ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤ. Δ  ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
16 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017
Απόστολος: Τίτ. γ´ 8-15
Ευαγγέλιον: Ματθ. ε΄  14-19
Ήχος: πλ. α΄ .- Εωθινόν: ΣΤ΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

«Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν
και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού»
Αίρεσις και αιρετικοί

Την σήμερον Κυριακήν, οι Θείοι και πνευματέμφοροι Άγιοι Πατέρες, καθώρισαν, όπως τιμώνται υπό της Αγίας ημών Εκκλησίας, οι 630 Θεοφόροι εκείνοι Πατέρες, οι συγκροτήσαντες την Δ  Ἁγίαν Οικουμενικήν Συν­οδον. Η Αγία αύτη Σύνοδος συνήλθεν, ίνα αναθεματίση και καταδικάση την βλάσφημον θεωρίαν και αίρεσιν Ευτυχίου τινος μοναχού και πρεσβυτέρου, όστις καταφερόμενος κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έλεγεν Αυτόν «μιας φύσεως είναι, και μιας ενεργείας» (Συναξάριον ημέρας). Εις ταύτην δε την Σύνοδον, η καταδίκη των βλασφημιών του Ευτυχίου, εγένετο θαυμαστώ τω τρόπω. Κατά το συναξάριον, «Αμφότεροι δε, ορθόδοξοι δηλονότι και ετερόδοξοι, εγγράψαντες τα εαυτών φρονήματα εις δύο τόμους και διανοίξαντες την λάρνακα της πανευφήμου μάρτυρος Ευφημίας, επί του ταύτης στήθους σφραγίσαντες έθηκαν˙ και μετά ρητάς ημέρας ευξάμενοι, και υπανοίξαντες, εύρον τον μεν των αιρετικών Τόμον υπό τους πόδας της Αγίας ερριμμένον, τον δε των ορθοδόξων, ταις τιμίαις χερσίν αυτής κατεχόμενον».
Τοιαύται δε, Οικουμενικαί Σύνοδοι, εγένοντο, όταν ανεφαίνοντο εν τη Εκκλησία, παρόμοιαι των ως άνω βλασφήμων θεωριών, προσβάλουσαι το θεανδρικόν πρόσωπον του Κυρίου Ιησού Χριστού η αυτό, το του Παν­αγίου και Ζωαρχικού Πνεύματος η ακόμη, το πανυπέραγνον πρόσωπον της Υπεραγίας Θεοτόκου. Προς τούτοις δε, Οικουμενικαί Σύνοδοι συνεκροτούντο, όταν προσεβάλλοντο δόγματα της αμωμήτου ημών πίστεως, ποικίλης υφής.
Άπαντας τους τοιούτους βλασφήμους, εστιγμάτισεν η Αγία ημών Μήτηρ Εκκλησία, δια του προσωνυμίου «αιρετικοί». Άλλοις λόγοις, «αιρετικός» ονομάζεταί τις, όστις παρεκκλίνει της Ορθοδόξου ημών Πίστεως και των υπ’ Αυτής δεδογματισμένων, υπό των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Τοιούτοι δε αιρετικοί, εκ των πρώτων μόλις Αποστολικών χρόνων, ενεφανίσθησαν εις την Εκκλησίαν και ετάραξαν και συνεκλόνισαν Αυτήν και δεν έπαυσαν, ως άλλη Λερναία τις ύδρα, να παράγη και βλαστάνη τοιούτους Θεομισήτους καρπούς.

Η στάσις της Εκκλησίας
 έναντι των αιρέσεων και των αιρετικών

Ως προείπωμεν, η Αγία ημών Εκκλησία ουδέποτε ηδράνησεν εις την παρουσίαν των αιρέσεων. Ως φιλόστοργος μήτηρ, θάλπουσα τα εαυτής τέκνα, εκινείτο δραστηρίως, σκοπόν έχουσα αφ’ ενός την λάμψιν της Αληθείας, αφ’ ετέρου δε, την προφύλαξιν του εαυτής ποιμνίου εκ των νοητών τούτων λύκων. Μελετώντες την της Εκκλησίας ημών ιστορίαν, και αναδιφώντες τα πεπραγμένα Αυτής, διακρίνομεν μόνον κινήσεις αγάπης και ουχί κινήσεις μισαλλοδοξίας, ως καταγγέλλουν τινές, δυστυχώς ανιστόρητοι και φέροντες αναξίως το του Ορθοδόξου όνομα.
Η πρώτη κίνησις της Εκκλησίας ως άλλης μητρός, ήτο, ίνα εγκαλέση τον πλανηθέντα, όπως αντιληφθή την πλάνην αυτού και μετανοών επιστρέψη. Τούτο δε εγένετο, ουχί μόνον δις και τρις, αλλά πολλάκις. Πολλούς μήνας και πολλά έτη ενίοτε, ανέμενεν η Εκκλησία την επιστροφήν των αιρετικών. Εκάλει και παρεκάλει τούτους, ίνα ανανήψωσι και αποστραφώσι την αίρεσιν. Ποίος δύναται να εγκαλέση την Εκκλησίαν δια βεβιασμένην τινα κίνησιν; Ποίος εκ των ανατεθεματισμένων και αφορισθέντων και καταδεδικασμένων θα ηδύνατο έστω να εκφράση τινα διαμαρτυρίαν, ότι η Εκκλησία δήθεν, έχουσα δόλον τινα, ηδίκησεν αυτόν; Αντιθέτως αι διαμαρτυρίαι κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προήρχοντο πολλάκις, από Ορθοδόξους τινας, οίτινες ενεκάλουν Αυτήν δια αδικαιολόγητον καθυστέρησιν.
Δευτέρα κίνησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτο η ενημέρωσις του Ορθοδόξου αυτής ποιμνίου, δια την εμφάνισιν και κίνησιν αιρετικών αναμέσον των Ορθοδόξων. Η κίνησις αύτη επεβάλετο, πρώτον μεν, δια την προφύλαξιν του ποιμνίου, δεύτερον δε, παρέχουσα έτι χρόνον εις τον αιρετικόν δια τον περαιτέρω αυτοέλεγχον αυτού αλλά και δια την ενδεχομένην αυτού ανάνηψιν.
Τρίτη δε κίνησις, κίνησις αγάπης και αύτη, ήτο η καταδίκη αυτού (του αιρετικού) και ο αναθεματισμός η ο αφορισμός αυτού, δια την μετάνοιαν αυτού και επιστροφήν, ουχί δε δια την αιώνιον αυτού καταδίκην. Πάντοτε έδιδεν η Εκκλησία το δικαίωμα της επιστροφής εις αυτόν και το δικαίωμα τούτο ήτο, φυσικώς εις την απόλυτον διαχείρισιν του πεπλανημένου.

Η προφύλαξις του Ορθοδόξου Χριστιανού

Η εκτροπή εις την αίρεσιν, θεωρείται σήμερον υπό τινων, ως ανεπαίσθητον λάθος η ακόμη και ως «μη λάθος». Αι λεγόμεναι «οικουμενιστικαί κινήσεις», σκοπόν έχουσαι την άμβλυνσιν των δεδογματισμένων και την ανώμαλον προσέγγισιν και εναγκαλισμόν απασών των αιρέσεων και θρησκευτικών δοξασιών, καταβάλλουσι προσπαθείας αντορθοδόξους, όπως εκριζωθή ει δυνατόν η, επί της ασαλεύτου Πέτρας, δήλον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εδράζουσα και τεθεμελιωμένη Ορθόδοξος ημών Πίστις. Όμως, κατά την Ορθόδοξον ημών Πίστιν και άποψιν, η αίρεσις συνιστά, ύβριν βαρυτάτην και βλασφημίαν κραυγαλέαν, η οποία, κατά τους Ιερούς κανόνας καταδικάζεται δια βαρυτάτων επιτιμίων.
Οι τοιούτοι ιεροί κανόνες απαγορεύουσι ρητώς και κατηγορηματικώς, την μετά των αιρετικών συμπροσευχήν. Επισυνάπτουν δε, βαρυτάτους αφορισμούς και αναθέματα, δι’ εκείνους, οίτινες, περιφρονήσαντες τας τοιαύτας απαγορεύσεις, προσχωρούσιν, «ακατακαλύπτω τη κεφαλή», εις την καταπάτησιν των κανονικών τούτων απαγορεύσεων. Ακόμη δε αυστηρότερον φέρονται οι ιεροί ούτοι κανόνες προς τους τολμητίας εκείνους, οι οποίοι συλλειτουργούσι μετά αιρετικών.
Εν προκειμένω ο Θείος Παύλος, θέλων να διαφυλάξη την πίστιν των Χριστιανών, συνιστά, «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτά­νει ων αυτοκατάκριτος» (Τιτ. Γ  10 – 11). Αξίζει εις το σημείον αυτό να ίδωμεν και την αγάπην του Παύλου προς τους αιρετικούς, αλλά και την διάθεσιν αυτού όπως προστατεύση τους κινδυνεύοντας χριστιανούς. «μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού», δηλαδή, να προσπαθήση ο Τίτος και μίαν και δευτέραν προσπάθειαν. Εις την συνέχειαν όμως … «παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος».

Η κατακλείς

Ο, εκ των συγχρόνων πατέρων και μοναδικός ίσως κανονολόγος της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, αείμνηστος π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, εις ανοικτήν αυτού επιστολήν προς τον πάλαι ποτε Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως κυρόν Αθηναγόραν, γράφει τα εξής μνημειώδη: «Παναγιώτατε, Μυριάκις προτιμότερον να εκριζωθή ο ιστορικός της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος και να μεταφυτευθή εις έρημόν τινα νησίδα του πελάγους, ακόμη δε και να καταποντισθή εις τα βάθη του Βοσπόρου, η να επιχειρηθή έστω και η ελαχίστη παρέκκλισις από της χρυσής των πατέρων γραμμής, ομοφώνως βοώντων: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως».
Τοιούτων λόγων εκ τοιούτου πατρός και διδασκάλου, αρκούμενοι, ευχόμεθα η Αγία ημών Πίστις πάντοτε να μεσουρανή και ημείς, πάντοτε εξηρτημένοι εξ αυτής, δοξάζωμεν τον αυτής Δομήτορα. Αμήν.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου,
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας

Ειδήσεις