Αι αποκαλύψεις του Ο.Τ. δημιουργούν αντιπαράθεσιν

Share:
Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος

Ο γνωστός δικηγόρος κ. Ηλίας Ναούμ απέστειλε προ τον Ο.Τ. την 3ην Μαΐου την κάτωθι επιστολήν, η οποία έχει ως παραλήπτην τον Σεβ. Μητρ. Καλαβρύτων. Ο κύριος Ναούμ χρησιμοποιεί οξείς χαρακτηρισμούς, δια να ψέξη τον Σεβασμιώτατον δια τας θέσεις του περί των Νέων Χωρών, με τους οποίους διαφωνούμεν. Παραθέτομεν την επιστολήν και σχολιάζομεν.

Σεβασμιώτατε, Χριστός Ανέστη!

Ανέγνωσα μετά αφάτου αγανακτήσεως εις τον «O.Τ.» την από 18ης Απριλίου τ.ε. επιστολήν σας προς την Ι.Σ. με οχετόν ύβρεων κατά της Α.Θ.Π. του Πατριάρχου μας κ.κ. Βαρθολομαίου, όπου βιάζετε την αλήθειαν και προσπαθείτε να κάνετε το άσπρον μαύρον!

Γνωρίζετε καλώς ότι επί 17 έτη (1833 – 1850) η Εκκλησία της Ελλάδος ήτο σχισματική, εδόθη δε το αυτοκέφαλον κατόπιν πολλών πιέσεων και παρακλήσεων υπό ορισμένους Όρους, ενώ θα έδει να δοθή «αυτόνομον», οπότε Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία & Αλβανία δεν θα ήσαν αυτοκέφαλοι, υπαγόμεναι μερικώς εις την Μ.τ.Χ. Εκκλησίαν. Ελησμονήσατε ηθελημένως ότι το 1987 με τον ανεκδιήγητον Τρίτσην μεταβάντες εις Κωνσταντινούπολιν οι αοίδιμοι Κορίνθου, Φλωρίνης, Δημητριάδος & έτερός τις ηπείλουν την Κυβέρνησιν με άρσιν του αυτοκεφάλου & επανυπαγωγήν εις το Φανάριον! Όταν ζοριζόμεθα αιτούμεθα η φιλόστοργος Μήτηρ Εκκλησία να μας καλύψη υπό τας πτέρυγάς Της. Ω της αχαριστίας και της αγνωμοσύνης…

Χριστόδουλος και Ιερώνυμος ως Μητροπολίται κάθε τρις και ολίγον έτρεχον και παρεκάλουν τον Πατριάρχην, μόλις εγένοντο «Πρόεδροι» το ελησμόνησαν.

Επί 73 έτη μέχρι το 1923 ο Αθηνών ήτο Πανιερώτατος Μητροπολίτης, ως όριζεν ο Τόμος του 1850, αυθαιρέτως ο δόλιος Χρυσόστομος Α´ Παπαδόπουλος εκμεταλλευθείς την τότε δυσχερή θέσιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ονομάσθη «Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος» προσθέσας επίσης αντικανονικώς το «πάσης Ελλάδος». Με ποίον δικαίωμα;

Πατριάρχαι του Γένους καλούνται οι μετά την Άλωσιν Πατριάρχαι· ο Φώτιος ήτο προγενέστερος, εξελέγη Πατριάρχης κατά τρόπον αντικανονικότατον, ως ο δυσσεβής Ιερώνυμος Κοτσώνης, μακρυνθέντος του Αγίου Ιγνατίου, η δε φράσις του «Τα εκκλησιαστικά κλπ.» δεν είναι σαφής ούτε κατοχυρούται εις τινα ιερόν κανόνα! Όθεν μη στρεβλώνετε την αλήθειαν.

Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928, ην δεν υπέγραψεν ο διάδοχος του Βασιλείου Γ´ ο από Δέρκων Φώτιος Β´, σαφέστατα αναφέρει «Επιτροπικώς» δια την προσωρινήν «άχρι καιρού» ανάθεσιν της διοικήσεως των Μητροπόλεων των «Νέων Χωρών» εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος με τους συγκεκριμένους 10 Όρους, ους υποχρεούται αύτη να τους τηρή απαρεγκλίτως. Ο δόλιος Χρυσόστομος παρεβίασε τον Θ´ όρον αναφέροντα, ότι μνημονεύεται υπό των Αρχιερέων μόνον ο Οικουμενικός Πατριάρχης προσθέσας αυθαιρέτως «της Ιεράς ημών Συνόδου», παραπλανήσας τον καθηγητήν του υπέργηρον Πατριάρχην Βασίλειον Γ´. Ως έχουν γράψει ο τε πολιός καθηγητής του Κανονικού Δικαίου σεβ. Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ.κ. Παντελεήμων και ο σοφός Άρχων Μέγας Ιερομνήμων Αριστείδης Πανώτης πάραυτα δέον να σταματήση η αντικανονική μνημόνευσις δύο αρχών του Προκαθημένου και του Επιτρόπου του!

Ειρήσθω βεβαίως ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει «Προκαθήμενον», αλλά «Προκαθημένη» είναι η Δ.Ι.Σ. ην και μνημονεύετε όλοι οι της Π. Ελλάδος.

Εγκληματική ενέργεια δεν είναι η θέλησις του Πατριάρχου να διασαφίση απεριφράστως, ότι αι Νέαι Χώραι αποτελούν αναποσπάστως επαρχίας του Θρόνου, αλλ᾽ η ιδική σας θέσις να υφαρπάση η Εκκλησία της Ελλάδος από την αγκάλην της Μ.τ.Χ.Ε. τας Μητροπόλεις Της και το διακηρύσσετε δημοσίως «γυμνή τη κεφαλή», δεν αισχύνεσθε; Έχετε τρικυμίαν εν κρανίω και λυπούμαι δι᾽ αυτό.

Από τότε ότε η Σύνοδος της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου επέβαλε το επιτίμιον της ακοινωνησίας εις τον αδελφόν σας Χριστόδουλον, έχετε ένα κόμπλεξ κατά του Πατριάρχου και γενικώς είσθε αλλοπρόσαλλος χαρακτήρ π.χ. η εκδίωξις προ ετών του υπερόχου Βοηθού σας Επισκόπου νυν Χριστιανουπόλεως κ.κ. Προκοπίου, ον είχον την τύχην να γνωρίσω πλησίον του μακαριστού γέροντός του Ν. Κρήνης κυρού Προκοπίου, εχάσατε ένα αδάμαντα! Είθε και άλλοι Αρχιερείς να έχωσι τα προσόντα του Χριστιανουπόλεως…

Δια τον πρώην νεωκόρον της Αγίας Ειρήνης και τύχη κακή Υπουργόν Παιδείας καλά τα εγράψατε και συμφωνώ μεθ᾽ υμών. Καλύτερον ασχοληθείτε με την πολιτικήν και όχι με τα εκκλησιαστικά, οπού τα κάνετε θάλασσα.

Έχω μεγαλώσει πλησίον του αγίου Αρχιερέως Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος Α´ του Μεγαλοπρεπούς, ον απεμάκρυνε του θρόνου η Ληστρική Σύνοδος του μοιχεπιβάτου Ιερωνύμου, του προδότου και του Βασιλέως και του Κανονικού Δικαίου, αλλά και του Τρίκκης κυρού Στεφάνου, Κεφαλληνίας κυρού Σπυρίδωνος, αλλά και Τυρολόης Σεβ. Παντελεήμονος, γνωρίζω πρόσωπα και πρα­γματα όσον ολίγοι δι᾽ ο και ομιλώ μετά παρρησίας.

Ταύτα προς το παρόν με την δήλωσιν ότι υπηρετώ την αλήθειαν και δεν φοβούμαι τον διάλογον.

Ηλίας Ναούμ

Δικηγόρος

Σχόλιον Ο.Τ.

Αξιότιμε κ. Ναούμ,

δημοσιεύομεν την επιστολήν σας δια λόγους αντικειμενικότητος. Ωστόσο, εκφράζομεν την διαφωνίαν μας δια πολλά σημεία της επιστολής σας ουχί αναλυτικώς, αλλά συνοπτικώς.

Πρώτον, κακώς εμπλέκετε την αυτοκεφαλίαν των Εκκλησιών της Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και μάλιστα της Αλβανίας (!), με την της Ελλάδος καθώς επετεύχθη υπό διαφορετικάς προϋποθέσεις.

Δεύτερον, κατά την κρίσιμον κατάστασιν του 1987 η Εκκλησία της Ελλάδος ορίζουσα τα καθ’ εαυτής επικυριάρχως μετεχειρίσθη απλώς κάθε επιχείρημα και τρόπον, δια να απωθήση τα εγκληματικά σχέδια της Κυβερνήσεως.

Τρίτον, είναι ιστορικώς εσφαλμένη η θέσις σας περί της «δήθεν» προσθήκης «πάσης Ελλάδος». Παραθέτομεν προχείρως όσα γράφει ο καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας κ. Φειδάς (Εκκλησιαστική Ιστορία Γ ): «ο Μητροπολίτης Αθηνών είχε άμεση πρόσβαση στην Υψηλή Πύλη με αντίστοιχη αναβάθμιση και του εκκλησιαστικού του κύρους, όπως συνάγεται από την εξέλιξη του τίτλου του κατά τον ΙΗ αἰώνα από «Μητροπολίτης Αθηνών και Λεβαδείας, υπέρτιμος και έξαρχος Ελλάδος» σε «Μητροπολίτης Αθηνών και έξαρχος πάσης Ελλάδος και των Κυκλάδων νήσων και τον τόπον επέχων του Καισαρείας». Επομένως ήδη τον ΙΗ αἰῶνα ο Αθηνών έφερεν αυτόν τον τίτλον.

Τέταρτον, η σύνδεσις του Μ. Φωτίου με τον Αθηνών Ιερώνυμον Α , είναι ακατανόητος, καθώς χωρίζει αυτούς διάστημα μεγαλύτερον χιλιετίας!

Πέμπτον, περί της μεταβολής των εκκλησιαστικών κατά τα πολιτικά αναφέρει ο υπ. Δρ. Κανονικού Δικαίου του Τμ. Θεολογίας Αθηνών κ. Φίλιππος Τακόπουλος συμπυκνώνων γνώμας και άλλων κανονολόγων: «…σε κάποια προοίμια ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ και συνοδικών πράξεων του ΙΘ καὶ Κ αἰώνα, δια των οποίων διακηρύ­χθηκαν τοπικές εκκλησίες σε αυτοκέφαλες η αυτόνομες, γίνεται η επίκληση της ακόλουθης γνωστής φράσης: «Τα εκκλησιαστικά…». «Η φράση αυτή απαντάται παραλλαγμένη στους δύο κανόνες ιζ τῆς Δ Οἰκουμενικῆς Συνόδου και λη τῆς Πενθέκτης».

Έκτον, η φράσις «άχρι καιρού» δεν υπάρχει εις την αντικανονικήν Πράξιν του 1928. Η δε λέξις «επιτροπικώς» δεν σημαίνει «άχρι καιρού», αλλά «απόδοσις εξουσίας» εις κάποιον.

Έβδομον, η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αποστολοΐδρυτος και δι’ αυτό αυτοκέφαλος απ’ αρχής έως την αναγκαστικήν της υπαγωγήν εις την Κων/πόλιν. Παραμένει αδιάψευστος η μαρτυρία που εδημοσιεύθη υπό του π. Βασιλείου Βολουδάκη (Ο.Τ. φ. 2068/8.5.2015): «Είναι αξιομνημόνευτη η Συνοδική επιστολή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως προς τον Πάπα Λέοντα τον ΙΓ , με την οποία διατρανώνεται η διαχρονική ανεξαρτησία και το αυτοδιοίκητο των αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Οικουμένης: «Εκάστη κατά μέρος Αυτοκέφαλος Εκκλησία εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει ην όλως ανεξάρτητος και αυτοδιοίκητος κατά τους χρόνους των επτά Οικουμενικών Συνόδων· όπως δε οι Επίσκοποι των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Ανατολής, ούτω και οι της Αφρικής, της Ισπανίας, των Γαλλιών, της Γερμανίας και της Βρεττανίας εκυβέρνων τα των Εκκλησιών αυτών έκαστος δια των ιδίων Τοπικών Συνόδων, ουδέν αναμείξεως δικαίωμα έχοντος του Επισκόπου Ρώμης…».

Όγδοον, όχι μόνον αι Επισκοπαί της Ελλάδος δεν απετέλουν επαρχίας της Κων/πόλεως, εις το οποίον ρητώς ανήκε μόνον ο Πόντος, η Μικρά Ασία και η Θράκη συμφώνως προς την Δ Οἰκουμενικήν, αλλά το Πατριαρχείον ετοίμαζεν οικειοθελώς έκδοσιν Πράξεως το 1914 δια την πλήρη υπαγωγήν των «Νέων Χωρών» εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, η οποία διεκόπη από τον Α Παγκόσμιον Πόλεμον (Μαλαμάτης Βαλάκου, Πολιτικές και συνταγματικές πτυχές του καθεστώτος των Νέων Χωρών). Επομένως, δεν πρέπει να εγείρετε λόγον «υφαρπαγής» αλλά «επιστροφής».

Ένατον, το ζήτημα του μνημοσύνου είναι απλούν: Δεν υπήρξε ποτέ εις την παράδοσιν της Εκκλησίας διαχωρισμός διοικητικής και πνευματικής κεφαλής. Επομένως, η κάθε Επισκοπή μνημονεύει εκείνην την αρχήν, εις την οποίαν υπάγεται.

Δέκατον, λέει ο καθ. κ. Φειδάς: «Η συγκληθείσα Σύνοδος της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου (30/4/2004)… απεφάσισε τη διακοπή της Εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών… η οποία ερμηνεύθηκε εσφαλμένως ως επιβολή της ποινής της Ακοινωνησίας…». Επομένως, δεν είναι ορθόν να αναφέρεσθε εις «επιτίμιον ακοινωνησίας».

Previous Article

Μία Εκκλησία, δύο παραδόσεις;

Next Article

«Όλα είναι συμφωνημένα»

Διαβάστε ακόμα