«Λουσθήτε και καθαρισθήτε»

  • Ο Απόστολος Πέτρος. δίδασκε στον Ναό: «μετανοήσατε ουν και επιστρέψατε εις το εξαλειφθήναι υμών τας αμαρτίας» (Πραξ. γ 19).

Μετανοήσατε λοιπόν και με συμπεριφορά εις το εξής ενάρετη γυρίσατε πλησίον του Θεού εγκολπούμενοι δια της πίστεως τον Ιησού, δια να εξαλειφθούν οι αμαρτίες σας. Η εντολή του Αποστόλου είναι για όλους μας. Να μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας, για να τις εξαλείψουμε.

  • Ο Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος στον λόγον περί μετανοίας ορίζει: «Μετάνοια είναι να απαρνηθή τις όλας τας κακάς αυτού πράξεις και φαυλότητας, και να διαλλαγή με τον Θεόν και να πράττη εις το εξής όλα αυτού τα θεία προστάγματα».

*   *   *

Διαβάζουμε στον Ευεργετινό:

Κάποτε οι Πατέρες διηγήθησαν το εξής χαρακτηριστικόν περιστατικόν από τον βίον του Μακαρίου Παύλου του απλού μαθητού του Αγίου Αντωνίου. Κάποτε ο Παύλος ο απλούς ήλθεν εις το Μοναστήριον, δια να επισκεφθή και ωφελήση τους αδελφούς! Αφού λοιπόν τους εχαιρέτησε μετέβη μαζί των εις την Εκκλησίαν, δια την καθιερωμένην ακολουθίαν. Εστάθη δε εις την θύραν του Ναού και πρόσεχεν, εις το πρόσωπον, κάθε ένα από τους εισερχόμενους, δια να διαπιστώση με ποίαν, άραγε, ψυχικήν κατάστασιν εισήρχετο εις τον Ναόν, διότι είχε δεχθή από τον Θεόν και αυτό το χάρισμα, να βλέπη, δηλαδή, τον κάθε ένα οποίος ήτο κατά την ψυχήν, με την άνεσιν και την ευκολίαν που βλέπομεν ημείς το πρόσωπον των συνανθρώπων μας. Έβλεπε δε όλους να εισέρχονται εις την Εκκλησίαν με χαρούμενον και λαμπερόν πρόσωπον και τον συνοδόν τους Άγγελον να χαίρη μαζί των. Τότε και ο απλούς Παύλος, από την πνευματικήν αυτήν θέαν, έχαιρε και αυτός με τους εισερχόμενους και ευχαριστούσε τον Θεόν δια την ψυχικήν κατάστασιν των Μοναχών.

Εις μίαν στιγμήν βλέπει να εισέρχεται κάποιος, που είχε μαύρον πρόσωπον και σκοτεινιασμένον το σώμα του- γύρω – γύρω τον εκρατούσαν σφιχτά οι δαίμονες, και τον έσυραν με ένα χαλινάρι, με το οποίον τον είχαν δέσει. Ο συνοδός Άγγελος αυτού τον ηκολούθει από μακράν μελαγχολικός και λυπημένος. Μόλις είδεν αυτά ο Γέρων εδάκρυσε και κτυπών με το χέρι το στήθος του εκάθισεν εμπρός από την Εκκλησίαν κλαίων μετά πόνου δια την ψυχικήν κατάπτωσιν του αδελφού, τον οποίον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν.

Οι αδελφοί του Μοναστηρίου μόλις αντελήφθησαν αυτήν την απότομον μεταβολήν του απλού Παύλου, την ψυχικήν του ταραχήν και το συγκλονιστικόν πένθος του, τον επλησίασαν και τον ηρώτων, μετ’ επιμονής, δια να πληροφορηθούν την αιτίαν της μεταστροφής του, παρακαλούντες συγχρόνως τον Γέροντα να εισέλθη μαζί των εις την Εκκλησίαν, δια την ακολουθίαν.

Ο Μακάριος Παύλος τους απεμάκρυνε, παρέμεινεν έξω από τον Ναόν και εθρηνολογούσε, δια το κατάντημα του αδελφού.

Όταν ετελείωσεν η ακολουθία ήρχισαν πάλιν οι αδελφοί να εξέρχωνται του Ναού. Και ο Μακάριος Παύλος, με την σειράν του πάλιν και αυτός, ήρχισε να παρατηρεί μετά προσοχής τους εξερχομένους, επιθυμών να διαγνώση με ποίαν ψυχικήν κατάστασιν εξήρχοντο.

Μεταξύ αυτών λοιπόν βλέπει και εκείνον τον άνδρα, ο οποίος προηγουμένως του εφάνη να εισέρχεται με μαύρον πρόσωπον και σκοτεινιασμένον το σώμα του, περικυκλωμένος από δαίμονας, να εξέρχεται τώρα από τον Ναόν με φωτεινόν πρόσωπον και ολόλευκον το σώμα. Οι δαίμονες, οι οποίοι προηγουμένως τον περιεκύκλωναν, τον ηκολούθουν τώρα από μακράν, τον δε συνοδόν Άγιον Άγγελον είδε να τον ακολουθή από κοντά και να χαίρη πάρα πολύ, δια την μεταστροφήν αυτήν.

Μόλις είδεν αυτό το ανέλπιστον θέαμα ο Μακάριος Παύλος, ανεπήδησεν από την έκπληξίν του. Εφώναζεν από χαράν και ευλογών τον Θεόν έλεγεν «Ω! πόσον απέραντος είναι η φιλανθρωπία και η αγαθότης του Θεού». Τρέχων δε ανέβη εις ένα υψηλόν μέρος και απευθυνόμενος προς όλους εφώναζεν από ενθουσιασμόν. Ελάτε, να ιδήτε τα έργα του Θεού, πόσον φοβερά και καταπληκτικά είναι.

Εις τας φωνάς του Οσίου Παύλου όλοι προσέτρεξαν μετ’ ενδιαφέροντος, δια να ακούσουν τους λόγους του οσίου αυτού Ασκητού. Ενώπιον λοιπόν των προσελθόντων διηγήθη ο όσιος Παύλος, με παραστατικότητα και λεπτομέρειαν, όσα είδεν κατά την είσοδον και έξοδον εκείνου του αδελφού. Κατόπιν εκάλεσε τον αδελφόν να ομολογήση ενώπιον όλων την μεταβολήν της ψυχής του.

Εγώ, έλεγεν, είμαι αμαρτωλός άνθρωπος και έως τώρα έζων εις την πορνείαν και την διαφθοράν. Όταν δε προ ολίγου εισήλθον εις την Αγίαν του Θεού Εκκλησίαν, ήκουσα τον προφήτην Ησαΐαν, η μάλλον τον ίδιον τον Θεόν να ομιλή, δια του προφήτου, και να λέγη· «Λουσθήτε και καθαρισθήτε· αφαιρέσατε από τας καρδίας σας τας πονηρίας, μάθετε να κάνετε το καλόν ενώπιόν μου· και τότε εγώ, εάν αι αμαρτίαι σας είναι κατακόκκιναι (από τας επιθυμίας και τους θυμούς) θα λευκάνω και πάλιν την συνείδησίν σας, όπως το χιόνι- εάν θελήσετε να με ακούσετε θα φάγετε τα αγαθά της γης» (Ησ. α ,18-20).

Μόλις ήκουσα αυτά — συνέχισεν ο αδελφός — εδοκίμασα βαθυτάτην κατάνυξιν δια την αγαθότητα του Θεού και αναστενάξας από τα βάθη της ψυχής μου, είπον προς τον Θεόν: Δέσποτα Κύριε ο Θεός, όστις ήλθες εις τον κόσμον, δια να σώσης τους αμαρτωλούς, σε παρακαλώ, αυτά που τώρα μόλις υπεσχέθης εις τους αμαρτωλούς, δια του προφήτου Σου, εφάρμοσέ τα και εις εμέ τον αμαρτωλόν και ανάξιον. Και εγώ δίδω εις Σε, που είσαι καρδιογνώστης Θεός, υπόσχεσιν, ότι θα εγκαταλείψω κάθε παρανομίαν και αισχράν πράξιν, εις τας οποίας ήμην δούλος, με την βοήθειαν δε και την Χάριν Σου δεν θα προσθέσω άλλας αμαρτίας, αλλά θα υπηρετήσω Σε, τον φιλάνθρωπον Δεσπότην μας με όλην μου την δύναμιν. Με αυτάς λοιπόν τας σκέψεις και αποφάσεις εβγήκα από την Εκκλησίαν αποφασίσας να επικυρώσω αυτάς, με την βοήθειαν της εξ ύψους Χάριτος και με ανάλογα έργα.

 

 

Παντοκράτορας