τονίζει ὅτι οἱαδήποτε ἀμφισβήτησις συνιστᾶ «ἀσέβειαν πρὸς τὴν Ὑψίστην Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχήν»! Παραλλήλως δηλώνει ὅτι ὁ Ἱερόθεος Κούρτεσης ἔγινε δεκτὸς εἰς τὴν Ἁγιοταφικὴν Ἀδελφότητα «κατὰ τρόπον πλήρως κανονικόν»!

Δὲν ἐπρόκειτο βεβαίως δι’ ἕν ἁπλοῦν μετόχιον. Ὡς γνωστόν, σκοπὸς τοῦ μετοχίου ἦτο νὰ «ἐξελιχθῆ εἰς Ἀρχιεπισκοπὴν Αὐστραλίας», ὅπως ἔγραφεν ὁ τότε Λύδδης Τιμόθεος. Ἀπόδειξις ἦτο ὅτι ἐντὸς μάλιστα ἔτους ἔλαβε τὸν βαρύγδουπον τίτλον «Πατριαρχικὴ Ἀντιπροσωπία ἐν Αὐστραλίᾳ».

Ἡ «Πανορθόδοξος» Σύνοδος

Τὴν 1ην Ἰουνίου 1993 τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ὑπαγάγει εἰς ἑαυτὸ ὅσας σχισματικὰς κοινότητας δὲν εἶχον ὑπαχθῆ εἰς τὴν Ἱ. Ἀ. Αὐστραλίας. Τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως ἀποφασίζει πλέον νὰ ἐπέμβη δυναμικά. Τὴν 30ὴν Ἰουλίου εἰς τὸ Φανάρι συγκαλεῖται μείζων καὶ ὑπερτελὴς σύνοδος ἀπὸ τὸν νῦν Πατριάρχην Βαρθολομαῖον, εἰς τὴν ὁποίαν προσεκλήθησαν καὶ συμμετεῖχαν μόνον αἱ ἑλληνόφωνοι Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι, προκειμένου νὰ ἐξετάσουν τὰς ἀντικανονικότητας τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ὄχι μόνον ἐν Αὐστραλίᾳ ἀλλὰ καὶ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Σημειωτέον ὅτι Μείζονες καὶ Ὑπερτελεῖς Σύνοδοι εἶχον συγκληθῆ τὸ 1973 καὶ τὸ 1982 διὰ τὸ «Κυπριακόν», εἰς τὰς ὁποίας προήδρευσεν, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας.

Εὐστόχως γράφει ὁ Προικοννήσου:

«Ἡ Μείζων καὶ Ὑπερτελὴς Σύνοδος ἔκρινεν ὅτι αἱ ὡς ἄνω ἐνέργειαι στοιχειοθετοῦν τὰ κανονικὰ ἐγκλήματα α) τῆς εἰσπηδήσεως εἰς ξένην ἐπαρχίαν, β) τῶν παρ’ ἐνορίαν πράξεων, γ) τῆς φατρίας καὶ τυρείας, δ) τῆς συνωμοσίας κατ’ ἄλλης Ἐκκλησίας καὶ ε) τῆς κοινωνίας μετὰ σχισματικῶν… κατὰ συνέπειαν ἔκρινεν ἀξίους καθαιρέσεως τόσον αὐτὸν τοῦ­τον τὸν Προκαθήμενον… (Μετέπειτα ὅμως) πρὸς ἀποφυγὴν μείζονος ρήγματος… ἐξήρεσε (μὲν) τῆς καθαιρέσεως τὸν Πατριάρχην… ὅμως διέγραψε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἀπὸ τῶν Ἱερῶν Διπτύχων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ διέκοψε τὴν μετ’ αὐτοῦ μυστηριακὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην κοινωνίαν «ἐφ’ ὅσον χρόνον θὰ διατελῆ οὗτος ἐν τῇ ἀπαραδέκτῳ ταύτῃ ἐκκλησιαστικῇ ἀνωμαλίᾳ…».

Μετὰ ἀπὸ τὴν σύσσωμον κατά του ἀπόφασιν τῶν Ἐκκλησιῶν ὁ Πατριάρχης Διόδωρος ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήση καὶ νὰ ἀποστείλη τὴν 6ην Αὐγούστου γράμμα ἐγγράφου μετανοίας πρὸς τοὺς Προκαθημένους τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Καὶ πάλιν εὐστόχως σημειώνει ὁ Προικοννήσου:

«Ἡ πρόσληψις τοῦ ἐν ἀργίᾳ διατελοῦντος… προσπορίζει εἰς τὸν δεχθέντα αὐτὸν Πατριάρχην α) κατὰ τὸν ΙΓ΄ Κανόνα τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου εὐθύνην ἀπολογίας, ἥτις κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ἀριστηνοῦ δὲν εἶναι ἄλλον τι παρὰ ἀφορισμός, β) κατὰ τὸν Θ΄ Κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ, ὡς καὶ τὸν ΝΔ΄(ΞΓ΄) τῆς αὐτῆς ἀκοινωνησίαν ἀπὸ μέρους τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων, γ) κατὰ τὸν ΙΒ΄ Ἀποστολικὸν Κανόνα, τὸ ἐπιτίμιον τοῦ ἀφορισμοῦ, δ) κατὰ τὸν ΙΣΤ΄ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς, τὸ ἐπιτίμιον τῆς ἀκοινωνησίας καὶ ε) κατὰ τὸν ΙΖ΄ τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς, τὴν ποινὴν τῆς καθαιρέσεως…

Ἡ μετὰ ἀκοινωνήτων καὶ καθηρημένων συμπροσευχὴ καὶ συλλειτουργία ἀπείργεται αὐστηρότατα ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, συνεπάγεται δὲ ὀδυνηράς συνεπείας διὰ τοὺς τοῦτο τολμῶντας. Οὕτως ὁ μὲν Ι΄ Κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπαγορεύει τὴν μετ’ ἀκοινωνήτου συμπροσευχήν, ἀκόμη καὶ κατ’ ἰδίαν, ἐπὶ ποινῇ ἀφορισμοῦ. Ὁ ΙΑ΄ Κανὼν τῶν Ἁγίων καὶ αὖθις Ἀποστόλων ἀπαγορεύει τὴν μετὰ καθηρημένου συμπροσευχήν, ἀπειλῶν καθαίρεσιν κατὰ τοῦ τολμῶντος τοιοῦτόν τι κληρικοῦ. Παρομοίως ὁ Δ΄ Κανὼν τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου προστάζει «ἀποβάλλεσθαι τῆς Ἐκκλησίας» τοὺς κοινωνοῦντας καθηρημένῳ, μάλιστα δὲ ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι εἶχε καταγνωσθῆ εἰς αὐτὸν τοιαύτη ἀπόφασις. Ὁ ΠΗ΄ τέλος, Κανὼν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀπειλεῖ μὲ ἀποπομπὴν ἐκ τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας τοὺς δεχομένους εἰς συμπροσευχὴν καὶ κοινωνίαν ἱερατικὴν ἐν ἀργίᾳ τελοῦντα κληρικόν».

Ἐρωτήματα διὰ τὴν σύγκρουσιν

Κων/λεως καὶ Μόσχας

Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται, μόνον ποὺ αὐτὴν τὴν φορὰν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἱεροσολύμων εἶναι ὁ Κων/λεως. Οἱ ρόλοι ἀντεστράφησαν.

Τὸ Φανάρι ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπεκατέστησε τὸν καθηρημένον κ. Φιλάρετον Ντενισένκο, ὅτι ἡ «Οὐκρανία» εἶναι ἰδική του δικαιοδοσία, ὅτι εἶναι ἡ «Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν», ὅτι ἔχει «δίκαια ἐφ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης» καὶ ὅτι «ἤρθαμε γιὰ νὰ φέρουμε ἑνότητα». Οὔτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος οὔτε τὸ Ἅγιον Ὄρος οὔτε ὁ Προικοννήσου ὅμως δὲν τολμοῦν νὰ ἀπευθύνουν πρὸς τὸ Φανάρι αὐτὰ τὰ ὁποῖα μὲ βεβαιότητα ἀπηύθυναν τότε πρὸς τὸν Πατριάρχην Διόδωρον.

Ἀπεναντίας, ἐνῶ σήμερα τὸ Πατριαρχεῖον Μόσχας καταγγέλλει τὸ Φανάρι διὰ «εἰσπήδησιν», ὅτι πλήττει τὴν ἑνότητα, ὅτι δὲν δύναται νὰ συλλειτουργῆ μὲ καθηρημένους καὶ ὅτι διακόπτει τὴν κοινωνίαν μὲ αὐτό, δηλ. ἀκριβῶς ὅ,τι ἔκανε τότε ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἔναντι τοῦ Ἱεροσολύμων, ἡ ὑπαιτιότης ρίπτεται εἰς τὸν Μόσχας!

Ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τὰ δίκαιά του τὸ Φανάρι (ἄν καὶ κάποτε αἱ ΗΠΑ, Αὐστραλία κ.λπ. πρέπει νὰ ἀποκτήσουν αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας) συν­εκάλεσε «Μείζονα καὶ Ὑπερτελῆ Σύνοδον», ἀλλὰ σήμερα ἀρνεῖται πεισματικῶς σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνόδου. Διατί;

Τὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν διερωτᾶται «Πῶς, Παναγιώτατε, δέχεσθε τὸν καθαιρεθέντα»; Διατί;

Δὲν ὑπάρχει ἕνας Ἱεράρχης νὰ ἐπαναλάβη, τὸ τοῦ Προικοννήσου, ὅτι «ἡ μετὰ ἀκοινωνήτων καὶ καθηρημένων συμπροσευχὴ καὶ συλλειτουργία» ἐπισύρει τὴν ποινὴν τῆς καθαιρέσεως; Διατί;

«Ἃ γὰρ κατέλυσα ταῦτα πάλι οἰκοδομῶ παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι»… Αὐτὰ διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Φανάρι κατεδίκασε τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων πράττει τὰ ἴδια καὶ χειρότερα αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ὑπάρχει μεγαλύτερος δημόσιος ταπεινωτικὸς εὐτελισμὸς ἀπὸ αὐτόν;

Previous Article

Εκοιμήθη ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

Next Article

ΤΑ ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ «ΘΡΟΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ» ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Διαβάστε ακόμα