ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Share:

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
27 ΜΑΪΟΥ 2018
Απόστολος: Πράξ. β´ 1-11
Ευαγγέλιον: ’Ιωάν. ζ΄  37-52, η΄12
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

“εάν τις διψά, ερχέσθω
προς με και πινέτω” (Ιωάν. Ζ  37)
Το αίσθημα της δίψης

Είναι γνωστό το αίσθημα της δίψης και είναι βέβαιον ότι όλοι μας, άλλοι περισσότερον και άλλοι ολιγώτερον, έχουμε υποστεί και κάποιες συνέπειές της. Είναι ένα από τα λεγόμενα φυσικά και αδιάβλητα πάθη του ανθρώπου, τα οποία δημιουργούν μόνον σωματικές επιπτώσεις και όχι ψυχική ζημία και φθορά. Αν όμως τούτο συμβαίνει με την φυσικήν δίψαν και οι επιπτώσεις είναι ουσιαστικώς ασήμαντοι, η δίψα, περί της οποίας ομιλεί εις το σημερινόν Ιερόν Ευαγγέλιον, ο Κύριος, έχει και δημιουργεί καταλυτικάς επιπτώσεις εις την ανθρωπίνην ψυχήν. Είναι η πνευματική εκείνη “ασφυξία”, την οποίαν αισθάνεται ο ευαίσθητος, ψυχικά, άνθρωπος, μακράν της χάριτος του Θεού. Είναι η ψυχική εκείνη “δυσφορία” που συμβαίνει εις τον κοσμικόν άνθρωπον, ο οποίος “θέλει να αρέσκεται” εις την “χωρίς Χριστόν”, βιολογικήν ζωήν. Είναι, τέλος, ο “αργός”, εκείνος, ψυχικός “θάνατος”, που, ναι μεν, ο άνθρωπος δεν τον συνειδητοποιεί απολύτως, αλλά συν τω χρόνω διαπιστώνει την πνευματικήν αλλοτρίωσιν που έχει ήδη επέλθει.
Αυτήν, αφ’ ενός, την θλιβεράν ψυχικήν κατάστασιν, μας δίδει να καταλάβωμεν ο Κύριος, με την επιγραφείσαν φράσιν Του, αλλά και την καταλυτικήν επίδρασιν που μπορεί να έχη ο Ίδιος εις την πνευματικήν μας αυτήν ξηρότητα. Όπως διευκρίνησεν εις την Σαμαρείτιδα – εις τον αποκαλυπτικόν εκείνον διάλογον που είχεν μετ’ αυτής, παρά το φρέαρ του Ιακώβ, – “πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν• ος δι’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον” (Ιωάν. Δ  13-14). Συνεπώς, υπάρχει εκείνη η δίψα, η οποία ταλαιπωρεί τον σάρκινον και χοϊκόν άνθρωπον και υπάρχει και εκείνη, η ψυχική και πνευματική, η οποία αφυδατώνει την ψυχήν και την οδηγεί αργά και σταθερά, εις τον αιώνιον και ολέθριον ψυχικόν θάνατον.

Ψυχική δίψα και “ύδωρ το ζων”

Την σωματική δίψα, εύκολα ο άνθρωπος την αντιλαμβάνεται, διότι τον ταλαιπωρεί και τον κάνει να υποφέρη. Είναι η ανάγκη εκείνη, υπό το βάρος της οποίας ο άνθρωπος εξασθενεί και χάνει την σωματικήν δύναμιν και αντοχήν του. Όταν δε, δεν υπάρχη ο τρόπος να ικανοποιήση ο διψασμένος τούτη την ακατανίκητον ανάγκην, επέρχεται φρικτός και οδυνηρότατος θάνατος, αφού πρώτον αποδυναμώση και συντρίψη κυριολεκτικώς του­τον. Εις την πνευματικήν όμως και ψυχικήν δίψαν, η κατάστασις είναι τελείως διαφορετική. Ο άνθρωπος που “διψά”, δεν το καταλαβαίνει και δεν ταλαιπωρείται αισθητά, διότι “ζει” μία, καθαρά, υλιστική και κοσμική ζωή. Έχει απαρνηθή την ψυχική και πνευματική του υπόστασι και ενώ μέσα του υπάρχει η αιώνια ψυχή του, αυτός θέλει να κινήται και να ενεργή σαν ένα θνητό σαρκικό ζώον και κτήνος. Την θλιβερή και τραγική αυτή κατάστασι, την “ζωώδη” και ξένη προς την χαριτωμένη αιωνιότητα, που έχει δώσει ο Δημιουργός εις τον άνθρωπον, προέβλεψε το Πανάγιον Πνεύμα, και δια του Προφητάνακτος Δαυΐδ, προεφήτευσεν, “ άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς” (Ψαλμ. ΜΗ  21).
Υπάρχει όμως και εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος έχει καταλάβει και έχει εκτιμήσει την θεία καταγωγή του αλλά και θεία προοπτική του και νιώθει την ανάγκη της εξαρτήσεώς του από τον Θεόν. Χωρίς την χάριν του Θεού και μακράν των Θείων μυστηρίων της Εκκλησίας μας, καταλαβαίνει ότι η ψυχή του κινδυνεύει να αποθάνη και αισθάνεται την πνευματική εκείνη δίψαν, περί της οποίας μας ομιλεί εν προκειμένω, ο Κύριος. Την ανάγκη αυτή της εξαρτήσεώς του από τον Θεόν, που πρέπει να βιώνη ο άνθρωπος του Θεού, μας την περιγράφει ο Κύριος, εκεί εις την νυκτερινήν συζήτησιν που είχε μετά των μαθητών Του, ευθύς μετά τον Μυστικόν Δείπνον και οδεύοντας δια τον κήπον των ελαιών. “Μείνατε εν εμοί, καγώ εν υμίν. Καθώς το κλήμα ου δύναται καρπόν φέρειν αφ’ εαυτού, εάν μη μείνη εν τη αμπέλω, ούτως ουδέ υμείς, εάν μη εν εμοί μείνητε. Εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα. ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν” (Ιωάν. ΙΕ  4-5).
Όπως το κλήμα, λέγει ο Κύριος, εάν αποκοπή από την άμπελον, δεν μπορεί να διατηρηθή εις την ζωήν, καθότι δε τροφοδοτείται από την ρίζαν, τοιουτοτρόπως και εκείνη η ψυχή που αποκόπτεται από τον Χριστόν, ξηραίνεται πνευματικά και πεθαίνει. Αυτός είναι, συνεπώς, ο “διψών”, τον οποίον καλεί σήμερον ο Χριστός να συνδεθή μετ’ Αυτού και να πίνη και να τρέφεται και να ζωογονήται πνευματικά.

Η συνειδητοποίησις της “ξηρότητός” μας

Εκείνος που δεν διψά, δεν έρχεται προς την πηγήν, δια να ποτισθή. Αντιθέτως, εκείνος που αισθάνεται ότι έχει άμεσον ανάγκην ύδατος και του δίδεται η ευκαιρία να ποτισθή, νοιώθει μίαν σωματικήν ανακαίνισιν. Βιώνει μίαν, σχεδόν νεκρανάστασιν και αναζωογόνησιν. Βεβαίως, είναι πολύ απλούς αυτός ο συλλογισμός, αλλά θα πρέπη να τον βιώνωμεν και με απλότητα. Πόσον απλούν και φυσιολογικόν ακούεται, εκείνος που διψά να τρέχη προς την πηγήν…! Πόσον δε περίεργον και παράλογον, επίσης, θεωρείται το εντελώς αντίθετον…! Το, να μη θέλη, δηλαδή, να δροσισθή και να πίη, ο ξηρός και διψασμένος και συνεπώς να επιλέγη τον θάνατον…!
Τούτο, ακριβώς, συμβαίνει, φίλε μου αναγνώστα, με τον καθένα από εμάς, όταν μη θέλοντες να καταλάβωμεν την ανάγκην της συμβιώσεώς μας με τον Χριστόν, επιλέγομεν τον πνευματικόν και αιώνιον θάνατόν μας μακράν της χάριτος του Θεού.

Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Previous Article

«Ο,τι θέλει η αγάπη Σου»

Next Article

Η διεθνής επιστήμη κατά της αναδοχής από ομοφύλους

Διαβάστε ακόμα