Σταυρός, η χαρά του κόσμου

Μας λέγει ο Απ. Παύλος «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6, 14). Δηλ. Μη γένοιτο ποτέ εγώ να καυχηθώ δια τίποτε άλλο, παρά δια το ότι για εμένα έλαβε δούλου μορφή και σταυρώθηκε δια την σωτηρία μου ο Ιησούς Χριστός. Μόνο καύχημά μου είναι του Κυρίου ο σταυρικός θάνατος, δια της πίστεως δε στον θάνατο αυτού έχει νεκρωθή και έχει χάσει την δύναμή του ως προς εμέ ο κόσμος. Αλλά και εγώ έχω νεκρωθή ως προς τον κόσμο.
Η Εκκλησία μας ώρισε την τρίτη Κυριακή των νηστειών να εορτάζουμε την προσκύνηση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, όπου εις τους αίνους ψάλλουμε: «Εκκλησίας εδραίωμα, βασιλέων κραταίωμα, μοναζόντων καύχημα, και διάσωσμα, συ ει Σταυρέ πανσεβάσμιε• διο προσκυνούντές σε, και καρδίας και ψυχάς, φωτιζόμεθα σήμερον, θεία χάριτι, του εν σοι προσπαγέντος, και το κράτος του δολίου καθελόντος, και την αράν αφανίσαντος».
● Ο Νικηφόρος Θεοτόκης παρατηρεί: «Εμείς με την χάρη του Θεού φτάσαμε σχεδόν στο μέσο της νηστείας, όπου αισθανόμαστε αδυναμία και η δυσκολία μεγάλωσε. Το ένα είναι ο Πανάγιος Σταυρός, το ξύλο, το οποίο χαρίζει ζωή, του κόσμου η χαρά, των πιστών η δύναμη, των δικαίων το στήριγμα, των αμαρτωλών η ελπίδα. Γι’ αυτό σήμερα η Αγία Μητέρα μας, η του Χριστού Εκκλησία προβάλλει να τον προσκυνήσουμε ευλαβώς και να λάβουμε την χάρη και την δύναμη, για να τελειώσουμε τον αγώνα της νηστείας.
Η δεύτερη βοήθεια είναι η δεσποτική φωνή του σημερινού Ευαγγελίου, η οποία μας προσκαλεί, να σηκώσουμε στους ώμους μας τον σταυρό μας και να ακολουθήσουμε τον Χριστό, ο οποίος μας καλεί.
Υπάρχει και τρίτη αιτία, όπως αναφέρει ο Μ. Συναξαριστής. Όταν ένας βασιλεύς πρόκειται να πάη σε κάποια πόλη η κάποια περιοχή προπορεύονται οι σημαίες και τα σκήπτρα και μετά έρχεται ο βασιλεύς νικητής και θριαμβευτής. Έτσι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, επειδή πρόκειται μετά από λίγο να δείξη σε μας την νίκη κατά του θανάτου και να παρουσιασθή με δόξα την ημέρα της Αναστάσεως, γι’ αυτό έστειλε πρώτα το σκήπτρο του, την βασιλική σημαία, τον ζωοποιό Σταυρό, που γεμίζει τις καρδιές μας από χαρά και αγαλλίαση και μας προετοιμάζει, για να υποδεχθού­με μετά από λίγο αυτόν τον βασιλέα και να τον ανευφημήσουμε ως λαμπρό θριαμβευτή. Στο μέσο δε της Αγίας Τεσσαρακοστής παρουσιάζεται το Τίμιο Ξύλο, επειδή η Αγία Τεσσαρακοστή μοιάζει με την πικρή πηγή της Μερράς, για την συντριβή του σώματος και για την πικρία και ακηδία, η οποία προέρχεται από την νηστεία. Όπως λοιπόν μέσα σε εκείνη ο Προφήτης Μωϋσής έβαλε το ξύλο, το οποίο του έδειξε ο Θεός και εγλύκανε το νερό, έτσι και ο Θεός, ο οποίος μας πέρασε από την νοητή Ερυθρά θάλασσα και τον νοητό Φαραώ με το ζωοποιό ξύλο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, γλυκαίνει την πικρία από την νηστεία και μας παρηγορεί κατά κάποιο τρόπο σαν να ευρισκώμεθα στην έρημο μέχρι να μας φέρη στην νοητή Ιερουσαλήμ με το μέσον της Αγίας Αναστάσεως».
Ας απαρνηθούμε λοιπόν τον εαυτόν μας και ας πάρουμε επάνω μας τον Σταυρό μας με την Χάρη του Κυρίου.
● Ο Υποδιάκονος Δαμασκηνός τονίζει: «Βλέπεις με τι όπλο ενδυναμώνει ο Μέγας Βασιλεύς και Θεός τον στρατιώτη του; Δεν του δίδει θώρακα ούτε τόξο ούτε σπαθί ούτε ασπίδα ούτε κάποιο επίγειο όπλο, αλλά τι; Τον Τίμιο και Άγιο Σταυρό. Αυτός είναι και μάχαιρα και ασπίδα και τόξο και ο,τιδήποτε χρειασθή ο Χριστιανός. Τον Σταυρό μας έδωσε ο Κύριος ως όπλο. Είδατε τον Σταυρό μου πόσα ηδυνήθη; Είδατε πως ενίκησε τον θάνατο; Πως κατεπάτησε την δύναμη του διαβόλου; Έχετε λοιπόν και σεις τέτοιο όπλο, αν θέλετε και σεις να κάνετε όσα εγώ έκανα και μάλιστα περισσότερα, διότι «ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει και μείζονα τούτων ποιήσει» (Ιω. ιδ  12).
● Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο Λωτ, μετά την καταστροφή των Σοδόμων και της Γομόρρας, αμάρτησε και συνειδητοποίησε το φρικτό (εν αγνοία του) της αιμομιξίας αμάρτημα, έτρεξε στο θείο του Αβραάμ να ζητήση συμβουλή. Κι εκείνος του έδωσε τα τρία ραβδιά, που του προσέφεραν κατά τη φιλοξενία τους οι τρεις Άγγελοι. «Να τα φυτέψης και τα τρία μαζί», του είπε, «και επί τρία χρόνια να τα ποτίζης ανελλιπώς». Εκεί λοιπόν κάτω απ’ την Αγία Τράπεζα του παρεκκλησίου της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται ο τόπος, όπου ο Λωτ φύτεψε το τρισύνθετο ξύλο.
Ευδοκίμησε και όταν έγινε δένδρο πελώριο, το έκοψε ο Σολομών, για να το χρησιμοποιήση στη στέγη του Ναού του. Τούτο το ξύλο όμως παράδοξα αυξομειωνόταν κι ήταν αδύνατον οι εργάτες, αν και το μετρούσαν με ακρίβεια, να το προσαρμόσουν στη στέγη. «Καταραμένο ξύλο» το ωνόμασαν και το τοποθέτησαν στην είσοδο του Ναού να το πατούν και να το ατιμάζουν οι εισερχόμενοι. Από αυτό λοιπόν το «καταραμένο ξύλο» οι Εβραίοι κατασκεύασαν το Σταυρό του Χριστού, ώστε σταυρώνοντάς Τον πάνω του να μεγαλώνη και να μικραίνη το ξύλο κάνοντας πιο επώδυνο το μαρτύριο του Κυρίου.

Παντοκράτορας