Ὁ Μητροπολίτης, ὁ Δήμαρχος καὶ ἡ χρεωκοπία

Share:

Τοῦ κ. Παναγιώτου Κατραμάδου

Οἱ νέοι τρεῖς Μητροπολῖται Σισανίου, Περιστερίου καὶ Γλυφάδας ἔδωσαν τὴν κατὰ τὰ εἰωθότα διαβεβαίωσιν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὡστόσον ἡ διαμάχη περὶ τοῦ νομίμου ἢ ὄχι τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀπὸ Σαλώνων εἰς Γλυφάδας κ. Ἀντωνίου μαίνεται. Ὁ Δήμαρχος Βούλας κ. Γρ. Κωσταντέλλος προσέφυγε κατὰ τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸ ΣτΕ καὶ πρωτοβουλίαν νὰ ἀπαντήση εἰς αὐτὸν δι’ ἐπιστολῆς ἀνέλαβεν, ἄγνωστον διὰ ποῖον λόγον, ὁ Σεβ. Καρπενησίου. Δὲν μᾶς ἀπασχολοῦν ὅμως τὰ πολιτικά, οἰκονομικὰ ἢ ἄλλα κίνητρα οὐδενὸς ἐκ τῶν δύο. Ἐνδιαφέρον ἐκκλησιολογικὸν παρουσιάζουν ὁρισμένα σημεῖα τῶν ἐπιστολῶν ποὺ ἀντηλλάγησαν. Συγκεκριμένα, ὁ Σεβασμιώτατος καταλήγων τὴν δισέλιδον ἐπιστολήν του τῆς 4ης Ἀπριλίου 2019 μεταξὺ ἄλλων γράφει: «Μᾶς μετατρέψατε (ἐνν. τὸν κλῆρον) σὲ ἕνα πανελλήνιο φιλανθρωπικὸ σωματεῖο, γιὰ νὰ καλύψουμε, ὄχι μόνο τὴν ἀνυπαρξία, μὰ καὶ τὴν ἀπανθρωπιὰ τῆς ἐπίσημης πολιτείας». Ὁ Δήμαρχος ἀπὸ τὴν ἰδικήν του σκοπιὰν ἀνταπαντᾶ καὶ μεταξὺ ἄλλων ἐπικρίνει τὸν Σεβασμιώτατον τόσον διὰ ἀνάμειξιν εἰς ἑτέραν Ἐπαρχίαν ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀπαξίωσιν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν: «ἀσχολεῖσθε καὶ πάλι μὲ τὴν Μητρόπολή μας καὶ τοὺς ἱερεῖς της, ἔχοντας προφανῶς ἐπιλύσει ὅλα τὰ προβλήματα τῆς δικῆς σας Μητρόπολης… θεωρεῖτε, πὼς ἅπαντες πρέπει νὰ κάνουμε τυφλὴ ὑπακοὴ στὴν διοικοῦσα Ἐκκλησία, ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὴ προχωρᾶ σὲ παράτυπες ἢ καὶ παράνομες ἐνέργειες». Τὸ παράπονον τοῦ Σεβασμιωτάτου εἶναι ἀνησυχητικόν, διότι ἔχει ἀκουσθῆ καὶ ἀπὸ ἄλλα χείλη, γεγονὸς ποὺ σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία γενικὴ σιωπηρὰ παραδοχὴ σχετικῶς μὲ τὴν σύγχρονον αὐτοσυνειδησίαν τῶν Ἱεραρχῶν περὶ τοῦ ρόλου των εἰς τὴν κοινωνίαν. Φαίνεται πώς, ἐσωτερικὴ ἐκκλησιαστική των ἀπασχόλησις εἶναι αἱ Ἐπισκοπικαὶ ἐκλογαί, διὰ τὰς ὁποίας τὸ ποίμνιον ὀφείλει νὰ εἶναι μόνον παθητικὸς ἀποδέκτης, ἐνῶ ἐξωτερικὴ ἀπασχόλησις εἶναι ἡ συντήρησις τῆς εἰκόνος τῆς Ἐκκλησίας ὡς σωματείου ἀγαθοεργιῶν. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ εἶναι δικαία μία κριτική, ἡ ὁποία ἀντιπαραθέτει (ἀνεξαρτήτως κατὰ πόσον ἰσχύει εἰς τὴν πραγματικότητα ἀπὸ τὸν συγκεκριμένον Δήμαρχον, ποὺ δὲν γνωρίζομεν) τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσακούωνται οἱ προβληματισμοὶ τοῦ ποιμνίου; Ὅταν τὸ «ἠθικὸν πλεονέκτημα» δὲν ἐπαρκῆ Ὅποιος μελετήσει διεξοδικῶς τὰς δύο ἐπιστολάς, ποὺ ἐδόθησαν εἰς τὴν δημοσιότητα, θὰ ἀντιληφθῆ ὅτι εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Σεβασμιωτάτου ὅτι ἡ ἀξιοποίησις τῶν «φιλέτων» θὰ ἀποβῆ ὑπὲρ τοῦ κλήρου, ὁ Δήμαρχος «ἀντεπιτίθεται» ἀμφισβητῶν ὅτι κάτι τέτοιο θὰ συμβῆ, ἀφοῦ οἱ Ἀρχιερεῖς ποὺ συχνὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν Γλυφάδα συναναστρέφονται μόνον πλουσίους, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει τὸν κάματον τῶν ἁπλῶν λευϊτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον ποτὲ οὔτε ἕνα εὐρώ. Παραλλήλως ἀντιτάσσει ὑπαινικτικὰ ὅτι ἐκπροσωπεῖ μίαν μεγάλην μερίδα πολιτῶν, λόγῳ τῆς πλειοψηφίας μὲ τὴν ὁποίαν ἐξελέγη, καὶ δὲν ἐκφράζει μόνον 38 ποὺ ἐψήφισαν τὸν νέον Γλυφάδας. Ἡ οὐσία τοῦ διαλόγου εὑρίσκεται βαθύτερα ἀπὸ τὰ φαινόμενα: ἡ κλασσικὴ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Σεβασμιωτάτου ποὺ κραδαίνει ὡς ἀκατανίκητον τὸ στοιχεῖον τοῦ «ἠθικοῦ πλεονεκτήματος» (Ἐκκλησία ποὺ μεριμνᾶ) καταπίπτει ἐνώπιον τοῦ ἀντεπιχειρήματος ὅτι μία Ἱεραρχία ποὺ παραβαίνει τοὺς ἰδίους της τοὺς Κανόνας (νὰ ὑπενθυμίσωμεν τὰς ἐνστάσεις τοῦ Δημάρχου διὰ τὸν τρόπον ἐκλογῆς) εἶναι πλέον ἀπονομιμοποιημένη ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ποῖον εἶναι τὸ ὀλίσθημα τῆς Ἱεραρχίας ποὺ τὴν ἀπονομιμοποιεῖ; Ἡ ἀνατροπὴ τῆς οὐσιαστικῆς συνοδικότητος, ποὺ ἀποτυπώνεται εἰς τὰ ὅσα γράφει ὁ Σεβ. Καρπενησίου. Ὁ Σεβασμιώτατος ὁμιλεῖ μέσα ἀπὸ μίαν κληρικαλιστικὴν ἀντίληψιν, ὅπου ἡ Ἱεραρχία ἀπεφάσισε νὰ ἐκλέξη κάποιον συγκεκριμένον, ὥστε μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀξιοποίησιν τῆς περιοχῆς ποὺ αὐτὸς θὰ προωθήση -εἰς συνεργασίαν βεβαίως μὲ τὴν ΕΚΥΟ, τῆς ὁποίας τὴν διεύθυνσιν θὰ ἀναλάβη ἕτερον πρόσωπον, ποὺ θὰ ὑποδείξη ὁ Προκαθήμενος (ποῖος ἆραγε θὰ εἶναι αὐτός;)-, θὰ ὑπάρξουν ὀφέλη διὰ τὸν κλῆρον. Ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Σεβασμιωτάτου αὐτὸ ποὺ προσλαμβάνει κανεὶς εἶναι ὅτι ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία δὲν ἐνεργεῖ ὡς Σύνοδος, ἀλλὰ ὡς Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἡ ὁποία μέσῳ οἰκονομικοῦ ἐπιχειρηματικοῦ σχεδίου ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξασφαλίση τοὺς ὑπαλλήλους της. Πῶς νὰ σταθῆ αὐτή ἡ ἀντίληψις ἔναντι τῆς θεμελιώδους ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς ὅτι «καμία Σύνοδος δὲν εἶναι ὑπεράνω τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας» καὶ ὅτι ἡ ἀνάδειξις τοῦ ἐπιχωρίου Ποιμενάρχου ἀνήκει μόνον εἰς τήν Τοπικήν Ἐκκλησίαν; Ποῖος ἐξετάζει τὸν «ἀνεπίληπτον βίον»; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς καμίαν Τοπικὴν Ἐκκλησίαν δὲν ἔχει δικαίωμα παρεμβάσεως ἡ Σύνοδος. Διὰ τοῦτο καὶ ὅταν ὁρίζεται Τοποτηρητὴς ἀπὸ τὴν Σύν­οδον, δὲν ἔχει καμίαν ἁρμοδιότητα καὶ ἐξουσίαν, πλὴν ἐλαχίστων γραφειοκρατικῶν διεκπεραιώσεων. Ὁ λόγος μάλιστα ποὺ ὁρίζεται Τοποτηρητὴς εἶναι, διὰ νὰ μὴ μείνη ἀνεπίσκοπος μία περιοχή, δεικνύων τοιουτοτρόπως ὅτι παραμένει ἀδιαμφισβήτητα συνδεδεμένη διαρκῶς μὲ τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν, ἑπομένως εἶναι καὶ ἔγκυρα τὰ μυστήρια αὐτῆς. Ἡ μοναδικὴ περίπτωσις ἐπεμβάσεως τῆς Συνόδου εἶναι διὰ καθαίρεσιν τοῦ Ἐπισκόπου, ὄχι ὅμως ἡ ἀνάμειξις εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐπισκοπῆς του. Ἡ ἀνάδειξις τοῦ Ἐπισκόπου ἀποτελεῖ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργίαν τῆς Ἐπισκοπῆς, ἡ ὁποία προτείνει τὰ κατάλληλα πρόσωπα καὶ ἀντιστοίχως δύναται ὄχι μόνον νὰ ἀποδέχεται, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπορρίπτη ἐπιλογὰς ποὺ τῆς ἐπιβάλλονται. Πολὺ μεστὰ γράφει ὁ Καθηγητὴς κ. Βλ. Φειδᾶς (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τόμ. Ά΄, σελ. 192-193) σχετικὰ μὲ τὰς Ἀποστολικὰς Διαταγάς: «οἱ χειροτονοῦντες τὸν ἤδη ἐπιλεγέντα ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαὸ τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας ὑποψήφιο… ἐξέταζαν ἐνώπιον τοῦ πρεσβυτερίου καὶ τοῦ περιεστῶτος λαοῦ «εἰ μαρτυρεῖται ὑπὸ πάντων ἄξιος εἶναι τῆς μεγάλης ταύτης καὶ λαμπρᾶς ἡγεμονίας». Μετὰ τὴν ὁμόφωνη ἐπιδοκιμασία τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ… ἕνας τελοῦσε τὴν χειροτονία… οἱ χειροτονοῦντες δὲν ἐξηρτῶντο ἀπὸ μόνη τὴ συν­αίνεση τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐξέταζαν τὸν ὑποψήφιο καὶ εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἀρνηθοῦν τὴ χειροτονία του, ἂν αὐτὸς δὲν φρονοῦσε ὀρθῶς περὶ τὴν πίστη ἢ ἂν δὲν εἶχε ἀνεπίληπτο βίο». Καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ Ἱ. Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Ποιμενάρχου νὰ γίνεται μέσα ἀπὸ καὶ ἐντὸς τοῦ σώματος τῆς Ἐπισκοπῆς ἀπὸ τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαόν. Ἡ ἐξέτασις ἐπίσης τῆς καταλληλότητος αὐτοῦ ἐλάμβανε χώραν δημοσίως εἰς ἐπήκοον τοῦ ποιμνίου καὶ ἦτο προϋπόθεσις, διὰ νὰ προχωρήσουν εἰς τὴν χειροτονίαν. Ποῖος ἐξετάζει σήμερα τὴν πίστιν τοῦ ὑποψηφίου, ὅταν ἡ ὁμολογία πίστεως ἔχει περιορισθῆ εἰς τυποποιημένα «μηνύματα» τοῦ ἤδη ἐκλελεγμένου καὶ εἰς τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ «Συμβόλου τῆς πίστεως» κατὰ τὴν χειροτονίαν; Ἴσως διὰ τοῦτο παρουσιάζεται μετέπειτα τόση ἀδυναμία Ἱεραρχῶν εἰς τὴν δογματικὴν καὶ ἀρκοῦνται συνήθως εἰς τυποποιημένας ἐκφράσεις περὶ μιᾶς ἀκαθορίστου πνευματικῆς ζωῆς. Ἐνθυμούμεθα, ὅταν Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς εἶχεν, εἰς τηλεοπτικὸν δίαυλον δηλώσει διὰ τὸ «5» ποὺ ὑπεχρεώθη νὰ βάλη εἰς ὑποψήφιον μετὰ ἀπὸ τὰς πολλαπλὰς ἀποτυχίας του διὰ προβιβασμόν, ἀλλὰ καὶ ἀλλεπάλληλα τηλεφωνήματα ἄνωθεν… Ποῖος ἐξετάζει τὸν «ἀνεπίληπτον βίον»; Ἀντ’ αὐτοῦ ἐπεκράτησε τὸ κοσμικὸν πνεῦμα ὅτι «καθένας ἂς κάνη, ὅ,τι θέλει στὴν προσωπική του ζωή, ἀρκεῖ νὰ μὴ μαθευτῆ δημόσια καὶ ἐκτεθοῦμε». Εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀλλοιώσεως ἔφθασε τὸ ἐκκλησιολογικὸν φρόνημα Ἱεραρχῶν μας, ὅπου πρὸ ἐτῶν νὰ συναποφασισθῆ ὅτι τὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἀποτελοῦν «εὐαίσθητα προσωπικὰ δεδομένα»! Ἀκόμη ὅμως καὶ ἂν σείεται ὁ τόπος μὲ μέσα ἐνημερώσεως νὰ ἀναφέρωνται ἄλλοτε εἰς ἀθέμιτον πλουτισμόν, ἄλλοτε σύστασιν καὶ διεύθυνσιν ἐγκληματικῆς σπείρας λαθρεμπορίου κλαπέντων ἐκκλησιαστικῶν κειμηλίων, εἴτε εἰς σκάνδαλα παντοίας φύσεως…, πλήρης ἀδιαφορία. Ἴσως μάλιστα τοιαῦται εἰδήσεις νὰ ἀποτελοῦν καὶ «παράσημα», ποὺ ἐξασφαλίζουν θέσεις εἰς κεντρικὰς διευθύνσεις τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν, προθάλαμοι ποὺ αὐξάνουν τὰς πιθανότητας ἐκλογῆς εἰς κάποιον θῶκον. Σύνοδος ἢ Διοικητικὸν Συμβούλιον; Τοιούτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, οἱ Ἱεράρχαι διὰ ἐκλογὴν Μητροπολίτου σπεύδουν νὰ ἐλέγξουν μὲ κάθε μέσον τοὺς ἐκλέκτορας καὶ καταστρώνουν σχέδια καὶ κάνουν ὑπολογισμοὺς καὶ μετροῦν καὶ ἐπανακαταμετροῦν τὰς ψήφους, ἕως ὅτου ἡ κάλπη ἀναδείξη τὸ ἐπιθυμητὸν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ διὰ καθαίρεσιν προφασίζονται δικαιολογίας καὶ μόνον ὅταν τὰ πολιτικὰ δικαστήρια «βγάλουν τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα» (ἢ εὑρεθῆ κατηγορούμενος κανένας ἄσημος κληρικὸς) τότε ἐνεργοῦν πλέον, διότι ὑπάρχει καὶ ἡ εὔσχημος δικαιολογία ὅτι ἦσαν ἀναγκασμένοι ἐκ τῶν πραγμάτων. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ἀντιθέτως πρὸς τὰ καθήκοντά των εἶναι «ταχεῖς εἰς ἐκλογήν, βραδεῖς εἰς κρίσιν», ἀλλὰ παρακάμπτουν πλήρως τὸ λαϊκὸν στοιχεῖον, ποὺ μένει ἀμέτοχον καὶ ὀφείλει «τυφλὴν ὑπακοήν», ὡς καὶ ὁ νεοεκλεγής… Τοιουτοτρόπως, εἰς μὲν τὸ πεδίον τῆς ἱερωσύνης διαστρέφεται ὁ ρόλος τῆς Ἀρχιερωσύνης καὶ καταργεῖται ἡ γενικὴ ἱερωσύνη τοῦ ποιμνίου, εἰς δὲ τὸ συνοδικὸν πεδίον ἡ Σύνοδος μετατρέπεται εἰς Βουλήν, καὶ ἡ Τοπικὴ Ἐκκλησία/Μητρόπολις καταργεῖται ἐν τῇ πράξει. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι διὰ τὸν ἴδιον λόγον ἀδυνατοῦν οἱ Ἱεράρχαι νὰ κατανοήσουν ὅτι τὸ «Κολυμβάριον» «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη», διότι τὸ ζήτημα δὲν κρίνεται ἀπὸ τὸ ἂν τελικῶς προσῆλθον αἱ 10 ἀπὸ τὰς 14 Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν συμφωνεῖ ὁ πιστὸς λαός. Μία Σύνοδος δὲν καθιερώνεται, ἐπειδὴ μερικοὶ (οὔτε 150 εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν) Ἀρχιερεῖς συνεφώνησαν μεταξύ των, ἀλλὰ ἂν συνεφώνησαν ὡς ἐνσαρκωταὶ τοῦ φρονήματος τῆς Ἐπισκοπῆς των, δηλ. τῆς πιστευομένης ἀληθείας. Ἂς ἀναρωτηθοῦν: Αὐτοὶ πού μετέβησαν ἦσαν «ἐκπρόσωποι» τοῦ ποιμνίου των ἢ ἀντιπρόσωποι τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας; Παρομοίως, ἂς ἀναρωτηθοῦν, εἰς ἑκάστην ἐπισκοπικὴν ἐκλογὴν ἐκφράζεται ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα ἢ ἕνα περίκλειστον συντεχνιακὸν Κονκλάβιον; Ἂν συμβαίνη τὸ δεύτερον, τότε χρεωκοπήσαμεν ὄχι βεβαίως ὡς Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὡς διοίκησις. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι καὶ ὁ Σεβ. Καρπενησίου ἄλλοτε εἶχε δηλώσει ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἀποφασίζη ἡ ΔΙΣ! Δὸν Καμίλο κατὰ Πεπόνε; Διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ κεντρικὸν θέμα, ἡ μὴ συναντίληψις τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ τοῦ Δημάρχου ἔχει βαθυτέρας ρίζας εἰς τοὺς ρόλους ποὺ διεμόρφωσεν ἡ «ὕστερη» νεωτερικότης σχετικῶς μὲ τὴν ἔνδυσιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Πολιτειακῶν ἀξιωμάτων, τὴν ὁποίαν ἴσως ἀναλύσωμεν ἄλλοτε. Κινδυνεύει ὅμως εἰς αὐτὸ τὸ πλαίσιον ὁ Ἱεράρχης νὰ καταλήξη (διὰ νὰ δανεισθῶμεν πρότυπα ἀπὸ τὸν χῶρον τῆς τέχνης, ὅπως εὔστοχα τὰ ἐσχολίασε προσφάτως ἡ ἐφημερὶς «Καθολικὴ») ὡς ἡ καρικατούρα τοῦ Δὸν Καμίλο, ποὺ πολεμᾶ τὸν δήμαρχον Πεπόνε, δηλ. τὴν εἰκόνα ἐκείνη τοῦ κληρικοῦ ποὺ ἐπιθυμεῖ «νὰ διοργανώσει τὰ πάντα κατὰ τρόπο ἐλεγχόμενο… ἡ ἀποστολὴ τοῦ Δὸν Καμίλο εἶναι νὰ ἐνεργεῖ ὄχι ὡς ἐκπρόσωπος μιᾶς πολιτικῆς παράταξης ἢ ἀκόμα καὶ μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, ἐνίοτε ἀμφισβητήσιμης, ἀλλὰ στὴ θέση τοῦ Χριστοῦ… (ἄλλη) ἐνέργεια ἢ πράξη ποὺ ἔχει διαφορετικὸ στόχο, ἔστω καὶ μακροπρόσθεσμα, δὲν ἔχει θέση, εἶναι νεκρή». Ποία ἦτο ἡ μακροπρόθεσμος στόχευσις τοῦ Σεβασμιωτάτου; Ἐλπίζομεν ὄχι ἡ διαβεβαίωσις ὅτι ἡ θέσις τῆς ΕΚΥΟ δὲν θὰ ἀνακαταλυφθῆ ἀπὸ τὸν Μητρ. Ἀντώνιον, ὥστε νὰ μείνη κενὴ δι’ ἄλλο ἄτομον.

Previous Article

Ἀπίστευτον: Τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλως ἀνεγνώρισε τὸ κράτος τῆς «Β. Μακεδονίας»!

Next Article

Ἑορτάστηκε ἡ Ἐπέτειος Αὐτονομίας Βορ. Ἠπείρου στὸ Δελβινάκι

Διαβάστε ακόμα