Η Παναγία εθυμίαζε

Έλεγε ο μακαριστός π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος «Πόσα χάνεις, αδελφέ, όταν δεν εκκλησιάζεσαι».
Μέσα στην θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο της θυσίας του Κυρίου. Είναι παρών ο ίδιος ο  Κύριος, η Παναγία μας, οι Άγιοί μας, οι Άγγελοι. Η Εκκλησία, τονίζει ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι πνευματικό ιατρείο και πρέπει εκείνοι που έρχονται εδώ, αφού πάρουν τα κατάλληλα φάρμακα και τα επιθέσουν στα τραύματά τους, έτσι να φύγουν. Πρέπει το νου μας να τον έχουμε στην ιερή εκείνη υμνωδία και όχι στις βιοτικές σκέψεις και συζητήσεις.
Αλίμονο! Bρίσκεσαι στη θεία Λειτουργία, κι ενώ το βασιλικό τραπέζι είναι ετοιμασμένο, ενώ ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ενώ ο ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σου, εσύ αδιαφορείς. Tήν ώρα που τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους από δέος και όλες οι ουράνιες δυνάμεις μαζί με τον ιερέα παρακαλούν το Θεό για σένα, τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουρανό η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και το αίμα του Xριστού χύνεται από την άχραντη πλευρά Tου μέσα στο άγιο Ποτήριο, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σου, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απροσεξία σου; Σκέψου, άνθρωπέ μου, μπροστά σε Ποιόν στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιούς – με τα Xερουβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιούς ψάλλεις και προσεύχεσαι. Eίναι αρκετό, για να συνέλθης, όταν θυμηθής ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνής τον Κύριο της κτίσεως μαζί με τους ασώματους αγγέλους.
Αναφέρεται στο Γεροντικό του Αγίου Όρους ότι ο Γέρων Θεόφιλος έλεγε ότι, όταν πηγαίνης στην εκκλησία, για να προσευχηθής η να ψάλλης:
α) να μη παίρνης ποτέ ψηλά τα ίσια και να μη ψάλλης με άτακτες φωνές και
β) και όταν μπαίνης στην Εκκλησία, για να προσευχηθής, θα πρέπη κάθε έννοια, κάθε φροντίδα και μέριμνα, που σε αποσπά και χωρίζει από τη προσευχή, να την αφήνης έξω από την πόρτα της Εκκλησίας, αν θέλης να δέχεται ο Θεός την προσευχή και την ψαλμωδία σου, και να έχης μισθό αιώνιο και όχι κατάκριση. Και αντί να ωφελήσαι από τη προσευχή σου, να ζημιώνεσαι και να βλάπτεσαι από την απροσεξία σου.
Υπήρχε πριν πολλά χρόνια ένας Γέροντας στο Μοναστήρι μας της Μεγίστης Λαύρας, ο Γέρων Ηλιόδωρος, ο οποίος ετοίμαζε τα θυμιατά στους ιερείς και τους Διακόνους, όταν άρχιζε η ενάτη ωδή που ψάλλεται η «Τιμιωτέρα των Χερουβείμ…».
Από τη θέση εκείνη, του ιερού, ο γέρο-Ηλιόδωρος, κάθε μέρα όταν άρχιζε ο ψάλτης το «Αινούμεν, ευλογούμεν και προσκυνού­μεν τον Κύριον», έβλεπε με τα μάτια της ψυχής, σαν όραμα, μία μαυροφορεμένη, μεγαλόπρεπη γυναίκα, που τη συνόδευαν δύο Άγγελοι με ολόχρυσο θυμιατό στο χέρι και θυμίαζε το Ναό. Περνούσε από τα στασίδια των μοναχών και θυμίαζε μέχρι, που τελείωνε η «Τιμιωτέρα» και η ενάτη ωδή.
Μία μέρα, ο ψάλτης, πήρε πολύ ψηλά ίσια στις «Καταβασίες» και την ημέρα εκείνη, η γυναίκα αυτή, που δεν ήταν άλλη παρά, η Έφορος και προστάτης των μοναχών και του Αγιώνυμου Όρους, Κυρία και Δέσποινα Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, δε φάνηκε να θυμιάση, όπως έκανε κάθε μέρα, επειδή τα ψηλά ίσια διώχνουν την κατάνυξη και την ευλάβεια.
Άλλη μέρα πάλι, στην Αγρυπνία μετά το Απόδειπνο, ο ευλογημένος αυτός Ηλιόδωρος, βλέπει την Παναγία να θυμιάζη όλο το Ναό. Πήγαινε στα στασίδια των μοναχών, μερικά από τα οποία δεν είχαν μοναχούς και η Παναγία τα θυμίαζε, και πολλά στασίδια που είχανε μοναχούς δεν τα θυμίαζε. Τούτο κίνησε την περιέργεια του Γέροντα Ηλιοδώρου και γεννήθηκε η απορία μέσα του, γιατί άραγε τα στασίδια που έχουν μοναχούς δεν τα θυμιάζει και θυμίαζε τα στασίδια που δεν είχαν μοναχούς;
Με δάκρυα ο ενάρετος αυτός μοναχός παρακάλεσε την Παναγία να πληροφορήση την απορία του αυτή. Οπόταν μετά τριήμερη προσευχή παρουσιάστηκε στον ύπνο του, η Παναγία και του είπε:
«Ηλιόδωρε, μάθε πως τα στασίδια που είναι άδεια τα θυμιάζω γιατί, οι μοναχοί που κάθονται σ’ αυτά και παρακολουθούν τις ιερές προσευχές και ακολουθίες, βρίσκονται σε υπηρεσίες και διακονήματα της Μονής, αλλά  κεῖ που είναι και εργάζονται, έχουν συνέχεια το νου τους, στην κοινή προσευχή, που γίνεται δω στο Ναό, από τους άλλους αδερφούς, κι έτσι συμπροσεύχονται κι εκείνοι, απ’ εκεί που βρίσκονται. Αυτοί είναι εκείνοι που και οι ιερείς μνημονεύουν και λένε στις δεήσεις τους: «και υπέρ των δι’ ευλόγους αιτίας απολειφθέντων πατέρων και αδελφών ημών…», αυτούς κι εγώ τους βλέπω παρόντες, με το νου, και τους θυμιάζω σαν να βρίσκωνται στα στασίδια τους.
Αυτοί έχουν διπλό μισθό. Ενώ πολλοί από τους μοναχούς, που κάθονται στα στασίδια τους και δεν προσεύχονται νοερά, με τους άλλους αδελφούς, αλλά, άλλοτε συζητούν μεταξύ τους, άλλοτε σκέπτονται άσχετα με την προσευχή πράγματα, άλλοτε κατακρίνουν, άλλοτε ζηλεύουν, που οι άλλοι ψάλλουν και δοξολογούν τον Ύψιστο, και αντί να δοξολογούν κι αυτοί μαζί τους, το πάντιμο και μεγαλοπρεπές όνομά Του, αυτοί κάνουν το αντίθετο, επιφέρουν κρίσεις εναντίον των αδελφών τους, αλλά και πολλές φορές σκέπτονται πονηρά και αμαρτωλά πράγματα. Οι μοναχοί αυτοί, καίτοι βρίσκονται στις θέσεις τους και κάθονται στα στασίδια τους, δεν υπολογίζονται με τους παρόντες, αλλά θεωρούνται ως απόντες και επειδή δεν προσεύχονται καθαρά, δεν τους αξίζει να τους θυμιάσω, διότι το θυμίαμα σημαίνει τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, που δεν κατοικεί στους ανθρώπους αυτούς, αλλά τους αποστρέφεται.
»Γι’ αυτό θα πρέπη, αυτά που είδες, κι αυτά που σου είπα, να τα κάμης γνωστά σε όλους τους μοναχούς και σε όλους τους χριστιανούς, και να τα γράψης, για να μαθαίνουν όλοι, πως πρέπει, όταν μπαίνουν στην Εκκλησία, αλλά και πάντοτε όταν προσεύχωνται, να έχουν το νου τους και την καρδιά τους συγκεντρωμένα στο Θεό, τον οποίον πρέπει να δοξολογούμε και να ευχαριστούμε, για τα καλά που μας χαρίζει, αλλά και για τα κακά, που, κατά Θεία παραχώρηση μας συμβαίνουν. Πρέπει για όλα αυτά, να ευχαριστούμε τον Θεό μέσα στην Εκκλησία Του, όπως λέγει και το Πνεύμα το Άγιον στην Αγία Γραφή: «εν τω Ναώ αυτού – Θεού εισερχόμενος – πας τις λέγει δόξαν».

Παντοκράτορας