ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
14 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018
Απόστολος: Εφεσ. δ´ 7 – 13
Ευαγγέλιον: Ματθ. δ΄ 12-17
Ήχος: βαρύς.- Εωθινόν: Ι΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Το πρώτον κήρυγμα του Ιησού

Αν στην Αγία μας Εκκλησία, εφάνησαν κατά καιρούς, κορυφαίοι κήρυκες και διδάσκαλοι, των οποίων οι λόγοι και τα συγγράμματα έμειναν στην ιστορία και διατηρούν την μοναδικότητά τους μέχρι σήμερα, αναμφίβολα, όλους αυτούς τους ξεπερνά και τους εκμηδενίζει κατά κυριολεξίαν, ο μοναδικός διδάσκαλος και καθηγητής, η «κορυφή των κορυφών», ο ανεπανάληπτος και μοναδικός «Ραββί», ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αν κάποιοι νόμισαν ότι η ευφυΐα τους υπήρξε μοναδική και τα προφορικά και γραπτά τους απομνημονεύματα θα έμεναν στην αιωνιότητα, όταν μας επεσκέφθη «εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», παρεμερίσθησαν οι πάντες και τα πάντα μπροστά στην απλή και λιτή και «λακωνική», πλην όμως, απαράμιλλη και ασύγκριτη διδασκαλία Του. Χωρίς τις συνήθεις καλολογικές διανθίσεις, χωρίς τους περίτεχνους λεκτικούς εντυπωσιασμούς, με την αλήθεια … μόνον, εξαφάνισε την «ματαίαν φιλολογίαν» και μας δίδαξε τον σωτήριο δικό Του Λόγο.
Ο Λόγος Του, άλλοτε ελάχιστος, περιορισμένος εις ελάχιστες λέξεις και άλλοτε μεγίστης διαρκείας όπως εκεί στον χορτασμό των τετρακισχιλίων όπου «Ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος τους μαθητάς αυτού είπε• σπλαγχνίζομαι επί τον όχλον, ότι ήδη ημέραι τρεις προσμένουσί μοι και ουκ έχουσι τι φάγωσι• και απολύσαι αυτούς νήστεις ου θέλω, μήποτε εκλυθώσιν εν τη οδώ» (Ματθ. ΙΕ  32). Άλλοτε σε ένα ακροατή, όπως στον Νικόδημο και στη Σαμαρείτιδα και άλλοτε σε πλήθη χιλιάδων και μυριάδων κατά κυριολεξίαν, σύμφωνα με την αρίθμηση του Ιερού κειμένου. Άλλοτε στεντόριος και έντονος, «Ιησούς δε έκραξε και είπεν• ο πιστεύων εις εμέ ου πιστεύει εις εμέ, αλλ’ εις τον πέμψαντά με» (Ιωάν. ΙΒ  44) και άλλοτε ήρεμος˙ κάποτε δε, και απολύτως σιωπηρός, «Και εν τω κατηγορείσθαι αυτόν υπό των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων ουδέν απεκρίνατο», η «Και ουκ απεκρίθη αυτώ προς ουδέ εν ρήμα, ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν» (Ματθ. ΚΖ  12, 14).
Εις το σημερινόν ιερόν Ευαγγέλιον, το πρώτον κήρυγμα του Κυρίου μας, περιγράφεται εις ελάχιστες λέξεις. «μετανοείτε• ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Τόσο μικρό σε έκταση αλλά και τόσο περιεκτικό. Τόμοι ολόκληροι αλλά και ομιλίες άπειρες, μέσα στις δυό χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει από τότε, έχουν γραφή και έχουν ειπωθή, αντίστοιχα για το θέμα αυτό. Και όμως˙ στα χείλη του Χριστού μας, το θέμα τούτο είναι τόσο απλό και τόσο λίγο. Δεν θέλει πολλή φιλοσοφία και ιδιαίτερα «καλαίσθητο» τρόπο, για να μας το ᾽πη. Εκείνο που προέχει είναι, ο λόγος αυτός να γίνη πράξη και να εφαρμοσθή. Πόσοι, αλήθεια, δεν έσπευσαν να ανταποκριθούν σε τούτο το κάλεσμα, αμαρτωλοί της κάθε εποχής! Πόσοι έγειραν με ανακούφιση και εμπιστοσύνη στην πατρική αγκαλιά του Κυρίου μας και μετανοημένοι πήραν την επιθυμητή συγγνώμη! Πόσοι αμαρτωλοί, τελώνες, πόρνες, άσωτοι, ληστές, δεν είδαν στην πράξη τον Κύριο να τους συγχωρή τις βαρύτατες αμαρτίες τους, αφού και αυτοί, βεβαίως, έδειχναν με κάθε τρόπο την μετάνοιά τους και την απόφασή τους για «αλλαγή πορείας»!
Σε κανένα αμαρτωλό ο Χριστός δεν «εκλεισε την πόρτα»! Κανείς «πεπτωκώς» δεν έφυγε από τον Ιησούν, απελπισμένος και απογοητευμένος! Μία μόνον «δέσμευση» συνιστούσε ο Λυτρωτής μας˙ «μηκέτι αμάρτανε»˙ Μη ξανα-αμαρτήσεις και ζήσε πλέον, κατά το δυνατόν, μακράν της αμαρτίας!

Μη αργείς˙ μη αναβάλλεις˙ μη φοβάσαι!

Το κήρυγμα του Κυρίου μας που ακούσαμε σήμερα από την Ευαγγελική περικοπή, πέραν του χαρακτήρος της προσκλήσεως, έχει και ένα άλλον ακόμη πιο αισιόδοξο χαρακτήρα. Πέραν του ότι ο Κύριος μας προσκαλεί εις την Βασιλείαν Του μέσω της μετανοίας, το κάλεσμα αυτό του Χριστού μας, δείχνει την αγάπην Του και την ανησυχία Του για ᾽μας. Είναι η κραυγή της αγάπης του Πατέρα που «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α  Τιμόθ. Β  4). Είναι η αγκαλιά εκείνη, που κανένα δεν εξαιρεί και κλείνει μέσα της τον καθένα, που σπεύδει να ανταποκριθή στο κάλεσμά της.
Γι’ αυτό, μην αργούμε. Το αύριο δε είναι … δικό μας! Η κάθε καθυστέρηση είναι εις βάρος μας. «ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι• νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία η ότε επιστεύσαμεν. Η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν. Αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. Ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω, αλλ  ἐνδύσασθε τον Κυριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας» (Ρωμ. ΙΓ  11-14). Ας έχωμεν πάντοτε υπ’ όψιν, τας πέντε εκείνας παρθένους της γνωστής παραβολής, αι οποίαι καθυστέρησαν εις την συντήρησιν των λαμπάδων των.
Το τριπλούν σύνθημα της παρούσης παραγράφου, είναι η απάντησις, αφ’ ενός μεν στις υποδείξεις του «πονηρού» – ότι, δήθεν, έχομεν καιρόν, η ότι «είμαι νέος ακόμη και θα … πάω αργότερα», η, ακόμη χειρότερα, «πως θα τολμήσης να ειπής εκείνα που έχεις πράξει; Δεν φοβάσαι το Θεό; Δεν ντρέπεσαι τον ιερέα;». Αφ’ ετέρου όμως, είναι η προτροπή και παρότρυνσις του Κυρίου και της Εκκλησίας μας, σε κάθε ένα αμαρτωλό. Εκείνο που καλούμεθα να εννοήσωμεν είναι ότι, ζώντες εις την αμαρτία και μακράν του Θεού, αν υπάρχη κάποια ευχαρίστησις και κάποια χαρά, είναι αυτή, πρόσκαιρη και προσωρινή. Είναι ψεύτικη και πλασματική. Είναι παραπειστική και μας αποπροσανατολίζει από την πραγματικότητα. Η πραγματικότης που θα πρέπη να μας συνέχη, είναι εκείνη που και ο Κύριος μας βεβαίωσε και μας βεβαιώνει, αλλά και η βιωματική εμπειρία των αγίων της Εκκλησίας μας μας διδάσκει.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας