Ο φόβος Θεού και ο ανθρώπινος φόβος

Λέγει ο Απ. Παύλος «καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β  Κορ. ζ  1). Δηλαδή ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε τι, που μολύνει το σώμα και το πνεύμα μας και ας τελειοποιούμεθα στην αγιωσύνη με τον φόβο του Θεού.

Στις παροιμίες Σολομώντος διαβάζουμε: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» η «αρχή σοφίας φοβείσθε τον Θεόν» (Σειράχ α  15).

Τι είναι ο φόβος Κυρίου; Είναι ευλάβεια, σεβασμός, τιμή προς τον Ύψιστο Θεό, Τον Κύριο του παντός και Κριτή της Οικουμένης. Είναι αγάπη ολόψυχος στον Δημιουργό και Προστάτη. Είναι πλήρης υπακοή και υποταγή στο Άγιο θέλημά Του. Είναι φόβος σωτηρίας που μόνον ωφέλεια φέρει στον άνθρωπο. Και για να το αντιληφθούμε καλύτερα ας μελετήσουμε τον βίο ενός Αγίου και θα καταλάβουμε τι σημαίνει φόβος Θεού.

Ο φόβος Θεού κατ’ αρχήν σε προστατεύει από την αμαρτία και σε οδηγεί στην μετάνοια (Λουκ. 23, 41). Τι είπε ο ληστής; «ουδέ φοβή συ τον Θεόν;» και αμέσως ζήτησε συγχώρεση «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου» (Λουκ. 23, 42).

Αλλά και ο πάγκαλος Ιωσήφ τι είπε, για να αποφύγη την γυναίκα του Πετεφρή: «Πως ποιήσω το ρήμα το πονηρόν τούτο και αμαρτήσομαι ενώπιον του Θεού» (Γεν. Λθ  9). Τι σκέφτηκε εκείνη την στιγμή; Ότι τον έβλεπε ο Κύριος, ότι είναι μπροστά του ο Θεός.

Ο φόβος λοιπόν του Θεού είναι αυτός, που σε οδηγεί να αποφύγης την αμαρτία: «Οχύρωμα Αγίου φόβος Κυρίου» (Παρ. Ι 29). Και συνεχίζει: «φόβω Κυρίου εκκλίνει πας από κακού» (Παροιμ. ιε , 27).

Δεν έχει καμμιά σχέση «ο φόβος του Θεού» με τον ανθρώπινο φόβο, δηλαδή με την δειλία μας. Αυτός που δεν φοβάται τον Θεό, φοβάται τα πάντα. Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που είχαν τον Χριστό μέσα τους ούτε τον θάνατο δεν φοβήθηκαν. Και μάλιστα τον περίμεναν, για να πάνε πιο γρήγορα κοντά σε αυτόν που τόσο αγάπησαν. Αξιομίμητο παράδειγμα είναι οι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, αλλά και όλοι οι Άγιοι: «Ει ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ ημών».

Ρώτησε κάποιος τον Αββά Θεόδωρο της Φέρμης: «Αν ξαφνικά γίνη σεισμός, θα φοβηθής και συ, Αββά;»

Και εκείνος απαντά: «Και ο ουρανός να πέση στη γη, ο Θεόδωρος δεν φοβάται». Γιατί είχε παρακαλέσει τον Θεό να τον απαλλάξη από την δειλία.

Γράφει ο Άγιος Ιωάννης στην Κλίμακα (Λόγος περί δειλίας).

«Η δειλία είναι της απιστίας γέννημα, και ποιεί τινά να μη πιστεύη, πως ο Θεός ευρίσκεται εις όλον τον κόσμον πάντοτε, και όπου διατρίβει έκαστος, και ότι μας φυλάττει από τα ενάντια με την κραταιάν του δύναμιν και δια τούτο τον αναγκάζει να τρέμη άνευ αιτίας, με μόνον τον λογισμόν οπού φέρει αυτώ λέγουσα, πως μέλλει να πάθη τόδε η τόδε, το κακόν και τον κίνδυνον. Αλλ’ όστις πιστεύει ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών και τον έχει υπό την σκέπην του, δεν ενθυμείται ούτε συλλογίζεται τοιαύτα ψευδή φαντάσματα, αλλά ίσταται αδεής και άτρομος, ώσπερ λέων δυνατός και άφοβος». «Όποιος ενίκησε την δειλία, είναι φανερόν ότι ανέθεσεν εις τον Θεόν και την ζωήν και την ψυχήν του».

Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει δια την αξία του φόβου του Θεού:

«Όπως στο σπίτι στρατιώτη που είναι συνεχώς οπλισμένος ούτε ληστής ούτε διαρρήκτης, ούτε κανείς άλλος από εκείνους που κάνουν τέτοια κακουργήματα θα τολμήση να πλησιάση, έτσι κι όταν ο φόβος κατέχη τις ψυχές μας, κανένα απ’ τα ανελεύθερα πάθη δεν μπαίνει εύκολα μέσα μας. Αλλ’ όλα δραπετεύουν και φεύγουν εκδιωκόμενα από παντού απ’ τη δύναμη του φόβου (του Θεού)» [Απ’ την ΙΕ  Ὁμιλία του «ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ»].

Ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης επισημαίνει:

«Δύο ειδών φόβους ημπορούμεν να στοχασθώμεν εις ταύτην την υπόθεσιν· ο ένας φόβος γεννάται από την ελπίδα, και είναι ίδιος εκείνου του ανθρώπου όπου μισεί την αμαρτίαν δια τον φόβον της κολάσεως και ο άλλος φόβος γεννάται από την αγάπην του Θεού, και είναι ίδιος εκείνου του ανθρώπου όπου μισεί πρώτον την αμαρτίαν, και δι’ αιτίαν της αμαρτίας μισεί και την τιμωρίαν της αμαρτίας, ήγουν την κόλασιν. Ο α  φόβος είναι ίδιος των αρχαρίων· ο β  εἶναι των τελείων.

Και συνεχίζει: «διότι ανίσως και ο φόβος είναι το θεμέλιον όλης της πνευματικής οικοδομής· «αρχή σοφίας φοβείσθαι τον Θεόν» (Σειράχ α . 15) είναι φανερόν, ότι όχι μόνον δεν θέλεις δυνηθή να αρχίσης αυτήν την οικοδομήν, αλλ’ ούτε θέλεις δυνηθή να υπάγης παρεμπρός και να δώσης εις αυτήν, εκείνην την στερέωσιν όπου είναι αναγκαία εις την διαμονήν και τελειότητα· «στέφανος σοφίας, φόβος Κυρίου». (Σειράχ α  18), διότι ο φόβος είναι όπου κατορθώνει το παν, αυτός δίδει αρχήν εις τας αρετάς· αυτός δίδει εις αυτάς την αύξησιν· αυτός δίδει εις αυτάς και την τελειότητα.

Εκείνο όμως όπου αυξάνει το κακόν περισσότερον είναι όπου, αφ’ ου ο διάβολος σηκώση από τους αμαρτωλούς τον άγιον φόβον του Θεού, προσθέτει εις αυτούς τον φόβον του κόσμου και τους κάμνει να φοβούνται να μη χάσουν τα υπάρχοντά τους και τας απολαύσεις του κόσμου· και τοιουτοτρόπως καθ’ ένας από αυτούς φοβείται περισσότερον να μη χάση ένα ουτιδαμόν πράγμα του κόσμου, παρά να χάση την ψυχήν του. Φοβείται περισσότερον ένας ευγενής να χάση την πρόσκαιρον τιμήν, παρά να χάση τον παράδεισον. Φοβείται περισσότερον ένας ακόλαστος το στραβόν βλέμμα της αγαπητικής του, παρά όλους τους φοβερισμούς όπου κάμνει εναντίον των παρανόμων ένας Θεός Παντοδύναμος· καθώς έκαμε και ο Αδάμ, ο οποίος δεν εφοβείτο πως έγινεν εχθρός του Θεού δια την παράβασιν και φονεύς όλου του ανθρωπίνου γένους όπου από αυτόν έμελλε να γεννηθή, αλλ’ εφοβείτο διότι ήτο γυμνός· «εφοβήθην ότι γυμνός ειμι και εκρύβην» (Γένεσ. γ , 10).

Ο φρόνιμος άνθρωπος φοβείται εις όλα τα πάντα, και δεν κρίνει ποτέ τον εαυτόν του ασφαλή και βέβαιον εις την παρούσαν ζωήν έως ότου δεν βάλη τον πόδα του μέσα εις την πόρταν του παραδείσου.

Ούτω μας διηγείται ο μέγας Παφνούτιος ο μαθητής Μακαρίου του Αιγυπτίου. Αφού εκοιμήθη ο Άγιος Μακάριος και η θεία αυτού ψυχή ανήρχετο εις τα ουράνια, κατεχομένη υπό του λαμπροτάτου εκείνου Χερουβείμ, το οποίον ωδήγει αυτόν και εφώτιζεν εις όλην του την ζωήν, η πρώτη φάλαγξ των εναερίων δαιμόνων εμακάριζεν αυτόν λέγουσα· «ιδού νυν εξέφυγες τας χει­ρας ημών·» ο δε Μακάριος ούτε ουν εξέφυγον είπεν, αλλ’ έτι φοβούμαι· είτα η δευτέρα φάλαξ το αυτό είπε, και ο όσιος ωσαύτως απεκρίνατο. Αλλά και ότε έμελλε να έμβη εις τας θύρας του ουρανού, πάλιν εμακάριζον αυτόν οι δαίμονες· ο δε άγιος απεκρίθη· ακόμη χρείαν έχω, δια να φύγω από τας χείρας σας· όταν όμως εμβήκεν εις τους ουρανούς και έμειναν έξω οι δαίμονες, τότε μόνον εξεθάρρευσε και τους είπε· ναι τώρα εγλύτωσα από τας τέχνας σας και εγώ μεν εμβήκα εις τας αυλάς του Κυρίου, εσείς δε οι κατηραμένοι, πορεύεσθε εις το πυρ το αιώνιον». (Παρά τη α . υποθέση τη υπό Ιωάννου Αντιοχείας συλλεχθείση).

Ο θείος Αυγουστίνος λέγει «μηδείς φοβείσθω άλλον αντί εκείνου· θηρ εξαγριούται; τον Θεόν φοβού· άνθρωπος σε μισεί; τον Θεόν φοβού· ο διάβολος σοι πολεμεί; τον Θεόν φοβού· πάσα γαρ η κτίσις υπ’ εκείνον εστίν, ον κελεύει φοβείσθαι».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παντοκράτορας