Αλήθεια και αγάπη στην εποχή της μεταπατερικότητας

Share:

Πρωτ. Στέφανος Στεφόπουλος

«ίνα μηκέτι ώμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι και περιφερόμενοι παντί ανέμω της διδασκαλίας…» Εφεσ. δ’ 14

    Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, προτρέπει με τα πιό πάνω λόγια τους Εφεσίους να παύσουν να συμπεριφέρονται ως νήπια, κλυδωνιζόμενοι και περιφερόμενοι από διάφορες διδασκαλίες.

Πόσο σοφά τα λόγια αυτά, ειδικά στις μέρες μας.

Μέρες πονηρές, με “διδασκαλίες” που γέμουν αγάπης προς τον πλησίον με λάθος τρόπο και άδειες σχεδόν από τα ρήματα του Κυρίου που μας παραδόθηκαν αναλλοίωτα από τους Αγίους Αποστόλους και Πατέρες της Εκκλησίας.

Διδασκαλίες που πληρούν τους όρους της εκκοσμίκευσης του λόγου του Θεού, της θεολογίας και της λατρευτικής και πνευματικής ζωής και συνεπώς γίνονται θελκτικές από τους σύγχρονους αποπροσανατολισμένους χριστιανούς. Δεν πληρούν όμως, συνήθως, τον ένα και μοναδικό όρο που θέτει ο ίδιος ο Κύριος. Την αλήθεια εν αγάπη. Την αγάπη εν τη αληθεία.

Και γεμίσαμε τον εκκλησιαστικό μας χώρο με “αγαπούληδες”, με ανθρώπους που αγαπούν τον πλησίον περισσότερο απ’ τον Πλάστη και Δημιουργό τους. Περισσότερο κι απ’ Αυτόν που έγινε γιά μας Άρτος ζων.

Και έτσι τελικά φτάνει να Τον διορθώσει. Γιατί ο Κύριος έχει ένα μεγάλο “μειονέκτημα” μπροστά σε κάποιους απ’ τους δούλους Του. Δεν αγαπάει τα πλάσματά Του που ζουν στο σήμερα. Επιμένει να φέρνει μπροστά μας αναχρονιστικούς όρους, παλαιομοδίτικους. Δεν προνόησε για τις μελλοντικές ανάγκες των επερχομένων γενεών.

Δεν μπορούσε ο “καημένος” (συγχώρεσέ μας Κύριε!) να προβλέψει τις επιθυμίες, τις επιλογές, τα δικαιώματα, τις “φυσικές” ροπές, το παγκόσμιο γίγνεσθαι, τις ανάγκες, τις ετήσιες ανοιξιάτικες βόλτες των χρωματιστών και πολύχρωμων “σχολείων”, τις διακρίσεις και φοβίες των ανθρώπων του 21ου αιώνα, τις αγκυλώσεις και αναχρονισμούς κληρικών που αναμοχλεύουν τις “μισαλλόδοξες” – χωρίς αγάπη για τον πλησίον- διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας και όλων των Αγίων.

Πού να ήξερε ο Κύριος ότι μετά από 2.000 χρόνια από την Σταύρωσή Του θα βρίσκονταν κληρικοί Του και θεολόγοι που αντί να μπαίνουν στο “πνεύμα” των Πατέρων και να κάνουν την “αναγωγή”, θα χρησιμοποιούσαν ως “τσιτάτα” τα πατερικά χωρία “προδίδοντας την ημιμάθεια του χρήστη” όπως έγραφε κάποτε στο περιοδικό “Σύναξη” μιά… θεολογούσα ψυχή;

Πως να περίμενε ότι θα βρίσκονταν κορυφαίοι θεολόγοι της ρωσικής διασποράς του 20ου αιώνα να χαρακτηρίζουν τα πατερικά κείμενα ως “αποξηραμμένα βότανα” ενώ απ’ την άλλη να διακηρύσσουν την είσοδό μας στην εποχή των Πατέρων;

Από που να φυλαχτεί ο Κύριος;

Από αρχιερέα που αντί να προβληματιστεί από την διάφορη της δικής του θέσης του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου στο θέμα των πνευματικών κωλυμάτων του γάμου, την απέρριπτε με την απαξιωτική φράση “γνώμη του“;

Πώς να περίμενε ότι θα ερχόταν ένας θανατηφόρος ιός κι αντί να μας καλέσουν κάποιοι σε πνευματική εγρήγορση, πίστη, προσευχή, μετάνοια, θ. Κοινωνία, λιτανείες, ευχέλαια, αυτοί μας δημιουργούσαν ακραία διλήμματα… “ζωής ή θανάτου”;

Πώς να υπολόγιζε ότι θα μας σώζονταν οι άντρες και τα αγόρια απ’ την Εκκλησία και θα “αναγκαζόμασταν” να “χειροτονούμε”, γυναίκες ως διακόνους και κορίτσια ως ιεροπαιδίσκες;

Πού να ‘ξερε ότι θα κάναμε “εισαγωγή” από το εξωτερικό ενός “ωμοφόρου” για να τελεσθεί εδώ στον τόπο του “σκότους”, του πνευματικού “μεσαίωνα”, του θανάτου του “προοδευτισμού” και της “αγάπης” το βάπτισμα ενός παιδιού τη παρουσία “άγονων γονέων” της αλλοδαπής φέρνοντας με το στανιό νέα ήθη στην “οπισθοδρομική” γι’ αυτούς ορθόδοξη χώρα;

Πού να το είχε καταλάβει ότι θα βρίσκονταν αιώνες μετά δια- “φωτισμένοι” ποιμένες που θα Του απέδιδαν αυτά που Εκείνος υπέδειξε ως εμπόδια της σωτηρίας, όπως περίπου έκαναν οι Φαρισαίοι στη σημερινή ευαγγελική περικοπή της Τετάρτης της Μεσοπεντηκοστής, οι οποίοι έλεγαν στον Κύριό μας ότι είχε μέσα Του δαιμόνιο επειδή ονόμαζε Εαυτόν Υιό του Θεού;

Πού να περίμενε ότι η τήρηση των ιερών κανόνων με παρακλητικό τρόπο, διάκριση, οικονομία, με αγάπη στο πλάσμα του Θεού θα συνιστούσε γιά κάποιους ανοησία, σκληρότητα, ακαμψία, έλλειψη αγάπης, μεροληψία, άγνοια, κλπ;

Πού να φανταζόταν ότι την αιτία των ψυχικών παθήσεων που είναι η αμαρτία και η απομάκρυνση του πλάσματος από τον Πλάστη του θα την ακύρωνε η επιστήμη της “ψυχολογίας” και θα την αντικαθιστούσε με νέους, σύγχρονους όρους που επιπλέον δε θα άφηναν καθόλου χώρο σε “σκοταδιστικούς” και μη “προοδευτικούς” όρους όπως Πατήρ, Ψυχή, Αμαρτία, Μετάνοια, Πάθος, Επιτίμιο, Κανόνας, κλπ. ;

Πώς να υπολόγιζε ότι θα υπήρχαν άνθρωποι που θα υπόκειντο στη βάσανο της κριτικής εκκοσμικευμένων ανθρώπων, φαντασιακά συνειδητών χριστιανών για αποφάσεις τους όπως η μη κήδευση αυτόχειρων, υποψηφίων προς καύση, αιρετικών, κλπ;

Πώς να περιμένει ότι θα υπήρχαν κληρικοί παντός βαθμού και κυρίως αρχιερείς που θα εξαιρούσαν πρόσωπα σκανδαλωδώς από τους παραπάνω περιορισμούς λόγω συγγενείας, φιλίας, πολιτικής, συμφέροντος, αβουλίας, δίνοντας λαβή για πικρά σχόλια που βλάπτουν σύνολη την Εκκλησία Του;

Από που κι ως που να υπολόγιζε ότι οι Οίκοι Του θα γίνονταν αυλαίες για ρεπερτόρια, ορχήστρες, λαϊκά όργανα, αοιδούς της λυρικής, ότι οι Ναοί θα μετατρέπονταν σε αίθουσες πολλαπλών χρήσεων, σε χώρους πολιτιστικών δρώμενων;

Πού να ήξερε ότι ο κάθε κληρικός θα περιέγραφε και θα ζούσε μιά δική του Εκκλησία, κομμένη και ραμμένη στα μυωπικά μέτρα του, “Εκκλησία” αγάπης προς τον πλησίον, αγάπης αληθινής, προσαρμοσμένης στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου;

Μήπως μπορούσε να γνωρίζει ότι θα προέκυπταν μέσα στην Εκκλησία μας νέοι “Παλαμάδες” και “Δαμασκηνοί” που θα διόρθωναν τα λάθη, φιλανθρώπως πάντα, προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων σε μιά προσπάθεια αποκατάστασης της “αδικίας” των μισάνθρωπων Αγίων που αφόρισαν και αναθεμάτισαν “αγίους” που “στήριξαν” την Εκκλησία στην αίρεση;

Πού να περίμενε ότι θα τιμωρούνταν καθαροί, αγωνιστές αρχιερείς ελέω πολιτικής ή επιδημιών, ενώ θα αφήνονταν στο απυρόβλητο άλλοι που γυμνή τη κεφαλή συμπροσευχήθηκαν με αρχιαιρεσιάρχες που έδωσαν χειροφιλήματα στον Πάπα και  υπέγραψαν μειωτικά για την Εκκλησία μας κείμενα που σχετικοποιούν την μία και μόνη αλήθεια του Χριστού;

Πώς θα μπορούσε να προγνωρίσει ότι θα τιμωρούνταν θεολόγος διά αφορισμού γιατί επισήμανε δογματικά λάθη αρχιερέων ενώ σχεδόν ταυτόχρονα θα αναδεικνυόταν διαπρεπής μέγας ακαδημαϊκός θεολόγος  που θα ισχυριζόταν σε συμπόσιο μετά αιρετικών ότι οι ενδοτριαδικές σχέσεις είναι θεολογούμενο θέμα;

Πώς να υποψιαστεί ότι 2.000 χρόνια μετά θα βρισκόταν Ορθόδοξοι Αρχιερείς να αποκαλούν “Εκκλησίες” τις αιρέσεις, να συμπροσεύχονται με αγγλικανές “επισκοπίνες”, να δέχονται το “βάπτισμα” των αιρετικών παρά την συνεχή ομολογία πίστεώς των εις “Έν Βάπτισμα”, να αποκαλούν, έστω έμμεσα, τους εν τη ελευθερία τους σκεπτικούς και αρνητές της τεχνολογίας των mRNA εμβολίων ως φασίστες και ναζιστές αν και αναγνώριζαν ότι επρόκειτο περί ενός καθαρά επιστημονικού θέματος, να μετατρέπουν τους Ναούς σε ρεμπετάδικα, λυρικές σκηνές, και αίθουσες πολιτισμού, να σχετικοποιούν την αλήθεια περί της “μίας, αγίας, καθολικής και Αποστολικής  Εκκλησίας” αλλοιώνοντας εσκεμμένα τα λόγια του Κυρίου “ίνα πάντες έν ώσιν” και να το χρησιμοποιούν βλασφήμως και ως μέρος επιτραπέζιου παιχνιδιού…;

Πού να περίμενε ότι δικοί Του άνθρωποι, κληρικοί και λαϊκοί, θα επικαλούνταν την φιλάνθρωπη οικονομία της Εκκλησίας, την εντολή του Κυρίου περί της αγάπης στον πλησίον, την παρεξηγήσιμη ως περίπου βλάσφημη θεώρηση ότι μπορεί ο λόγος του Θεού να προσαρμόζεται στις εκάστοτε εποχές, ανάγκες, πάθη, ιδιαιτερότητες των ανθρώπων ορίζοντας την φθοροποιό εκκοσμίκευση του πληρώματος της Εκκλησίας αλλά και αυτής της ίδιας.

Πού να περίμενε ο ταπεινός Ναζωραίος ότι θα Τον διόρθωναν και έκριναν ιερείς που ευδόκησε το Άγιο Πνεύμα να χειροτονήσει και να ενεργεί διαχρονικά μέσω αυτών προσφέροντας ευκαιρίες και οδούς πνευματικές προς σωτηρίαν;

Ιερείς που μέμφονται οτιδήποτε έχει σχέση με την Ρωμανία, την Ανατολή, που προσπαθούν να απενοχοποιήσουν θανάσιμα σαρκικά πάθη ως περίπου αρετές και ανθρώπινα δικαιώματα, που εισδύουν χωρίς δισταγμό στις ψυχές των ανθρώπων με ένα μίγμα πορισμάτων, μεθόδων, θεωριών ανθρωπολογικών επιστημών και θεολογίας και μάλιστα θεωρούν πως όλοι οι άνθρωποι και βεβαίως όλοι οι κληρικοί ως υποκείμενοι δήθεν στα ψυχολογικά φαινόμενα, θα έπρεπε να αξιολογούνται προ και μετά της χειροτονίας των προς θεραπείαν των δικών τους παθών κατά το “ιατρέ θεράπευσον σεαυτόν πρώτον” απομυθοποιώντας παράλληλα την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος ως θεραπεία των ασθενών και συμπλήρωσις των ελλειπόντων!

Πώς να υπολόγιζε, τέλος, ότι θα εμφανίζονταν στο προσκήνιο θεολόγοι που θα προωθούσαν βλάσφημες, αιρετικές θεωρίες ξεχειλώνοντας πλήρως ό, τι εξύφανε τόσους αιώνες η Εκκλησία και η Αγία της Παράδοση;

Θεωρίες όπως αυτή των κλάδων ή των 2 πνευμόνων, η μεταπατερικότητα, η ψευδοένωση της μόνης αληθινής Εκκλησίας μας με αυτήν του αιρεσιάρχη Πάπα ο οποίος όχι μόνο δεν μετανοεί, αλλά και πιστεύει ότι μπορεί να διορθώσει ακόμα και το Ευαγγέλιο.

Tης Ουνίας που πλήττει την Ορθόδοξη Ελλάδα και όλες τις άλλες ορθόδοξες χώρες, οι θεωρίες που υιοθετεί και διακηρύσσει το Παγκόσμιο Συμβούλιο “Εκκλησιών”, ο επάρατος οικουμενισμός που στραγγαλίζει την αλήθεια του Χριστού μας, ο θρησκευτικός συγκρητισμός, οι αδιέξοδοι διαχριστιανικοί και διαθρησκευτικοί “διάλογοι” όπου οι απροετοίμαστοι θεολόγοι μας προβαίνουν σε απαράδεκτες υποχωρήσεις και δηλώσεις που δεν τιμούν την Εκκλησία μας κλπ.;

   Να θυμίσω στο σημείο αυτό το κείμενο που υπέγραψαν ορθόδοξοι θεολόγοι το 2003 στη Θεσσαλονίκη στα πλαίσια προετοιμασίας συνεδρίου του ΠΣΕ με θέμα την “γυναικεία ιερωσύνη“.

Στα πορίσματα του κειμένου που υπεγράφη αναφερόταν πως “διαπιστώθηκε η αδύναμη επιχειρηματολογία των ορθοδόξων κατά της “γυναικείας ιερωσύνης“!!!  Τα σχόλια και οι συσχετισμοί με τα πρόσφατα γεγονότα, δικοί σας. Μόνο λάβετε υπόψη σας την εξαίρετη και πολύ καλά τεκμηριωμένη εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος κ.κ. Χρυσοστόμου σχετικά με το παραπάνω θέμα.

Μετά από όλα τα παραπάνω μπορεί, νομίζω, ο καθένας να καταλάβει που μας έχει οδηγήσει αυτή η παρεξηγημένη “αγαπολογία” και εκκοσμικευμένη αγάπη που έφτασε στο σημείο να διορθώνει αυτόν τον ίδιο τον Κύριο. Επίσης, φαίνεται πόσο κακή επιρροή μπορεί να έχει αυτή η διάθεση στους τρόπους με τους οποίους προσφέρεται αυτή η άκριτη και αδιάκριτη και απροϋπόθετη προσφορά “αγάπης” και “οικονομίας“, την οποία οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πρόσκαιρα και όχι γιά δογματικούς λόγους ή λόγους δογματικής ακολουθίας όπως είναι η καύση των νεκρών, η κήδευση αυτοχείρων, τα βιοηθικά διλήμματα, κλπ.

Επιπλέον, έχει υποτιμηθεί η αιτία, ο σκοπός που η Εκκλησία μας επιβάλλει επιτίμια στους αμαρτάνοντες και αυτός δεν είναι η καταδίκη, η τιμωρία, η κρίση αλλά η σωτηρία της ψυχής.

Επαναλαμβάνω εδώ τα πολύ εύστοχα λόγια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χόνγκ Κονγκ κ.κ. Νεκταρίου, σύμφωνα με τα οποία, : “Ας μην ξεχνάμε τέλος πως η Εκκλησία έχει μεν ανοικτές θύρες αλλά έχει και κανόνες και μία παράδοση δύο χιλιάδων χρόνων. Δεν είναι ξέφραγο αμπέλι. Αν η Εκκλησία αρνείται να κηδέψει με τρόπο εκκλησιαστικό κάποιον το κάνει διότι θέλει να μείνει πιστή σε όσα διδάσκει. Αυτή η απόφαση φυσικά δεν έχει να κάνει με την τελική κρίση μιάς ψυχής, η οποία (τελική κρίση) βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια του Χριστού. Η άρνηση από την Εκκλησία της κηδείας δεν σημαίνει ότι στέλνει κάποιον στην κόλαση. Αντίθετα, τον αναθέτει στο έλεος του φιλάνθρωπου Θεού”.

   Πριν κλείσω το κείμενο αυτό έχω την πεποίθηση πως θα βοηθούσαν κάποιες γραμμές γιά το θέμα “εφαρμογή ιερών κανόνων, αγάπη και οικονομία“.

Όταν ο μακαριστός πρώην Μητροπολίτης Πατρών κυρός Νικόδημος υπέγραψε εισήγηση προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ως πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής επί των Δογματικών και Νομοκανονικών ζητημάτων, κατέληξε ως εξής : “Δεν θα πρέπει η αγάπη προς τους Αντιχαλκηδονίους αδελφούς ημών να παρασύρη τους Ορθοδόξους εις αποφάσεις και ενεργείας δημιουργούσας συγχύσεις ως προς την πίστιν και την λατρευτικήν ζωήν“.

Σε άλλη περίπτωση παρεξηγημένης ή μάλλον απαράδεκτης “αγάπης” ο π. Κων/νος Μπέης της Ι. Μ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης έκανε λόγο γιά μιά “οικουμενική” λειτουργία στη Σύρο όπου…

όταν ήρθε η ώρα της Θ. Κοινωνίας… Κοινωνήσαμε, Καθολικοί, Ορθόδοξοι και Διαμαρτυρόμενοι. Από το κοινό δισκοπότηρο της κοινής πίστης. Δίχως σύνορα και δίχως μισαλλοδοξία και προκαταλήψεις“!!!

Ο άγιος Θεοφύλακτος (PG 124, c. 1088A) διδάσκει πως : “Τότε γαρ η αληθής ενότης της πίστεως, τότε επιγινώσκομεν τον Υιόν του Θεού, όταν και εν τοις δόγμασιν ορθοδοξώμεν και της αγάπης σύνδεσμον συντηρώμεν. Αγάπη γαρ ο Χριστός“.

  Τέλος, ο μακαριστός καθηγητής Κ. Μουρατίδης έγραφε σχετικά με τον “Διάλογο της Αγάπης” : “είναι Διαίρεσις της Αγάπης από της Αληθείας και συνένωσις της Αγάπης μετά της Αιρέσεως και του ψεύδους… Ο διάλογος της Αγάπης εχαλκεύθη διά την Ανατολήν… Κορυφαίοι ‘Ορθόδοξοι’ εκήρυτταν αδίστακτα γυμνή τη κεφαλή ότι οι θείοι και ιεροί κανόνες είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα ανοησιών και μίσους, τα δε δόγματα πρέπει η Ορθοδοξία να τα κλείση εις το θησαυροφυλάκιόν της… Και αφού έκλεισαν εις το θησαυροφυλάκιον της νοσηράς φαντασίας των τα δόγματα και τους κανόνας της Εκκλησίας, επεδόθησαν ανενόχλητοι εις την κυκλοφορίαν παραπλανητικών συνθημάτων ως λ.χ. ότι η Θεολογία, δηλαδή η Αλήθεια διαιρεί, ενώ η Αγάπη ενώνει… “!!!

  Είναι γνωστό πως οι Πατέρες της Εκκλησίας υποστηρίζουν πως η οικονομία της Εκκλησίας δεν μπορεί να αφορά τα δόγματά της. Πρέπει να είναι πρόσκαιρη και επιτακτική η ανάγκη εφαρμογής της.

  Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίζονται σοβαρά δογματικά θέματα όπως η καύση των νεκρών ως μη δογματικά προκειμένου να επικαλεστούμε την οικονομία της Εκκλησίας και να επιδείξουμε το βαθμό εκκοσμικεύσεώς μας και την παρεξηγημένη αγάπη μας για τον πλησίον.

Και λέω παρεξηγημένη την αγάπη αυτή γιατί και η εφαρμογή της οικονομίας πρέπει να έχει ως υπόβαθρό της θεωρητικό και πρακτικό την αγάπη και επιείκεια στην αδυναμία του πλησίον αλλά και η επιβολή της ακρίβειας δεν μπορεί να απέχει από την αγάπη. Και μάλιστα την εν αληθεία αγάπη.

Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλές φορές η Εκκλησία τιμώρησε με αυστηρότητα αιρετικούς και πλανεμένους, προκειμένου να προστατεύσει το ποίμνιό της αλλά και στους πλανεμένους να δώσει από αγάπη μιά ευκαιρία να αναγνωρίσουν τα λάθη και τις πλάνες τους και επιστρέψουν εν μετανοία στην αγία ποίμνη του Χριστού.

Οπότε, μη νηπιάζοντες, κατά τον Απόστολο Παύλο ας μην παρασυρόμαστε από διάφορες θεωρίες ανθρώπων που δεν θέλησαν να υποτάξουν το ίδιον θέλημα στο άγιο θέλημα του Χριστού.

Αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας Παραδόσεις“.

entaksis.gr

Previous Article

«ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ, ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ, ΕΝ ΣΟΦΙᾼ ΠΡΟΣΧΩΜΕΝ!»

Next Article

Καθιέρωση της «Γυναικείας Ιεροσύνης» και στην Ορθόδοξη Εκκλησία;