ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
23 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017
Απόστολος: Ρωμ. ιε΄  1 – 7
Ευαγγέλιον: Ματθ. θ´ 27 – 35
Ήχος: πλ. β΄ .- Εωθινόν: Ζ΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

«Διο προσλαμβάνεσθε αλλήλους,
καθώς και ο Χριστός
προσελάβετο υμάς εις δόξαν Θεού»
Η, προς τον πλησίον, αγάπη

Την, προς τον πλησίον, αγάπην, μας παρουσιάζει ο Θείος Απόστολος Παύλος εις το σημερινόν Αποστολικόν ανάγνωσμα. Μίαν αγάπην τελείως διαφορετικήν από αυτήν που αναζητούν και που προσφέρουν οι άνθρωποι. Μίαν αγάπην εις την οποίαν κυριαρχεί το ιδανικόν στοιχείον της θυσίας και απουσιάζουν τα αισθηματικά και εν πολλοίς, αμαρτωλά εκείνα στοιχεία, δια των οποίων οι περισσότεροι ενόθευσαν την ιεράν ταύτην και υψίστην αρετήν. Μίαν αγάπην, κατά μίμησιν της αγάπης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος «ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών» (Α  Ἰωάν. Δ  10 – 11). Μίαν αγάπην την οποίαν εβίωσαν όλοι οι άνθρωποι του Θεού, οι οποίοι, αγάπην έβλεπον την θυσίαν και την προσφοράν και όχι το κέρδος και την απολαβήν.
Μίαν αγάπην τέλος, η οποία υπάρχει, εφ’ όσον υπάρχει και η προς τον Θεόν αντίστοιχος. Είναι η πρώτη εκείνη εντολή, την οποίαν υπέδειξεν ο Διδάσκαλος εις εκείνον τον νομικόν, όστις προσήλθε και τον ηρώτησε, «διδάσκαλε, ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω;» και ο Κύριος του απήντησεν, «αγαπήσεις Κυριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή• αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται.» (Ματθ  ΚΒ  36 – 40).
Αυτήν, συνεπώς, την προς τον πλησίον αγάπην, καλούμεθα ίνα αναπτύξωμεν, εις αντιπαράθεσιν της προς τον εαυτόν μας τοιαύτης.

Η «λατρεία» του εαυτού μας

Ποίος θα ηδύνατο να αρνηθή ότι αγαπά τον … εαυτόν του; Ίσως, ελάχιστοι του Θεού άνθρωποι, οι οποίοι, κατά μίμησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εθυσίασαν εαυτούς δια την αγάπην του πλησίον. Οι πλείστοι όμως, το σύνολον σχεδόν, αγαπώμεν τον εαυτόν μας. Είναι εκείνος όστις ποτέ δεν κάνει λάθη! Πρέπει να έχη τον πρώτον αλλά και τον τελευταίον λόγον. Απαιτούμεν να τον σέβωνται οι πάντες, έστω και αν εκεί­νος δεν σέβεται ούτε Αυτόν τον Θεόν. Προς χάριν του, δαπανώ­μεν πολλάκις τεράστια χρηματικά ποσά˙ ταξιδεύομεν από το εν σημείον του πλανήτου έως το άλλο˙ αγρυπνούμεν και κοπιάζομεν, δια να απολαμβάνη τα πάντα˙ όσον δε δια την υγείαν του, ανησυχούμεν, θρηνούμεν, παρακαλούμεν τον Θεόν, (η μάλλον παρακαλούμεν δια τον εαυτόν μας˙ διαφορετικώς δεν θα προσευχώμεθα)˙ τον υπερασπιζόμεθα, όταν τον θίγουν η τον προσβάλλουν˙ ακόμη και λάθη αν κάνη, προτρέχομεν να τον δικαιολογήσωμεν και να τον αθωώσωμεν˙ εν ολίγοις, προς χάριν του θυσιάζομεν τα πάντα αλλά και τους πάντας.
Μίαν τοιαύτην αγάπην όμως, – και τούτο είναι, όντως, πολύ παράδοξον, – όταν την εντοπίζωμεν εις τους άλλους την καταδικάζομεν. Εκεί, φερόμεθα λογικώτερον, σχολιάζομεν τας υπερβολάς, συνιστώμεν πολύ ολιγώτερα εξ εκείνων τα οποία υιοθετούμεν δια τους εαυτούς μας. Εκεί, – και τούτο ας ακουσθή ως ευχή μάλλον η ως διαπίστωσις – ίσως αντιλαμβανόμεθα, τον παραλογισμόν και την υπερβολήν, την οποίαν δεικνύομεν εις τους εαυτούς μας.
Δια να μη είπωμεν περισσότερα επί του θέματος, ας περιορισθώμεν εις μίαν φράσιν η οποία και θα ελέγωμεν ότι χαρακτηρίζει την στάσιν ημών έναντι του εαυτού μας. Θέλομεν τον εαυτόν μας, κέντρον του κόσμου.

«αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν»

Ας ενθυμηθώμεν εις το σημείον τούτο, την γνωστήν παραβολήν του «καλού Σαμαρείτου» και κυρίως την ερώτησιν του νομικού, όστις, θέλων να εκπειράση τον Κύριον, τον ερωτά˙ «τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» (Λουκ. Ι  25). Επειδή δε, το ερώτημα τούτο, ευκαίρως τε και ακαίρως, ανησυχεί και ημάς, ας εμμείνωμεν εις την απάντησιν του Κυρίου, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Όλα όσα προεγράφησαν εις την προηγηθείσαν παράγραφον δια την προς τον εαυτόν μας αγάπην, ισχύουν και δια τον αγαπώμενον … πλησίον! Ας αναλογισθώμεν δε επί πλέον, ότι κατά την παραβολήν, ο πλησίον είναι… ο εχθρός μου! Δια τον καλόν Σαμαρείτην ήτο ο αιώνιος και διαχρονικός εχθρός του, ο Ιουδαίος. Ανθρωπιστικώς, θα ηδύνατο ο Σαμαρείτης, να θυσιάση ολίγον χρόνον και μόνον και ουδέν επί πλέον. Τούτο άλλωστε έκαμαν και οι δύο προηγηθέντες, ο ιερεύς και ο λευΐτης. Όμως ο Κύριος αυτήν την αγάπην μας συνιστά, – την του Καλού Σαμαρείτου – αλλά και μας προσέφερεν… αλλά και μας προσφέρει. Ο πλησίον, λοιπόν, και όχι εγώ˙
Ως διδάσκαλον δε και καθηγητήν, ας ίδωμεν τον μοναδικόν Ραββί, Όστις έδωκεν εαυτόν «τύπον και υπογραμμόν», και εθυσιάσθη δι’ ημάς τους αχαρίστους και αμαρτωλούς! Τούτο ακριβώς επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος, εις την παραίνεσίν του προς τους εν Ρώμη χριστιανούς. «διο προσλαμβάνεσθε αλλήλους, καθώς και ο Χριστός προσελάβετο υμάς» (Ρωμ. ΙΕ  7). Αγαπήσατε ο ένας τον άλλον και δεχθήτέ τον, όπως ακριβώς σας ηγάπησε και σας εδέχθη ο Κύριος.
Κατακλείοντες το παρόν, θεωρούμεν απαραίτητον, να ενθυμηθώμεν αλλά και να υπενθυμίσωμεν τον λόγον του Κυρίου μας. Τον λόγον εκείνον τον οποίον – ως υπεσχέθη – θα είπη κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν και ώραν της ενδόξου Δευτέρας Αυτού παρουσίας, «αμήν λέγω υμίν, εφ  ὅσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. ΚΕ  40). Θεωρούμεν ότι εις το σημείον του­το, δυνάμεθα να διακρίνωμεν την αξίαν του πλησίον. Πλησίον μας, ο Ίδιος ο Κύριος. Ας δεχθώμεν τον άλλον ως τον Χριστόν. Ας τον αγαπήσωμεν ως τον εαυτόν μας˙ έστω και αν φαίνεται ως εχθρός μας. Δεν είναι αυτό που φαίνεται! Είναι ο Χριστός. Είναι εκείνος που εθυσιάσθη και θυσιάζεται δι’ ημάς και Ο οποίος αντιστοίχως προς την ημών στάσιν και συμπεριφοράν, θα ανταποδώση εις ημάς.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας