Χαίρε, Μαρία

Ποιός μπορεί να εκφράση το μεγαλείο της Παναγίας μας; Η πρώτη μετά τον Ένα.
Η Αειπάρθενος είναι η γυνή, «εξ ης πηγάζει τα κρείττω». Διότι είναι η ευεργέτις όλου του ανθρωπίνου Γένους. Χάρις στην ιδική Της αρετή, επισκέφθηκε την γη ο Ύψιστος Θεός και σώθηκε ο κόσμος. Κανένας άλλος απόγονος της Εύας δεν ευεργέτησε τόσο την ανθρωπότητα όσο η στοργική Αυτή Μητέρα του Θεού. Υπέφερε Αυτή και ταλαιπωρήθηκε για την σωτηρία ολοκλήρου της ανθρωπότητος.
Αυτή είναι και ευεργέτις του κάθε Ορθοδόξου Χριστιανού προσωπικά. Ποιός πιστός Ορθόδοξος δεν ωφελήθηκε από την Θεοτόκο; Ποιός Χριστιανός στα βάσανά του δεν έτρεξε σε Αυτήν και δεν βοηθήθηκε θαυματουργικά; Σ’ Αυτήν δεν καταφεύγουμε περισσότερο και από την μητέρα μας; Στα βάσανα που μας κτυπούν, «Παναγιά μου»! δεν φωνάζουμε;
Το πόσο μας αγαπά η Παναγία μας, δεν είναι δυνατόν να το προσδιορίσουμε. Είναι μεγάλη η αγάπη της Παναγίας μας προς εμάς και αυτό το έχουμε δει και σαν έθνος και σαν άτομα.
Όμως, το πόσο φροντίζει, αυτούς που προσεύχονται σε Αυτήν και την επικαλούνται και πως ανταμείβει, το έχει πολλές φορές αποδείξει με τα εξαίσια και θαυμαστά θαύματά της και αυτό όχι μόνον επειδή «πολλά ισχύει δέησις υπό Μητρός ενεργουμένη, προς ευμένειαν Δεσπότου» η επειδή «Τα πάντα δύναται ως Μήτηρ του Πανσθενούς Δεσπότου», αλλά επειδή έχει συνδεθή τόσο πολύ με την ζωή μας. Την νοιώθουμε τόσο πολύ μέσα στην καρδιά μας, που χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε.
Γι’ αυτό και από τα πρώτα χρόνια και μετά την Ανάσταση του Κυρίου ήταν προστάτις και παραμυθία όχι μόνον των Αποστόλων, αλλά και όλων των Χριστιανών από τότε μέχρι σήμερον, αλλά και μέχρι της συντελείας του κόσμου τούτου.
Να ένα ωραίο παράδειγμα για το πως ανταμείβει η Παναγία μας αυτούς που την αγαπούν.
Στην πόλη της Ρώμης υπήρχε κάποιος ευλαβής ονομαζόμενος Ιωάννης, ο οποίος δεν μπορούσε να μάθη απ’ έξω καμμιά προσ­ευχή. Τότε ένας έμπειρος αδελφός και ενάρετος τον ρώτησε ποιά προσευχή του φαινόταν ωραιότερη που ήθελε να μάθη. Αυτός είπε το Χαίρε Μαρία, δηλ. το Θεοτόκε Παρθένε… κ.λπ.
Μετά από πολύ καιρό έμαθε την προσευχή αυτή και αισθανόταν μεγάλη χαρά και ευφροσύνη και του φαινόταν ότι είχε βρη θησαυρό ανεκτίμητο. Κάθε ώρα δεν έλεγε τίποτε άλλο παρά μόνο το «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία». Έτσι όλοι οι αδελφοί τον φώναζαν «Χαίρε Μαρία».
Αυτός ο αείμνηστος το έλεγε με μεγάλη λαχτάρα και αγάπη, μέχρι που του εβγήκε η μακαρία ψυχή του. Αφού τον έψαλαν και τον ενταφίασαν σε ξεχωριστό τόπο, επειδή ευωδίασε το ιερό λείψανό του, αισθανόντουσαν οι αδελφοί μεγάλη αγαλλίαση.
Την ενάτη ημέρα, όταν τον μνημόνευαν, βλέπουν ένα παράδοξο και θαύμασαν. Δηλαδή, φύτρωσε στον τάφο ένας ωραιότατος κρίνος, και σε κάθε του φύλλο ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα το «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία». Η ευωδία του κρίνου δεν έμοια­ζε με ευωδία άνθους επιγείου.
Ο Ηγούμενος και οι αδελφοί θαύμασαν, γι’ αυτό, αφού έσκαψαν τον τάφο, για να δουν, που φύτρωσε ο κρίνος, είδαν ότι έβγαινε από το στόμα του Οσίου. Κατόπιν άνοιξαν το ιερό λείψανο, και είδαν ότι έβγαινε από την καρδιά του, στην οποία ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, και όλοι εθαύμασαν.

*  *  *

Αναφέρεται στον συναξαριστή ότι κάποιος νέος που ευλαβεί­το πολύ την Θεοτόκο, την παρεκάλεσε να τον αξιώση να Την ιδή, όπως είναι στον Παράδεισο και ας χάση το ένα μάτι του. Πράγματι άκουσε η Παναγία μας την προσευχή του ευλαβούς νέου και παρουσιάσθηκε στον ύπνο του ολολαμπής, με όλο εκείνο το φως της δόξας, με το οποίον λάμπει στον Ουρανό. Όταν όμως εξύπνησε ο νέος πράγματι είχε χάσει το ένα μάτι του. Από την χαρά όμως που ένοιωσε, είπε ότι δεν θα με στενοχωρούσε, αν Σε έβλεπα, Παναγία μου, άλλη μια φορά και ας έχανα όλο το φως μου.
Και πάλι αξιώθηκε ο νέος και είδε την Παναγία μας. Αλλά τι νομίζετε, αδελφοί μου, η συμπαθεστάτη Μήτηρ του Θεού, όταν του εφανερώθη για δεύτερη φορά, όχι μόνο δεν του εστέρησε το φως αλλά του γιάτρεψε και το άλλο μάτι.

Παντοκράτορας