Ευλογημέναι οικογένειαι

Τρία είναι τα ιδεώδη των Ελλήνων. Θρησκεία, Πατρίδα και Οικογένεια. Ναι η οικογένεια και κατά βάση η κατά Χριστόν οικογένεια είναι η βάση του Ελληνικού Έθνους. Είναι το κύτταρο της κοινωνίας. Όταν η οικογένεια βαδίζη τον δρόμο, που ορίζει η πίστη μας τότε και η Πατρίδα μας και η Κοινωνία μας θα είναι όμορφη ηθικά πλασμένη, κοινωνία Αγγέλων.
Έτσι ήσαν οι περισσότερες οικογένειες των Αγίων μας. Ξεκινούσαν πάντοτε από τον Θεό «Από Θεού άρχεσθε».
● Φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση η οικογένεια του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, η οποία ήταν στο σύνολό της μια Αγία Οικογένεια. Όλοι τους έλαβαν το Αγγελικό Σχήμα. Ο Πατέρας του Κωνσταντίνος, που προ του τέλους της ζωής του, εκάρη Μοναχός με το όνομα Κωνστάντιος, ζούσε στο αρχοντικό του ως Μοναχός και με μοναχική αυστηρότητα ανέτρεφε τα παιδιά του.
Η πίστη του ήταν μεγάλη και ησκείτο στην νοερά προσευχή. Όταν εκοιμήθη ένα από τα παιδιά του, δέχθηκε το θέλημα του Θεού, και αντί να πενθή και να θλίβεται, στρέφεται προς τον Θεό με ευχαριστίες και ύμνους, επειδή πήρε το παιδί του στην Ουράνιο Βασιλεία. Μια μέρα όταν με την οικογένειά του πήγε να επισκεφθή στην απέναντι ακτή του Γαλατά τον Πνευματικό Πατέρα της οικογενείας, λησμόνησε η σύζυγός του να πάρη κάτι για τροφή του πνευματικού τους. Όμως ο Αγιώτατος Κωνσταντίνος, αν και λυπήθηκε, στράφηκε προς τον Θεό και ενώ έπλεε η βάρκα, έβαλε τα χέρια του στην θάλασσα και ω των θαυμασίων σου Χριστέ! έπιασε ένα μεγάλο λαυράκι. Τότε λέγει στην γυναίκα του και στα παιδιά του. «Να η τράπεζα που ετοίμασε ο Χριστός για τον Πνευματικό μας Πατέρα».
Παραθέτουμε λίγα παραδείγματα από την αφανή ζωή των αγίων και των απλών χριστιανών.
● Από την παιδική ηλικία του στάρετς Ζαχαρία:
«Η μάννα του αναθρέφοντας το γυιό της, εμφύτευε προ πάντων μέσα του την αγάπη να βοηθάει τους φτωχούς και αρρώστους, όσο μπορούσε. Αν έπαιζε με τα άλλα παιδιά και πεινούσε και ζητούσε λίγο ψωμί, η μάννα του έδινε ένα μεγάλο καρβέλι λέγοντάς του: «Δώσε πρώτα στους φίλους σου και έπειτα να φας εσύ». Όλες δε οι επιθυμίες και οι συμβουλές της αγίας μητέρας του γρήγορα εμφυτεύθηκαν στην τρυφερή καρδιά του.
Έπειτα, όταν ο Ζαχαρίας ενηλικιώθηκε, έλεγε πως, όταν μιλού­σε κάποτε μ’ ένα δαίμονα, τον ρώτησε:
-Έχετε πολλούς χριστιανούς μέσα στην κόλαση;
-Βέβαια, απάντησε ο δαίμονας…
Τον ρώτησε για τη μητέρα του.
-Η μητέρα σου δεν ήταν εκεί, σκόρπισε σ’ όλο τον δρόμο κομμάτια ψωμί και δεν είδαμε που πέρασε, ενώ ψάξαμε πάρα πολύ».
● Μια άλλη μορφή, που κοιμήθηκε λίγο πριν την επανάσταση των Μπολσεβίκων, ο στάρετς Βαρσανούφιος († 1913) διηγόταν: «Η μητέρα μου είχε πεθάνει, από όταν γεννήθηκα. Και ο πατέρας μου είχε ξαναπαντρευτή. Η μητρυιά μου ήταν πολύ πιστή και ασυνήθιστα καλή γυναίκα• τόσο καλή, που αντικατέστησε σε μένα με τον καλλίτερο τρόπο την μητέρα μου. Και κάτι παραπάνω• μου έδωκε ανατροφή, που ίσως, δεν θα μπορούσε να μου δώση η φυσική μητέρα μου! Κάθε πρωΐ σηκωνόταν πολύ ενωρίς, με έπαιρνε και πηγαίναμε μαζί στην Εκκλησία να ακούσωμε τον όρθρο, παρ’ όλο που ήμουν ακόμη τόσο μικρός. Κάποτε ξύπνησα το πρωΐ πολύ ενωρίς. Μα δεν ήθελα να σηκωθώ. Μια υπηρέτρια έχυνε στην μητέρα μου νερό να πλυθή. Εγώ κουκουλώθηκα με τις κουβέρτες μου. Η μητέρα ήταν έτοιμη. Την ακούω να λέη:
-Αχ, ο Παύλος μας κοιμάται ακόμη! Δος μου λίγο κρύο νερό.
Καταλαβαίνω τι το ήθελε και ξετρυπώνω κάτω από την κουβέρτα:
-Μαμά, να ξύπνησα! λέω.
Με έντυσαν και πήγα με την μητέρα στην Εκκλησία. Ήταν ακόμη σκοτάδι. Εγώ πότε-πότε έφτιαχνα μπάλες χιόνι και έτρεχα από πίσω της! Την αγαπούσε πολύ την προσευχή. Προσευχόταν και στο σπίτι. Διάβαζε και την παράκληση. Και εγώ με την λεπτή φωνούλα μου επαναλάμβανα σε κάθε τροπάριο: «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».
●Ήταν κάποτε μία μητέρα κι ανησυχούσε πολύ για την αντίδραση του παιδιού της που ήταν στην εφηβεία. Ανησυχούσε για το καλό τους όνομα, τι θα πη η κοινωνία που τους σέβεται, τι θα πη ο κόσμος που τους αναγνωρίζει ως καλούς. Πήγε στον Άγιο Πορφύριο να παραπονεθή για την κατάσταση του παιδιού της. Φοβάμαι πως πιο πολύ ανησυχούσε για το γόητρό της, για το καλό της όνομα, για το τι θα πη τώρα ο κόσμος, παρά για το μικρό μαρτύριο του παιδιού της. Περίμενε κι ο Γέροντας να της πη πόσο καλή ήταν εκείνη και πόσο κακός ο γιος της. Ο Γέροντας όμως κατάλαβε πολύ καλά τι συνέβαινε και της είπε: «Για να δω τα γόνατά σου… Δηλαδή το πρόβλημα του παιδιού σου το έκανες προσευχή, το εναπόθεσες στον Θεό, ταπεινώθηκες, έσκυψες μπροστά Του; Το παιδί χρειάζεται πρότυπα. Πρέπει να το δούμε ως ψυχοσωματική οντότητα και ολότητα, ως εικόνα Θεού».

Παντοκράτορας