Αἱ ἔριδες καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας

Share:

Γράφει ὁ π. Γεράσιμος Βουρνάς, Πρεσβύτερος

  Εἶναι φοβερό πρᾶγμα οἱ ἔριδες, ὅπου κι ἄν αὐτές προκύψουν. Τό χειρότερο ὅμως εἶναι ὅταν ξεσποῦν μεταξύ Χριστιανῶν. Ὁ Ρωμαῖος Ἱστορικός Ἀμμιανός Μαρκελλῖνος ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὅτι «κανένα ἀπό τά ἄγρια θηρία δέν εἶναι τόσο ἐχθρικό ἀπέναντι στόν ἄνθρωπο ὅσο οἱ χριστιανικές αἱρέσεις ἐν γένει ἡ μιά ἀπέναντι στήν ἄλλη».[1] Ἤδη, ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες διαμάχες μεταξύ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναγκάζεται νά στείλει ἐπιστολή στούς Κορινθίους καί νά τούς παρακαλέσει στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ νά ἔλθουν σέ ἑνότητα καί νά πάψουν τά σχίσματα (Α΄ Κορ. 1, 10). Ἀλλά καί μετά ἀπό κάποια χρόνια, ὁ ἅγιος Κλήμης ἀποστέλλει ἐπιστολή στούς Κορινθίους, ὡς φαίνεται κατόπιν δικῆς τους αἰτήσεως, διότι καί πάλι ἔχουν ξεσπάσει ἔριδες μεταξύ τους. Δέν γνωρίζουμε τόν ἀκριβῆ λόγο τῆς διαστάσεως, ὡστόσο εἶχε ἐπεκταθεῖ τόσο πολύ, ὥστε ἔφτασε νά γίνεται λόγος γι’ αὐτήν μέχρι καί στήν Ρώμη. Ἀκόμη χειρότερα, μέ τήν «ἀφροσύνη» πού ἐπέδειξαν, ἔγιναν αἰτία νά βλασφημεῖται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.

  Καί ἐπειδή οἱ ἔριδες καί οἱ διαμάχες δέν ἔπαυσαν καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Ἱστορίας καί ἐξακολουθοῦν σέ ὅλα τά ἐπίπεδα μέχρι σήμερα, εἶναι ἴσως χρήσιμο νά ἀντλήσουμε ὁρισμένα στοιχεῖα ἀπό τήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Κλήμεντος.

  Ποῦ ὀφείλονται οἱ ἔριδες; Ἀπό τήν ἐν λόγῳ ἐπιστολή, ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι ξεσποῦν ὅταν οἱ ἄνθρωποι δέν ἀρκοῦνται στά ὅσα ὁ Θεός τούς δίδει, παρά ἐπιθυμοῦν συνεχῶς τά ἀλλότρια χωρίς νά διστάζουν νά τά ἀφαιρέσουν ἀπό τόν συνάνθρωπό τους μέ κάθε δυνατό – δόλιο – τρόπο. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἡ ζήλεια καί οἱ ἔριδες «πόλεις μεγάλας κατέστρεψεν, καί ἔθνη μεγάλα ἐξερρίζωσεν».[2]  Ὁ ἅγιος Κλήμης συμβουλεύει τούς Κορινθίους νά μή ἀκολουθοῦν ἀνθρώπους πού οἱ ἐπιδιώξεις τους τούς ὁδηγοῦν «εἰς ἔριν καί στάσεις»(PG 1, 236B-237A), ἀλλά νά προσκολληθοῦν «τοῖς μετ’ εὐσεβείας εἰρηνεύουσιν, καί μή τοῖς μεθ’ ὑποκρίσεως βουλομένοις εἰρήνην» (PG 1, 237ΑΒ). Τούς ζητεῖ δηλαδή νά ἀποφεύγουν πάντοτε τούς ἐριδοποιούς. Ἐκτός αὐτοῦ, τούς ἐφιστᾶ τήν προσοχή στήν ὑποκριτική μέθοδο, πού ἀκολουθοῦν αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ χαρακτῆρες, νά παρουσιάζονται μέ τά λόγια τους ὡς εἰρηνοποιοί, ὥστε νά κερδίζουν τίς ἐντυπώσεις τοῦ πλήθους. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος, ἡ ἀναγνώριση καί ἀποφυγή τέτοιων ἀνθρώπων εἶναι δύσκολη μέν, ἀπαραίτητη δέ.

  Ὁ Ἅγιος δίδει ἰδιαίτερη ἔμφαση στό ποῦ πρέπει οἱ Κορίνθιοι νά προσκολληθοῦν. Ἐπαναλαμβάνει γιά δεύτερη φορά τήν προτροπή του νά μείνουν προσκολλημένοι σέ ἐκείνους πού ἔχουν λάβει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ (PG 1, 269b) δηλαδή στούς Ἁγίους, ἀπό τούς ὁποίους θά λάβουν τόν ἁγιασμό καί γιά τούς ἑαυτούς τους (PG 1, 304a). Πρέπει νά πάψουν νά εἶναι φιλόνεικοι καί ζηλόφθονες ἤ νά κυνηγοῦν πράγματα πού δέν ἔχουν καμία σχέση μέ τήν Σωτηρία (PG 1, 300a).

  Οἱ Κορίνθιοι, ὅπως προκύπτει ἀπό τά γραφόμενα τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐξεδίωξαν ἄδικα κάποιους Ἱερεῖς τους πού ἦταν καθ’ ὅλα ἄμεμπτοι. Αὐτό ἔγινε ἀπό ζήλεια καί εἶναι ἁμαρτία «οὐ μικρά», διότι θέλησαν νά τούς διώξουν, γιά νά οἰκειοποιηθοῦν ὅσα ἔχουν (PG 1, 296c-300A), ἐνῷ αὐτό πού τούς χρειάζεται εἶναι νά προσκολληθοῦν σέ αὐτούς καί νά λάβουν ἁγιασμό ἀπό τήν ἁγιότητά τους.

  Τέλος, μέσα σέ λίγες φράσεις, ὁ Ἅγιος δείχνει ποιά εἶναι ἡ λύση σέ ἀνάλογες περιπτώσεις: «Τίς οὖν ἐν ὑμῖν γενναῖος; Τίς εὔσπλαγχνος; Τίς πεπληροφορημένος ἀγάπης; εἰπάτω˙ Εἰ δι’ ἐμέ στάσις, καί ἔρις, καί σχίσματα, ἐκχωρῶ, ἄπειμι, οὗ ἐάν βούλησθε, καί ποιῶ τά προσ­τασσόμενα ὑπό τοῦ πλήθους˙ μόνον τό ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ εἰρηνευέτω, μετά τῶν καθεσταμένων πρεσβυτέρων. Τοῦτο ὁ ποιήσας ἑαυτῷ μέγα κλέος ἐν Κυρίῳ περιποιήσεται, καί πᾶς τόπος δέξεται αὐτόν. Τοῦ γάρ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς. Ταῦτα, οἱ πολιτευόμενοι τήν ἀμεταμέλητον πολιτείαν τοῦ Θεοῦ ἐποίησαν, καί ποιήσουσιν».

  Δηλαδή, αὐτό πού τούς συμβουλεύει εἶναι ὅτι, ἐκεῖνος πού πραγματικά ἐνδιαφέρεται γιά τήν εἰρήνη, ἐφόσον οἱ ἄλλοι τόν θεωροῦν αἴτιο διχόνοιας, καλόν εἶναι νά φεύγει χάριν τῆς εἰρήνης. Τότε θά λάβει ἀπό τόν Θεό μεγάλη χάρη καί, σέ ὅποιον τόπο κι ἄν βρεθεῖ τελικά, οἱ ἄνθρωποι θά τόν δεχθοῦν μέ μεγάλη χαρά. Μέ τόν τρόπο αὐτό φέρεται ὁ Θεός μας, ὥστε νά πάρουμε κι ἐμεῖς παράδειγμα στίς καταστάσεις τῆς ζωῆς μας. Ὁ Θεός μας ὅπου δέν Τόν θέλουν ἀποχωρεῖ, διότι εἶναι εὐγενής. Αὐτό εἴδαμε καί στόν Θεάνθρωπο Χριστό μας, ὅπου πολλές φορές ἀποχωροῦσε ἀπό τά μέρη πού ἦταν ἀνεπιθύμητος (βλ. τό παράδειγμα τῶν Γαδαρηνῶν). Παράλληλα, τό ἴδιο παράδειγμα ζήτησε νά ἀκολουθήσουν καί οἱ Ἀπόστολοί Του (βλ. Μτθ. 10, 14: «καί ὅς ἐάν μή δέξηται ὑμᾶς μηδέ ἀκούσῃ τούς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἤ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τόν κονιορτόν τῶν ποδῶν ὑμῶν»).

  Μέ τήν πράξη τῆς ἀποχώρησης ἑνός ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ ἀπό τό σημεῖο τῆς ἔριδος, δέν ζημιώνεται φυσικά ὁ ἴδιος. Αὐτοί πού “χάνουν” εἶναι ὅσοι μένουν πίσω καί, παρ’ ὅλο πού δέν βλέπουν πιά τό ἀντικείμενο τοῦ μίσους τους, δέν μποροῦν νά ἠρεμήσουν. Ἐξακολουθοῦν νά τόν καταδιώκουν – ἤ, γιά τήν ἀκρίβεια, τήν σκιά αὐτοῦ – ὡσάν νά τρέφονται καί νά ζωογονοῦνται ἀπό τήν διατήρηση καί ἐπέκταση τοῦ μίσους καί τῶν συγκρούσεων.

  Δέν ὑπάρχει χειρότερο πρᾶγμα ἀπό τόν φθόνο. Πῶς θά ἀπαλλαγοῦμε; Μέ τό νά ἀσχολούμαστε μόνο μέ τά πράγματα πού ὁ Θεός ἔχει ἐπιφυλάξει γιά ἐμᾶς. Ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Πνευματικός μας Πατέρας καί Διδάσκαλος π. Βασίλειος Βολουδάκης, κάθε ἄνθρωπος εἶναι μοναδικός καί ἀνεπανάληπτος. Δέν χρειάζεται νά φθονοῦμε τούς ἄλλους καί τά τῶν ἄλλων, διότι ὁ Θεός μᾶς ἔχει ἐφοδιάσει τόν καθένα μέ ὅλα ἐκεῖνα πού χρειαζόμαστε, γιά νά μεγαλουργήσουμε, ἕκαστος στόν τομέα του. Αὐτό διδάσκει καί ὁ ἅγιος Κλήμης Ἐπίσκοπος Ρώμης, σέ συμφωνία μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας: ὅλοι μέσα στήν Ἐκκλησία συναποτελοῦν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μικροί ἤ μεγάλοι εἶναι ὅλοι ἀπαραίτητοι, διότι, ὅπως τό ἀνθρώπινο σῶμα δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει σωστά χωρίς κάποιο μέλος του, ἔστω καί ἄν πρόκειται γιά τό πιό μικρό, ἔτσι λειτουργεῖ καί ἡ Ἐκκλησία (PG 1, 284a).

  Ἄς πάψουμε νά ζητοῦμε νά ἁρπάξουμε ἀπό τούς ἄλλους, αὐτό εἶναι μεγάλη βλασφημία πρός τόν Θεό καί δεῖγμα κατ’ οὐσίαν ἀθεΐας, ἀφοῦ, ἐμμέσως πλήν σαφῶς, ἀμφισβητοῦμε μέ τήν συμπεριφορά μας τήν πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἡ δέ Χάρη Του ἐπαρκεῖ, ἄν τό θελήσουμε, νά πληρώσει πᾶσα τήν ὕπαρξή μας σέ μιά καί μόνο στιγμή καί γιά πάντα!

   Γένοιτο.

Σημειώσεις:

[1] John Julius Norwich, A short History of Byzantium, Penguin Books, Great Britain, 2013, σελ. 25. [2] Ἁγ. Κλήμεντος Ρώμης, Ἐπιστολή πρός Κορινθίους Α΄, PG 1, 221A-224A.

Previous Article

Ο Άγιος Νικόλαος πρότυπο αληθινού ιεράρχου και ομολογητού της πίστεως.

Next Article

Συγκυπτούσης