ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
25 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
Ἀπόστολος: Eβρ. β΄ 11-18
Εὐαγγέλιον: Λουκ. α΄ 24 – 38
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

«ουκ οίδατε τι αιτείσθε» (Μαρκ. Ι  38)
Το «παράξενο» αίτημα των δύο μαθητών

Όταν ο Κύριος αρχίζει να προειδοποιή τους δώδεκα μαθητάς Του δια τα όσα πρόκειται να Του συμβούν κατά τις δυσ­κολες ώρες του πάθους Του και μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια, δύο από τους μαθητάς, Τον πλησίασαν και του υπέβαλαν ένα αίτημα. «δος ημίν ίνα εις εκ δεξιών σου και εις εξ ευωνύμων σου καθίσωμεν εν τη δόξη σου» (Μαρκ. Ι  37). Δεν θα ήταν καθόλου παράξενο τούτο το αίτημα των δύο μαθητών, αν σκεφθούμε έστω και για λίγο, ότι μέσα στον κάθε άνθρωπο, ανάμεσα στα τόσα παρακλάδια του κατάρατου εγωϊσμού, διακρίνεται και εκείνο της φιλοδοξίας. Ένα πάθος, που ελάχιστοι είναι εκείνοι που το έχουν κατανικήσει και το οποίον, λόγω της καθολικότητός του, έχει γίνει λαϊκή ρήσις και παροιμία: «Το χρήμα, πολλοί εμίσησαν• την δόξαν… ουδείς»!
Όμως, θα τολμούσαμε να χαρακτηρίσουμε «παράξενο» τούτο το αίτημα, διότι απευθύνεται εις τον πλέον… αναρμόδιον! Πως να απονείμη δόξες και τιμές, Εκείνος ο οποίος, «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. Β  7); Πως να ζητήση κάποιος τέτοια «δώρα» από τον Κύριο, ο οποίος ήλθε να μας διδάξη την ταπείνωσι και την αφάνεια;  Πως να δύναται να ικανοποιήση τέτοιο αίτημα Εκείνος ο οποίος ξεκίνησε την, επί της γης, παρουσίαν Του, από το ευτελέστατον σπήλαιον της Βηθλεέμ και «ουκ» είχε «που την κεφαλήν κλίνη» (Λουκ. Θ  58); Ακόμη δε, πιο περίεργο και παράδοξο γίνεται τούτο το αίτημα, διότι «υποβάλλεται», καθ’ ον χρόνον ο Κύριος προαναγγέλλει εις τους μαθητάς Του τα φρικτά γεγονότα του πάθους Του, εις τα οποία και θα «προσυπογράψη» την «άκρα Αυτού ταπείνωσιν» με το ίδιον πανακήρατον Αίμα Του.
Συνεπώς εγείρεται το καίριον ερώτημα,

Τι να ζητήσω από τον Θεόν;

Ένα μεγάλο ερώτημα για τον κάθε ένα χριστιανό ο οποίος ετοιμάζεται να προσευχηθή. Η κάθε προσευχή μας, είναι και μία μεγάλη ευκαιρία να διατυπώσουμε στον Θεόν τα προσωπικά μας αιτήματα. Γι’ αυτό μας δόθηκε από τον Κύριο. Ζήτησε από τον Χριστό μας ο,τι  θέλεις και Εκείνος θα σου δώση ο,τι είναι απαραίτητο δια την πνευματική σου πρόοδο και δια την σωτηρία σου. «Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν• πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρου­οντι ανοιγήσεται» (Ματθ. Ζ  7-8). Στα λόγια αυτά του Κυρίου και Θεού μας, δεν νομίζω ότι μπορεί να «χωρέση» η παραμικρή αμφισβήτησι και επιφύλαξι. Ο ίδιος ο Κύριος μας καλεί να του ζητάμε και Εκείνος μας εγγυάται ότι θα μας δώση!
Πρόσεξε όμως, διότι – όπως άλλωστε συμβαίνει πάντοτε σε κάθε ανθρώπινη συναλλαγή, – θα πρέπη να ξέρουμε τι ζητάμε και από ποιόν το ζητάμε. Ο Κύριός μας, μας έχει δώσει να καταλάβουμε, πρώτον μεν, πως θα του ζητούμε! Εάν του­το το προσέχεις ιδιαιτέρως, όταν πρόκειται να ζητήσης κάτι από κάποιον άνθρωπον, και παρακαλείς και ταπεινώνεσαι και δακρύζεις και γλυκαίνεις την φωνήν σου προκειμένου να επιτύχης την πραγμάτωσιν του αιτουμένου, πόσον μάλλον, όταν απευθύνεσαι εις τον Ίδιον τον Θεόν! Αφ’ ενός μεν, με τη βεβαιότητα, ότι ζητείς από ᾽Κείνον που μπορεί, αλλά και θέλει να σου δώση, αφ’ ετέρου δε, με τον τρόπον και την στάσιν εκείνην που θα αρμόζη εις το Πανάγιον πρόσωπον του Κυρίου μας!  Πως θέλεις να ακούση ο Θεός εκείνη την προσ­ευχή που, – όπως προσφυέστατα λέγει ο ιερός Χρυσόστομος – δεν την ακούμε ούτε εμείς οι ίδιοι που την κάνουμε; Πως να ανταποκριθή ο Κύριος σε αιτήματα τα οποία, δεν του ζητήσαμε … ποτέ; Πως να σταθή ο Χριστός και να δώση προσοχή σε ᾽κείνα που εσύ και εγώ τα λέμε μεν, αλλά ποτέ δεν τα προσέξαμε; Ναι, φίλε μου αναγνώστη˙ όταν θέλης κάτι και το ζητάς με την καρδιά σου από τον Θεόν, ο Κύριος, είτε θα στο δώση, είτε θα σου δώση να καταλάβης ότι δεν πρέπει να στο δώση!

«γενηθήτω το θέλημά Σου»

Όταν ο Χριστός μας, προσευχήθηκε ολίγον προ του πάθους του˙ τότε που η αγωνία Του έφθασε στο κατακόρυφο και «ο ιδρώς Αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ. ΚΒ  44), είπε, μεταξύ άλλων εις τον επουράνιον Πατέρα Του˙ «Πατερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ  ἐμοῦ• πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γινέσθω» (Λουκ. ΚΒ  42). Δίνοντάς μας υπόδειγμα περί του, πως πρέπει να προσευχώμεθα και να ζητούμε από τον Θεόν, τα ποικίλα και διάφορα αιτήματά μας, προσέθεσε και την φράσιν εκείνην την οποίαν και υπεγραμμίσαμεν εις το ιερόν κείμενον. Αφού, πρώτον, ζητεί ως άνθρωπος, από τον Πατέρα Του, «ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ  ἐμοῦ», εις την συνέχειαν, προτάσσει και προτιμά το θέλημα του Ουρανίου Πατρός Του. «πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γινέσθω»!
Επειδή, δεν γνωρίζουμε αν εκείνο που ζητούμε από τον Θεόν, είναι και το συμφέρον δια την ψυχήν μας• επειδή δεν μας είναι δυνατόν να γνωρίζωμεν τι μας επιφυλάσσει το μέλλον˙ επειδή τούτο που ζητάς και παρακαλείς σήμερον, αύριον ίσως να μη το θέλεις˙ επειδή, τέλος, – και τούτο είναι βέβαιον – ο Κύριος μας αγαπά και μεριμνά για ᾽μας και το μόνο το οποίον μας συνέστησε να του ζητούμε είναι, «Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. ΣΤ  33), δια τούτο, ας αφήνωμεν την μέριμναν του εαυτού μας εις τα γλυκύτατα χέρια Του! «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» (Λειτουργική ευχή).
Ναι, ζήτησέ Του εκείνο που θέλεις, καταλήγοντας όμως πάντοτε με την εμπιστοσύνην μας εις το Άγιον θέλημά Του. «πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γινέσθω». Αμήν.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Παντοκράτορας