ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Share:

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
12 ΙΟΥΝΙΟΥ 2022
Ἀπόστολος: Πράξ. β΄ 1-11
Εὐαγγέλιον: Ἰωάν. ζ΄ 37-52, η΄ 12
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

«οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος,
ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. Ζ΄ 46).

Τὸ μῖσος κατὰ τοῦ Κυρίου!

Ὁ Κύριος διδάσκει μὲ τὸν δικό Του μοναδικὸ Θεϊκὸ τρόπο, καὶ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὸν πιστεύσουν καὶ νὰ πλησιάσουν εἰς Αὐτὸν καὶ νὰ πίουν ἀπὸ τὸ ἀθάνατον καὶ ζωηφόρον πνευματικὸν ὕδωρ, τὸ ὁποῖον, Μόνος Αὐτὸς διαθέτει, διὰ νὰ ξεδιψοῦν αἱ ψυχαὶ των! Ὅμως οἱ δεδηλωμένοι ἐχθροί Του, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τοῦ Ἑβραϊκοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ὅλο τὸ Συνέδριο τῶν  Ἰουδαίων, μαίνονται κατὰ κυριολεξίαν ἐναντίον Του! Ὄχι μόνον δὲν προτίθενται νὰ πλησιάσουν τὸν Ἰησοῦν καὶ πίουν ἐκ τοῦ ἀθανάτου καὶ ζωηφόρου ὕδατός Του, ἀλλὰ καὶ προσ­παθοῦν νὰ δημιουργήσουν σχίσμα ἀναμέσον τῶν ἀκροατῶν τοῦ Θείου Λόγου! Ἐνῶ πολλοὶ ἔχουν πεισθῆ ὅτι ὁ Διδάσκαλος δὲν εἶναι ἕνας ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶναι ὁ προφήτης, τὸν ὁποῖον εἶχε προφητεύσει ὁ Μωυσῆς, ἢ ἀκόμη, ὅτι εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Χριστός, οὗτοι οἱ συκοφάνται τῆς Ἀληθείας, ὄχι μόνον διαστρέφουν ὅ,τιδήποτε θετικὸν καὶ καλὸν ἀκούεται περὶ τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ «μηχανεύονται» τρόπους, διὰ νὰ τὸν συλλάβουν καὶ τὸν φονεύσουν!

Οὕτω, ἀποστέλλουν τινὰς ὑπηρέτας διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ἐκεῖνοι ἀκούοντες τὴν μοναδικὴν καὶ Θείαν διδασκαλίαν σαγηνεύονται καὶ ἀδυνατοῦν νὰ ἐκτείνουν τὰς χεῖρας ἐπ’ Αὐτόν! Ἐπιστρέφουν εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ ὅταν οἱ Ἀρχιερεῖς τοὺς ἐρωτοῦν, «διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;», ἠναγκάσθησαν νὰ ὁμολογήσουν ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. Ζ΄ 46)! Καὶ ὄντως! Τοιαύτη διδασκαλία τόσον γλυκεῖα, τόσον ἀληθὴς καὶ εὔγλωττος, τόσον εἰλικρινὴς καὶ εὐθεῖα, τόσον «κάθετος» καὶ ἀνεπιτήδευτος, οὐδέποτε ἠκούσθη εἰς τὸν Ἰσραήλ! Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ προφῆται τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀπεσταλμένοι διὰ νὰ κηρύξουν τὴν Ἀλήθειαν, πολλάκις ὡς ἄνθρωποι, ἐφοβοῦντο, διότι ἐδέχοντο ὕβρεις καὶ προπηλακισμοὺς καὶ τραυματισμοὺς καὶ θάνατον, προκειμένου νὰ σιωπήσουν! Ὁ Κύριος, ὅμως, ὅστις, ὡς εἶπεν εἰς τὸν Πιλᾶτον, «Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰωάν. ΙΗ΄ 37), δὲν ὑπεχώρει πρὸ τοιούτων ἀπειλῶν! Ἐμαρτύρει πάντοτε καὶ ἐλάλει τὴν Ἀλήθειαν! Ὁ Λόγος Του, ἡ Ἀλήθεια, ἠκούετο, ἔστω καὶ ἂν τὸ θεοκρατικὸν Ἑβραϊκὸν καθεστώς, δὲν ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ εἰς τοιαύτας ἀθανάτους Ἀληθείας!

Ἡ Ἀλήθεια!

Ἀνερωτήθημεν ποτέ, ἆραγε, φίλοι μου ἀναγνῶσται, κατὰ πόσον ἀρεσκόμεθα εἰς τὴν Ἀλήθειαν; Κατὰ πόσον δεχόμεθα νὰ ἀκούωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν λέγωμεν; Κατὰ πόσον, ἐπίσης, νὰ τὴν ἀκολουθῶμεν καὶ νὰ πειθαρχῶμεν εἰς αὐτήν; Ναὶ μέν, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐκθειάζωμεν ταύτην, καὶ καυχώμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ αὐτῆς, ἀλλά, κατ’ ἐπανάληψιν, «ρίπτωμεν νερὸ στὸ κρασί μας», κατὰ τὴν λαϊκὴν παροιμίαν, καὶ ἐπιλέγομεν τὸ ψεῦδος! Βεβαίως, πικραινόμεθα ἕως θανάτου, ὅταν διαπιστώνωμεν ὅτι ὑπήρξαμεν θύματα ψεύδους καὶ ἀπάτης ἐξ ἄλλων, ἀλλά, ἀδιστάκτως καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, χρησιμοποιοῦμεν τὸ ψεῦδος, διὰ «νὰ μὴ ἐκτιθέμεθα», ὡς λέγομεν, δικαιολογοῦντες τὰ ἀδικαιολόγητα!

Καὶ εἶναι φυσικόν, πλέον, ἡ Ἀλήθεια νὰ γίνεται μία «εὐσεβὴς προσδοκία», ἕνα ὡραῖον ἀφήγημα, ἢ ἀκόμη καὶ ἕνας «διακαὴς πόθος», ὅστις ὅταν πλησιάζῃ καὶ ἐπιζητῇ νὰ συμβιώσῃ μαζί μας, τὸν ἀπωθοῦμεν καὶ ἀρκούμεθα εἰς τὸν πόθον! Δυστυχῶς, ὡς ἄνθρωποι τοῦ ψεύδους, ἀποστρεφόμεθα τὴν Ἀλήθειαν, ἥτις καὶ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὸ περιθώριον! Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαιώνῃ ὅτι «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. Η΄ 32), ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέγει νὰ ἐπιβιώνῃ διὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης!

Ἂν ἤρχετο καὶ πάλιν ὁ Χριστός!

Πολλάκις, μελετῶντες τὴν Ἁγίαν Γραφήν, καὶ εἰδικώτερον τὴν ζωὴν τοῦ Ἰησοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, φανταζόμεθα πρόσωπα καὶ καταστάσεις, καὶ ἐκφράζομεν συχνάκις τὴν ἐπιθυμίαν καὶ ἴσως καὶ τὸ παράπονον, διατί νὰ μὴ ἠδυνάμεθα νὰ εὑρισκώμεθα καὶ ἡμεῖς τότε εἰς τὰ Ἅγια ἐκεῖνα μέρη τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ νὰ εἴχωμεν τὸ προνόμιον τοῦτο, τὸ νὰ ἐγνωρίζαμεν δηλαδὴ τὸν Κύριον ἐκ τοῦ σύνεγγυς! Εἰδικῶς δέ, ὅταν μελετῶμεν διὰ τὸ μῖσος καὶ τὴν κακίαν τῶν Ἑβραίων κατὰ τοῦ Κυρίου, διεγείρεται ἐντὸς ἡμῶν ἱερὰ ἀγανάκτησις καὶ διεκδικοῦμεν διὰ τῆς φαντασίας μας, θέσιν δικαστοῦ ἀντὶ τῶν ἀθλίων ἐκείνων Ἄννα καὶ Καϊάφα, διὰ νὰ ἀθωώσωμεν τὸν Χριστὸν καὶ Σωτῆρα ἡμῶν! Διεκδικοῦμεν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀθώου Ἰησοῦ καὶ τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν Ἰούδα, Πιλάτου, Ἰουδαϊκοῦ ὄχλου καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνόχων διὰ τὴν θανατικὴν καταδίκην τοῦ Χριστοῦ!

Ὅμως, ἀνερωτήθημεν ποτὲ καὶ εἰλικρινῶς, πόσον θὰ ἠθέλομεν, ὄντως, νὰ ἔχωμεν πλησίον ἡμῶν, τὸν Κύριον; Κάποτε, περιέπεσεν εἰς τὰς χεῖρας μου, κάποιο κείμενον Προτεστάντου τινός, τὸ ὁποῖον μὲ ἤγγισε, θὰ ἔλεγον, πολὺ ἔντονα! Συγκεκριμένως, ἐτιτλοφορεῖτο μὲ τὸν τίτλον, «Θὰ ἄντεχες κοντὰ στὸ Χριστό;», καὶ περιέγραφεν ἕνα φανταστικὸν ἐνδεχόμενον, νὰ ἤρχετο ὁ Κύριος σήμερον καὶ πάλιν ἀναμέσον τῶν ἀνθρώπων! Διερωτᾶ­το, λοιπόν, πόσοι ἐξ ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ ἔλθῃ ὁ Διδάσκαλος εἰς τὴν οἰκίαν μας καὶ νὰ μένῃ μεθ’ ἡμῶν, ἢ πόσοι θὰ ἀπεδεχόμεθα τὴν ὑψίστην τιμὴν νὰ ἀνήκωμεν εἰς τοὺς μαθητάς Του, ἤ, ἀκόμη, πόσοι ἐξ ἡμῶν θὰ παρεμένομεν πιστοὶ καὶ πλησίον Αὐτοῦ κατὰ τὰς φοβερὰς ἐκείνας ὥρας τοῦ Θείου Πάθους Του! Καὶ ἐπειδή, κομπορρημονοῦμεν πολλάκις, καὶ θέλομεν νὰ διακρίνωμεν ἑαυτοὺς καὶ συγκρινώμεθα, ὡς νὰ εἴμεθα οἱ ἰδανικοί, ὡς ὁ ἀλαζὼν ἐκεῖνος Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς, πόσοι θὰ «ἀντέχαμε τὸν Χριστό;»!

Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταλήξω εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν διαπίστωσιν ὅτι καὶ σήμερον, τὸ ἴδιον σκληρὸν πάθος θὰ ἀνέμενε τὸν Κύριον! Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅτι, νέοι ἀρνηταὶ καὶ νέοι προδόται θὰ ἐγεννῶντο ἐξ ἡμῶν αὐτῶν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, καὶ νέαι κραυγαὶ καὶ νέα  «ἆρον, σταύρωσον Αὐτόν», θὰ ἠκούοντο!!!

Ἀντέχομεν τὴν Ἀλήθειαν;

Ἡ Ἀλήθεια ἦτο ἡ αἰτία τῆς καταδίκης τοῦ Ἰησοῦ! Κατ’ ἐπανάληψιν ὁ Διδάσκαλος προεκάλεσε τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους, νὰ τοῦ εἴπουν ποῖον ἦτο τὸ ἔγκλημά Του, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ κατεδικάσθη εἰς τὸν ἀτιμωτικὸν καὶ σκληρότατον θάνατον ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ! Βεβαίως, ἀπάντησιν δὲν τοῦ ἔδωσαν! Ὅμως, τὴν ἀπάντησιν ἤδη τοὺς τὴν εἶχε δώσει ὁ Ἴδιος ὁ Διδάσκαλος, εἰς κάποιον διάλογον μετ’ αὐτῶν: «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. Ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ» (Ἰωάν. Η΄ 44)!

Αὐτὴν τὴν Ἀλήθειαν, καλούμεθα, φίλοι μου, νὰ ἀγαπήσωμεν καὶ συζήσωμεν μετ’ Αὐτῆς, καὶ τότε θὰ γίνωμεν ἄξιοι νὰ ζητήσωμεν τήν, μετὰ τοῦ Κυρίου, αἰωνίαν ζωὴν καὶ μακαριότητα!

Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου , Ἱεροκήρυξ Ἱ. Μ. Πατρῶν

Previous Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ