Δήλωση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τη διεθνή κοινότητα

Share:

Η UOC ανταποκρίθηκε στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις δικαιωμάτων πιστών και διευκρίνισε τη θέση της Εκκλησίας σε διάφορα θέματα που συζητούνται σε διεθνές νομικό επίπεδο.

Η Αντιπροσωπεία της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε ευρωπαϊκούς διεθνείς οργανισμούς έκανε επίσημη δήλωση σχετικά με τη θέση της UOC στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των προτύπων του ΟΑΣΕ. Το κείμενο της δήλωσης δημοσιεύθηκε από το Τμήμα Πληροφοριών και Διαφωτισμού της UOC τη Δευτέρα 31 Μαΐου 2021.

Σε δήλωση συνοδευόμενη από νομικά έγγραφα και μαρτυρίες πιστών, η Αντιπροσωπεία της UOC εφιστά την προσοχή της διεθνούς κοινότητας στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των πιστών στην Ουκρανία και εξηγεί ορισμένες από τις θέσεις της Εκκλησίας σε θέματα που συζητούνται σε διεθνές νομικό και εθνικό επίπεδο.

Η ΕΟΔ παραθέτει το πλήρες κείμενο της δήλωσης.

ΔΗΛΩΣΗ

Αντιπροσωπεία της UOC σε ευρωπαϊκούς διεθνείς οργανισμούς

σχετικά με ορισμένα ζητήματα της κατάστασης της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των προτύπων του ΟΑΣΕ

Αντιπροσωπεία της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε ευρωπαϊκούς διεθνείς οργανισμούς, ανταποκρινόμενη στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία, συγκεκριμένα: συνεχείς βίαιες καταλήψεις ναών, διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων κατά των πιστών της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (εφεξής – UOC), εμπόδια στην καταχώριση καταστατικών και περιορισμός των συνταγματικών δικαιωμάτων των θρησκευτικών οργανώσεων της UOC με το νόμο για την αναγκαστική μετονομασία, διάδοση ρητορικής μίσους εναντίον του κλήρου και του λαού της UOC στα μέσα ενημέρωσης, – εφιστά την προσοχή του διεθνή κοινότητα και θεωρεί απαραίτητο να αποσαφηνιστούν ορισμένες από τις θέσεις της UOC σε θέματα που συζητούνται σε διεθνές νομικό και εθνικό επίπεδο:

  1. Η Ιερά Σύνοδος της UOC και το Συμβούλιο των Επισκόπων της UOC έχουν επανειλημμένα εκφράσει ανησυχία για τα γεγονότα των παραβιάσεων των δικαιωμάτων των πιστών στην UOC, καθώς και για πολιτικές που εισάγουν διακρίσεις από κρατικούς φορείς σε διάφορα επίπεδα. Ταυτόχρονα, αρκετοί εκπρόσωποι κρατικών δομών διαφορετικών επιπέδων, θρησκευτικοί ηγέτες, καθώς και τα μέσα ενημέρωσης συνεχίζουν να διαδίδουν τη θέση ότι οι ενορίες της UOC αλλάζουν εθελοντικά την κανονική τους δικαιοδοσία. Αξιολογώντας αυτές τις ψευδείς δηλώσεις, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από το 2015, περίπου 500 ναοί της ομολογίας μας έχουν καταληφθεί ή παράνομα μεταγραφή. Πολλές από αυτές τις καταλήψεις, για παράδειγμα στο Zadubrovka, Katerinovka, Ptichya, συνοδεύτηκαν από τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων, από τα οποία τραυματίστηκαν πολλοί πιστοί της UOC. Ταυτόχρονα, ο αριθμός των δημόσιων μαρτυριών, εκκλήσεις των πιστών για τα γεγονότα αυτά είναι τόσο υψηλός που το γεγονός της μαζικής φύσης των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνοδεύουν τις καταλήψεις των ενοριών μας δεν απαιτεί ειδική έρευνα. Όσον αφορά τον προσδιορισμό ποία από τις πλευρές της συγκεκριμένης σύγκρουσης έχει δίκαιο,  το σχέδιο επιδρομών ναών εφαρμόζεται τόσο μέσω άμεσων καταλήψεων των ναών χωρίς καμία κάλυψη με έγγραφα, όσο και μέσω της παράνομης μεταγραφής των ενοριών στην «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας (εφ εξής – OCU) βάσει εντολών από περιφερειακές κρατικές διοικήσεις. Στη δεύτερη περίπτωση, οι ενέργειες μεταγραφής πραγματοποιούνται βάσει απόφασης προσώπων που δεν ανήκουν στα διοικητικά όργανα ενορίας που μεταγράφεται, αλλά είναι είτε μέλη της δημοτικής κοινότητας, είτε γενικά περαστικοί. Η πλαστογράφηση εγγράφων που πραγματοποιείται με αυτό το σχέδιο προβλέπει την υποβολή σε κρατικό όργανο των πρακτικών συνελεύσεως των μελών της ενοριακής συνέλευσης για μεταφορά της ενορίας σε άλλη ονομασία, υπογεγραμμένη από πρόσωπα που δεν έχουν στην πραγματικότητα νόμιμο δικαίωμα υπογραφής, αναφέρεται στη δήλωση. – Δυστυχώς, αυτά τα ψεύτικα πρακτικά γίνονται δεκτά από την περιφερειακή κρατική διοίκηση για εφαρμογή (μεταγραφή) χωρίς αντικειμενική έρευνα και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της πραγματικής ενορίας της UOC, κάτι που οδηγεί έπειτα σε αντιπαράθεση γύρω από το ναό. Σε αυτήν την κατάσταση, οι πιστοί της UOC, έχοντας ουσιαστικά χάσει τον έλεγχο της νομικής οντότητας, αναγκάζονται να αποδείξουν στο δικαστήριο την ονομαστική σύνθεση των μελών της συνέλευσης τους, διαχωρίζοντάς την από την πλαστή σύνθεση. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι η συμβουλευτική και διοικητική η προώθηση αυτού του σχεδίου βασίζεται στην πεποίθηση των κατοίκων του οικισμού ότι είναι αυτοί, και όχι μέλη της συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας της UOC, που έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν ομολογιακή υπαγωγή. Η ιδέα ότι το δικαίωμα αλλαγής ομολογιακής υπαγωγής ανήκει στη δημοτική κοινότητα προωθήθηκε από τους βουλευτές και τους κρατικούς αξιωματούχους του υψηλότερου επιπέδου, δημιουργώντας στην κοινωνία και μεταξύ των εθνικιστικών οργανώσεων έδαφος για καταλήψεις των ναών της UOC από επιδρομείς. Εν όψει αυτού, η διαδεδομένη διατριβή υπάρξεως “εθελοντικών μεταβάσεων” των ενοριών UOC σε μια άλλη ομολογία δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα και αποτελεί συνέχεια της στρατηγικής των επιληπτικών καταλήψεων των ενοριών και των ναών UOC.
  2. Το διεθνές δίκαιο καταδικάζει κάθε μορφή εκδήλωσης μισαλλοδοξίας, διακρίσεων, υποκίνησης εχθρότητας έναντι μιας ομάδας ενωμένης σε φυλετικούς, εθνικούς ή θρησκευτικούς λόγους. Τα αδικήματα κατά αυτής της ομάδας περιλαμβάνουν εκφράσεις που χαρακτηρίζουν αρνητικά ή κατηγορούν ολόκληρη την ομάδα πιστών ως ένα σύνολο, ή ολόκληρη την ονομασία, ανεξάρτητα από συγκεκριμένα άτομα, και χωρίς νομική απόδειξη της παράνομης συμπεριφοράς των εκπροσώπων της ομάδας-θύματος. Οι πολιτικές κατηγορίες της UOC σε αντιουκρανικές δραστηριότητες, που περιέχονται στις δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων, εκκλήσεις βουλευτών διαφορετικών επιπέδων, που εγκρίθηκαν με αποφάσεις τοπικών οργάνων αυτοδιοίκησης, αποτελούν ζωντανό παράδειγμα της ρητορικής του μίσους και της υποκίνησης μισαλλοδοξία απέναντι σε ολόκληρη την ομολογία της UOC στο σύνολό της σε κρατικό επίπεδο. Έτσι, το κεντρικό όργανο της κρατικής εξουσίας της Ουκρανίας στον τομέα της θρησκείας σε μία από τις δηλώσεις του κατηγόρησε την ιεραρχία, τους μεμονωμένους κληρικούς και ολόκληρη την ομολογία της UOC για υποστήριξη του αυτονομισμού και αντιουκρανικές δραστηριότητες, απαιτώντας από την ονομασία πολλών εκατομμυρίων σχηματισμό δημόσιων θέσεων σχετικά με τη γεωπολιτική σύγκρουση, Κριμαία, Ντονμπάς, που δεν έχουν καμία σχέση με τη σφαίρα της θρησκείας, δεν σχετίζονται με τα ιδρυτικά καθήκοντα της δραστηριότητας της UOC και βρίσκονται στο πεδίο της πολιτικής και των ατομικών πεποιθήσεων κάθε ατόμου, και όχι ολόκληρης της ομολογίας στο σύνολό της. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι παραπάνω κατηγορίες που περιλαμβάνονται στις αποφάσεις, δηλώσεις και δημοσιεύσεις υψηλού επιπέδου κυβερνητικών αξιωματούχων, βουλευτών, κυβερνητικών οργανισμών, στην πραγματικότητα δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τις αποφάσεις των υπηρεσιών επιβολής του νόμου, επομένως, είναι αναξιόπιστες εικασίες και απλά εκτιμήσεις των μεμονωμένων ατόμων, τα οποία, ωστόσο, διαθέτουν εξουσία και, γι’ αυτό το λόγο, επηρεάζουν αρνητικά τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης σε σχέση με το πολλών εκατομμυρίων ποίμνιο της UOC. Σύμφωνα με τέτοια πρότυπα προετοιμάζεται η γνώμη των κατοίκων των δημοτικών κοινοτήτων, των ριζοσπαστικών οργανώσεων, οι οποίοι αντλούν πληροφορίες από δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων, βουλευτών και μέσων ενημέρωσης σχετικά με τη δυνατότητα, ακόμη και την ενθάρρυνση της διάπραξης αδικημάτων εναντίον πιστών της UOC. Με βάση τα αναφερόμενα γεγονότα, θα πρέπει να σημειωθεί με λύπη ότι στην Ουκρανία υπάρχει μια σταθερή τάση στοχοποίησης των πιστών της UOC ως φερόμενων υποστηρικτών μιας συγκεκριμένης γεωπολιτικής θέσης, της ιδεολογίας του “ρωσικού κόσμου” και των υποστηρικτών της πολιτικής της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αυτή η τάση όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά και έρχεται σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο, το οποίο απαγορεύει άμεσα τέτοιες πολιτικές που τροφοδοτούν εχθρότητα και είναι κοινωνικά επικίνδυνες, καθώς οι μη θρησκευτικές ιδεολογίες ανήκουν στη σφαίρα των προσωπικών πεποιθήσεων ενός συγκεκριμένου ατόμου και δεν έχουν καμία σχέση με θρησκευτική πρακτική, ενώ η UOC είναι οργάνωση, που πραγματοποιεί αποκλειστικά πνευματική φροντίδα ποιμνίου της για τη σωτηρία και ένωση όλων των πιστών με τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η διεθνής κοινότητα καταδικάζει όχι μόνο την υποκίνηση θρησκευτικού μίσους, αλλά και τυχόν δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων που στοχεύουν στην αρνητική αξιολόγηση των δραστηριοτήτων μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής ονομασίας. Φαίνεται ότι τέτοιες δηλώσεις είναι δυνατές μόνο σε σχέση με συγκεκριμένα άτομα, εάν υπάρχουν αποδείξεις ότι έχουν διαπράξει αδικήματα, ή εάν μια θρησκευτική ονομασία στο επίπεδο των αποφάσεων και των εγγράφων του προγράμματος πραγματοποιεί παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, τέτοια γεγονότα δεν υπάρχουν σε σχέση με την UOC. Υπό το πρίσμα αυτό, υπενθυμίζουμε και πάλι τις διεθνείς υποχρεώσεις και ευθύνες του κράτους της Ουκρανίας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επικράτειά της, που η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την κρατική κυριαρχία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για την Ελευθερία θρησκείας και πεποιθήσεων, «οι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες καλούνται να καταδικάσουν σθεναρά και έγκαιρα την μισαλλοδοξία, τα στερεότυπα που εισάγουν διακρίσεις και τη ρητορική μίσους. Θα πρέπει επίσης να απέχουν από τη χρήση ιδεών που προάγουν τη μισαλλοδοξία ή τις εκφράσεις που μπορεί να υποκινήσουν τη θρησκευτική βία και να οδηγήσουν σε εκδηλώσεις συλλογικού θρησκευτικού μίσους (παράγραφος 62, έκθεση Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για την ελευθερία της θρησκείας και πεποιθήσεων, A/HRC/25/58). Σύμφωνα με την παράγραφο 2 των γενικών σχολίων του Συμβούλιου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (37 σύνοδος του HRC του ΟΗΕ, 1989) «σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 20, τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ υποχρεούνται να απαγορεύουν από το νόμο οποιαδήποτε ομιλία υπέρ εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους που αποτελεί υποκίνηση διακρίσεων». Υπό το πρίσμα αυτό, η UOC αναμένει από τους εκπροσώπους των κρατικών φορέων της Ουκρανίας να εκπληρώσουν αυτές τις αρχές, οι οποίες έχουν επιβεβαιωθεί επανειλημμένα από τους Ουκρανούς διπλωμάτες σε διάφορες διεθνείς εκδηλώσεις.

3. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η UOC διατύπωσε τη στάση της απέναντι στις ενέργειες του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου από την άποψη του κανονικού νόμου. Ταυτόχρονα, ενέργειες για τη δημιουργία στην Ουκρανία θρησκευτικής ένωσης «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» βάση Τόμου Αυτοκεφαλίας που παραχωρήθηκε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως προφανώς συνεπάγεται αυξημένη διάκριση και πίεση στην UOC λόγω της παραχώρησης προνομίων σε αυτήν την ομολογία στη χώρα από τις αρχές και σε υψηλό επίπεδο προπαγάνδας μίσους προς την UOC. Εάν οι κρατικές αρχές της Ουκρανίας εξασφάλιζαν την οικιοθελώς αλλαγή της ομολογιακής υποταγής, και δεν έδιναν στην OCU προτιμήσεις, η δημιουργία μιας νέας θρησκευτικής δομής δεν θα συνεπαγόταν τραγικές συγκρούσεις γύρω από τις ενορίες της UOC, που πιέζονται σε αλλαγή υποταγής από διάφορες πολιτικές δυνάμεις και ριζοσπαστικές οργανώσεις. Είναι προφανές ότι οι συστάσεις του ΟΗΕ για το απαράδεκτο της δημιουργίας προνομιούχων εκκλησιών δεν εφαρμόζονται στην Ουκρανία: «τα κράτη πρέπει… να εξαλείψουν οποιαδήποτε μοντέλα αποκλειστικότητας, είναι απαραίτητο να εγκαταλείψουν το μοντέλο στο οποίο το κράτος ταυτίζεται με κάποια συγκεκριμένη θρησκεία ή τυχόν συγκεκριμένες πεποιθήσεις εις βάρος της ίσης και αμερόληπτης μεταχείρισης υποστηρικτών άλλων πεποιθήσεων (παράγραφος 37 της έκθεσης του ΟΗΕ)». Έτσι, στη νεοσυσταθείσα δομή της «OCU» παραχωρήθηκε κατά προτίμηση ο ναός του συγκροτήματος της Αγίας Σοφίας του Κιέβου, ενώ αγνοήθηκαν επανειλημμένες προσπάθειες της UOC να αποκτήσει παρόμοιο δικαίωμα. Οι δομές της UOC σε άλλες περιοχές της Ουκρανίας αντιμετωπίζουν επίσης παρόμοιους περιορισμούς στα δικαιώματα, ιδίως με την εκχώρηση οικοπέδων στις κοινότητες UOC για την κατασκευή εκκλησιών, καθώς και με την εφαρμογή άλλων νομικών δικαιωμάτων που επί του παρόντος αποκλείονται για πολιτικούς λόγους ή είναι εξαιρετικά δύσκολο. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη διαδικασία των λεγόμενων «μεταβάσεων» των ενοριών της UOC στην «OCU» στο επίπεδο των κεντρικών και περιφερειακών αρχών παρέχεται ουσιαστική διοικητική υποστήριξη και οι κρατικές δομές του υψηλότερου επιπέδου δείχνουν ανοιχτά την προνομιακή θέση της «OCU». Έτσι, στις δημοσιεύσεις και μελέτες του Εθνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, που δημιουργήθηκε με απόφαση του Προέδρου της Ουκρανίας, το οποίο είναι υπεύθυνο για την επιστημονική υποστήριξη των δραστηριοτήτων του Προέδρου της Ουκρανίας, του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και Άμυνας της Ουκρανίας, η «OCU» χαρακτηρίζεται ως «σύμβολο της πνευματικής ανεξαρτησίας της Ουκρανίας», ενώ η UOC ονομάζεται «αγωγός της προπαγάνδας του Κρεμλίνου και ο μηχανισμός της καταστροφής της εθνικής ενότητας της Ουκρανίας».

4.    Ένα σημαντικό ζήτημα στα προβλήματα που περιγράφηκαν παραπάνω είναι η στάση των πιστών της UOC στις ενέργειες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την παροχή του Τόμου στη νεοσύστατη θρησκευτική ένωση «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας», η οποία θεωρείται ως παραβίαση κανονικών και διεθνών νόμων. Η UOC, με ψήφισμα του Συμβουλίου των Επισκόπων, εξέφρασε τη στάση της απέναντι σε αυτές τις ενέργειες, έχοντας αποφασίσει ότι η απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, από 11 Οκτωβρίου 2018, να παραχωρήσει Τόμο Αυτοκεφαλίας στην OCU είναι άκυρη και δεν έχει κανονική δύναμη. Η διάπραξη μαζικών εγκλημάτων εναντίον των πιστών της UOC, καθώς και η διακριτική κρατική πολιτική, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι οι ενέργειες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δημιούργησαν σημαντικές προϋποθέσεις για την αύξηση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ουκρανία στον τομέα των θρησκευτικών σχέσεων.
5.    Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θα πρέπει να προσέξουμε ορισμένα νομικά γεγονότα και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την παραχώρηση του Τόμου και την αποκατάσταση σε κανονικό καθεστώς των κληρικών και ιεραρχών της «UOC-KP» και «UAOC», οι οποίοι είχαν προηγουμένως έχουν τεθεί σε αργία βάσει κανονικών πράξεων της Εκκλησίας, ή οι οποίοι δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως κανονικοί Ορθόδοξοι κληρικοί. Συγκεκριμένα, μέχρι σήμερα, το πλήρες κείμενο της απόφασης της Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σχετικά με το «ουκρανικό ζήτημα» δεν έχει δημοσιευτεί πουθενά, ούτε δικαστικές πράξεις για την αποκατάσταση των ιεραρχών «UOC KP» και «UAOC» έχουν δημοσιευτεί, γεγονός που δικαιολογεί να θεωρούνται όλες αυτές οι αποφάσεις ως αμφιλεγόμενες, απουσιάζουν ή έχουν τέτοια νομικά ελαττώματα που δεν τους επιτρέπουν να δημοσιοποιούνται για αξιολόγηση και μελέτη. Στην ουσία, οι αποφάσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για το «ουκρανικό ζήτημα» έγιναν αντιληπτές από τη διεθνή και εθνική κοινότητα μόνο με βάση τις δημοσιεύσεις των μέσων ενημέρωσης, τις δηλώσεις ορισμένων πολιτικών και το κείμενο του Τόμου, το οποίο δεν αποτελεί αρχική πράξη χορήγησης αυτοκεφαλίας και αποκατάστασης των κληρικών της «UOC-KP» και «UAOC» στην κανονική διακονία. Η δημοσίευση του ανακοινωθέντος στον ιστότοπο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ως πηγή μέσων ενημέρωσης για το γεγονός υιοθέτησης αποφάσεων για το «ουκρανικό ζήτημα», δεν επιτρέπει την αξιολόγηση της συμμόρφωσης αυτών των αποφάσεων με τις νομικές και κανονικές διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται κατά την προετοιμασία τέτοιων εγγράφων. Οι ενέργειες του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου για την επιστροφή του ήδη υπογεγραμμένου και επίσημα παρουσιασμένου Τόμου για φερόμενη συμπλήρωσή του με τις υπογραφές των μελών της Ιεράς Συνόδου εγείρουν επίσης αμφιβολίες και απορία. Όλα αυτά τα γεγονότα μαρτυρούν πιθανές σοβαρές νομικές παραβιάσεις κατά την προετοιμασία και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το «ουκρανικό ζήτημα», το οποίο δημιουργεί αμφιβολίες για τη νομιμότητά τους.
6.    Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 αυτής της δήλωσης, οι Ορθόδοξοι πιστοί πολίτες της Ουκρανίας δεν μπορούν να διωχθούν και να κατηγορηθούν ότι υποκινούν θρησκευτικό μίσος εάν εκφράσουν τη στάση τους απέναντι στις ενέργειες του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και στην «ιεραρχία» της «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας», εκφράζοντας αμφιβολίες για την κανονικότητα, τη χάρη τους, και επίσης θεωρώντας τις ενέργειες του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως  Βαρθολομαίου στο «ουκρανικό ζήτημα» καταστροφικές, που απειλούν με διάσπαση την Οικουμενικής Ορθοδοξίας.

Αυτή η στάση απέναντι στις ενέργειες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία είναι η θέση ολόκληρής της UOC. Και η απαγόρευση έκφρασης αυτής της θέσης για εκατομμύρια πιστούς αποτελεί παραβίαση του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Άρθ. 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, Άρθ. 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Υπό το πρίσμα αυτό, η απαίτηση των πιστών να σταματήσουν να εκφράζουν τις απόψεις τους είναι παράνομος περιορισμός της ελευθερίας του λόγου και, συνεπώς, αδίκημα.

7.    Ο λεγόμενος «νόμος μετονομασίας» που υιοθετήθηκε από το κοινοβούλιο της Ουκρανίας (αρ. 2662-VIII στις 20.12.2018), ο οποίος καθιέρωσε την υποχρέωση όλων των θρησκευτικών οργανώσεων της UOC να αλλάξουν το ιστορικό τους όνομα, και συμπεριλάβουν τις πληροφορίες για υποταγή στο κράτος που αναγνωρίζεται στην Ουκρανία ως επιτιθέμενο, αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα διάκρισης, περιορισμού της θρησκευτικής ελευθερίας, καθώς και έναν τρόπο εξαναγκασμού των πιστών της UOC να παραιτηθούν από την κανονική και ιστορική τους ταυτότητα. Επιπλέον, ο εν λόγο νόμος θεσπίζει ουσιαστικά νέα υποχρέωση για κοινότητες πιστών που έχουν προηγουμένως ασκήσει το δικαίωμά τους να επιλέξουν ελεύθερα το όνομα της θρησκευτικής τους δομής. Το δικαίωμα επιλογής ονόματος είναι άμεσο μέρος της θρησκευτικής ελευθερίας και ο περιορισμό του, η θέσπιση πρόσθετων υποχρεώσεων και περιορισμών, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 22 του Συντάγματος της Ουκρανίας, το οποίο απαγορεύει άμεσα τη μείωση του όγκου των υφιστάμενων δικαιωμάτων από νέους νόμους. Σε αυτό το πλαίσιο, ισχύουν επίσης οι διατάξεις του άρθρου 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Πολιτικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που εγγυώνται το δικαίωμα να ομολογεί κανείς την πίστη του και να τελεί ιερουργικές θρησκευτικές πρακτικές ελεύθερα, συμπεριλαμβανομένου του δικού του μοναδικού ιστορικού ονόματος, που επιλέγεται χωρίς κανένα εξαναγκασμό. Πρέπει επίσης να δοθεί προσοχή στις διατάξεις της Μεθοδολογίας που ανέπτυξε το Γραφείο του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για την Πρόληψη της Γενοκτονίας, σύμφωνα με την οποία η σήμανση μιας ομάδας ατόμων για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους, σε συνδυασμό με τις διακρίσεις αυτής της ομάδας, αποτελεί ένδειξη της προετοιμασίας ή της διάπραξης μαζικών εγκλημάτων στη χώρα και της επιδείνωσης της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην περιοχή. Από αυτή την άποψη, ο αναλυμένος «νόμος περί μετονομασίας» της UOC είναι μια προσπάθεια να δημιουργηθεί από τους πιστούς της μεγαλύτερης ομολογίας της Ουκρανίας η εικόνα των υποστηρικτών του επιθετικού κράτους, προκειμένου να εντοπιστούν εκείνοι που έχουν αποκαλύψει πίστη στην UOC ως εχθροί της Ουκρανίας. Αυτή η στοχοποίηση είναι αναμφίβολα όχι μόνο μια πράξη διάκρισης, αλλά και ένα εργαλείο προετοιμασίας νέων αδικημάτων εναντίον των ανθρώπων τους οποίους ενώνει το γεγονός ότι ανήκουν στην UOC.
8.    Η UOC βρίσκεται σε ιστορική, κανονική και πνευματική σχέση αιώνων με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία (εφεξής – ΡΟΕ). Η UOC δεν υπάγεται διοικητικά στην ΡΟΕ, είναι αυτοδιοικούμενη Εκκλησία με κέντρο ελέγχου στην πρωτεύουσα της Ουκρανίας – το Κίεβο. Η παραχώρηση ανεξαρτησίας στην UOC πραγματοποιήθηκε με απόφαση του Συμβουλίου Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 25-27 Οκτωβρίου 1990. Η UOC έχει το δικό της Προκαθήμενος, ο οποίος εκλέγεται από την ελεύθερη έκφραση της βούλησης των επισκόπων της Ουκρανίας• η Ιερά Σύνοδος, η οποία εκλέγει ανεξάρτητα επισκόπους, ανοίγει νέες επισκοπές και μοναστήρια. Η UOC ασκεί ανεξάρτητα όλες τις διοικητικές, χρηματοοικονομικές και οικονομικές δραστηριότητες.

Η UOC έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι το στάτους της αρκεί για τη διεξαγωγή θρησκευτικών δραστηριοτήτων στην Ουκρανία, που ανταποκρίνεται επίσης στο δικαίωμα των πιστών να επιλέγουν ελεύθερα μια ομολογία εντός της οποίας επιθυμούν να ασκήσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Ενόψει αυτού, η επιβολή στους πιστούς της UOC από εξωτερικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών φορέων και πολιτικών, ιδέες της ανάγκης αλλαγής του στάτους μπορούν να έχουν μόνο συμβουλευτική φύση και δεν μπορούν να συνοδεύονται από οποιαδήποτε μορφή εξαναγκασμού. Στην Ουκρανία θα πρέπει να είναι δυνατή η διατήρηση του ήδη υπάρχοντος καθεστώτος και του ονόματος των θρησκευτικών οργανώσεων.

9.    Με την παρούσα, η Αντιπροσωπεία της UOC σε ευρωπαϊκούς διεθνείς οργανισμούς εκφράζει την ευγνωμοσύνη της στις διεθνείς δομές που έχουν δείξει προσοχή στα προβλήματα της UOC, ειδικότερα τον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ για την ελευθερία της θρησκείας και των πεποιθήσεων, κ. A. Shahid, εκπροσώπους του ΟΑΣΕ και των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που αντικατοπτρίζουν τα γεγονότα των παραβιάσεων των δικαιωμάτων των πιστών στις εκθέσεις, τις ομιλίες και τα σχόλιά τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανακοίνωση 4 ειδικών εισηγητών του ΟΗΕ προς την κυβέρνηση της Ουκρανίας στις 30 Οκτωβρίου 2018 σχετικά με παραβιάσεις των δικαιωμάτων των πιστών είναι ένα σημαντικό βήμα προς την προσέλκυση διεθνούς προσοχής σε αυτό το θέμα. Εκφράζουμε την ελπίδα ότι το HRC του ΟΗΕ θα συνεχίσει να εξετάζει μεμονωμένες καταγγελίες πιστών της UOC σε περιπτώσεις καταλήψεων ναών και άλλων παραβιάσεων των δικαιωμάτων κ.λπ., καθώς και νομικές απόψεις σχετικά με τον «νόμο μετονομασίας». Η Αντιπροσωπεία της UOC σε ευρωπαϊκούς διεθνείς οργανισμούς εκφράζει την ευγνωμοσύνη της στο HRC του ΟΗΕ για την έγκαιρη απόφασή του, μέσω ενδιάμεσων μέτρων, σχετικά με το απαράδεκτο της αναγκαστικής εκδίωξης της θρησκευτικής κοινότητας της UOC από κρατικούς φορείς στο Ιβάνο-Φρανκίβσκ και ελπίζει ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν στο μέλλον. Η αντίδραση των διεθνών δομών, ιδίως εκείνων που είναι επιφορτισμένες με διεθνείς νομικές εντολές με στόχο την προστασία των δικαιωμάτων των πιστών και τον περιορισμό των διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των κυβερνητικών αξιωματούχων, θα πρέπει αναμφίβολα να επηρεάσει τη βελτίωση της πολιτικής που ακολουθεί η χώρα σε σχέση με θρησκευτικές οργανώσεις.

Οι παραπάνω θέσεις σχετικά με τα βασικότερα προβλήματα της κατάστασης της UOC η Αντιπροσωπεία της UOC σε ευρωπαϊκούς διεθνείς οργανισμούς γνωστοποιεί στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, ΟΑΣΕ, τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον Εκπρόσωπο για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην περιοχή του ΟΑΣΕ, τον Ειδικό εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για την ελευθερία της θρησκείας και πεποιθήσεων, την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, τους βουλευτές της ΕΕ, την επιτροπή της ΕΕ για την καταπολέμηση των διακρίσεων, τον ειδικό πρέσβη της ΕΕ για την προώθηση της θρησκευτικής ελευθερίας εκτός ΕΕ, διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκπρόσωπους της δημοσιογραφικής κοινότητα.

Όπως ανέφερε η ΕΟΔ, στις 18–19 Μαΐου 2021, ο επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της UOC σε διεθνείς οργανισμούς, ο Επίσκοπος Βίκτωρ (Κοτσάμπα), μίλησε σε συνάντηση του ΟΑΣΕ για τη διαμόρφωση στην Ουκρανία τάσης για εγκλήματα για θρησκευτικούς λόγους.

spzh.news

Previous Article

Η Ρωσία και οι ΗΠΑ έχουν ευθύνη για τη διαφύλαξη της παγκόσμιας ειρήνης

Next Article

Η εργαλειοποίηση των μειονοτήτων και η τουρκική στρατηγική

Διαβάστε ακόμα