Δὲν εἶναι “παιδαριώδης” ἡ ἀνασκευὴ τῶν στρεβλώσεων τῆς «Δήλωσης τοῦ Τορόντο»

Share:

Tοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Σὲ κείμενο ποὺ δημοσιεύτηκε στὴ Romfea.gr (6/2/2021), τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται «Ἀβύδου Κύριλλος: “Μερικὲς παρατηρήσεις στὶς ἀπόψεις τοῦ κ. Ἱλαρίωνα”», παρατίθεται ἐπιστολιμαῖο κείμενο τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἀβύδου Κυρίλλου (νῦν Σεβασμιωτάτου Κρήνης) πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸ πρακτορεῖο εἰδήσεων Romfea.gr μὲ τίτλο “Σχολιασμὸς συνέντευξης τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολὰμσκ κ. Ἱλαρίωνα”, μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται καὶ στὴν θεολογικὴ κριτικὴ τῶν κειμένων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, τὴν ὁποία χαρακτηρίζει “παιδαριώδη”.

Σὲ ἄλλο κείμενο τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἀβύδου Κυρίλλου (νῦν Σεβασμιωτάτου Κρήνης), ποὺ τιτλοφορεῖται “Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Ἐκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;” (Romfea.gr, 4/7/2017), ἰδιαιτέρως καὶ ἐκτενῶς ἀναφέρεται στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, μιᾶς Συνόδου ποὺ καθ’ ὑπερβολὴ μπορεῖ νὰ σεμνύνεται κανεὶς γιὰ τὴ δημοκρατικότητά της, μὲ τὶς ἀπαράδεκτες “ἀντ’ αὐτοῦ” ὑπογραφές, οἱ ὁποῖες ἀφαιροῦσαν ἀκόμα καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἄτυπης ὑπογραφῆς. Στὸ κείμενο αὐτὸ ὁ νῦν Σεβασμιώτατος Κρήνης, ἀναφέρεται καὶ στὶς κληθεῖ­σες “ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις” τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο”, τὴν ἀνασκευὴ τῶν ὁποίων θεωρεῖ ἀποτέλεσμα παρερμηνείας.

Στὴν προλογικὴ ἀναφορὰ τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο”, σχετικὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ στὸ Π.Σ.Ε., ἐπισημαίνεται ὅτι “δὲν σχετικοποιεῖ τὶς ἐκκλησιολογικὲς ἀντιλήψεις τῶν μελῶν του”. Ἐνῷ στὴν προλογικὴ ἀναφορὰ σημειώνεται ὅτι τὸ (Π.Σ.Ε.) δὲν πρέπει νὰ γίνει ποτὲ ὑπὲρ-ἐκκλησία, πιὸ κάτω σὲ καλούμενη “ἐκκλησιολογικὴ προϋπόθεση” τονίζεται ὅτι, «οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας»*.

Κατ’ οὐσία ἡ καλούμενη αὐτὴ “ἐκκλησιολογικὴ προϋπόθεση”, ὄχι μόνο σχετικοποιεῖ τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναιρεῖ μὲ ἕνα περίεργο τρόπο, καθότι ὑποδεικνύει καθοδηγητικὰ μὲ τὸν τονισμὸ “περιεκτικότερο” (more inclusive), σὲ ποιὰ Ἐκκλησία ἔχει μεγαλύτερη σημασία νὰ ἀποτελοῦμε μέλη. Ὑπογράφοντας μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ὅτι δὲν ἔχει τόση σημασία νὰ ἀνήκομε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι περιεκτικότερο νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀναιρεῖ ἢ δὲν ἀναιρεῖ ἡ προϋπόθεση – παραδοχή, τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων;

Τὸ ὅτι αὐτὴ ἡ προϋπόθεση ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν προλογικὴ ἀναφορὰ εἶναι ὁλοφάνερο. Αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνεται μὲ τὸ «περιεκτικότερο» (more inclusive), σαφέστατα ὑποβαθμίζει τὸ γεγονὸς νὰ ἀνήκεις στὴν ἴδια σου τὴν ἐκκλησία. Μποροῦμε μὲ τέτοια καθοδηγητικὴ ὑπόδειξη νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ ἀνασκευὴ ποὺ ὀφείλεται σὲ παρερμηνεία ἢ ἔστω παρεξήγηση;

Αὐτομάτως μὲ τὴν παραδοχὴ τῆς προϋπόθεσης αὐτῆς ὡς Ὀρθόδοξοι παραδεχόμαστε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ προλογικὴ ἀναφορὰ ὅτι, ἡ κάθε “ἐκκλησία – ὁμολογία” μπορεῖ νὰ ἔχει τὴ δική της ἐκκλησιολογικὴ θεώρηση, δὲν ἀναιρεῖται ἢ τουλάχιστον δὲν σχετικοποιεῖται μὲ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση;

Στὴν παράγραφο 5 τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο” σημειώνεται ὅτι «οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν στὶς ἄλλες ἐκκλησίες στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας»*. Γιὰ ποιὰ ἀναγνώριση στοιχείων ἀληθοῦς ἐκκλησίας μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε ἀναφερόμενοι στὶς συγκροτημένες αἱρετικὲς κοινότητες τοῦ Π.Σ.Ε.; Πότε ἡ Ἐκκλησία ἢ κάποιος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀναγνώρισε στοιχεῖα ἀληθοῦς ἐκκλησίας σὲ συγκροτημένες αἱρετικὲς κοινότητες, ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται “ἐκκλησίες”;

Μποροῦμε γιὰ παράδειγμα νὰ ἀναγνωρίσουμε στοιχεῖα ἀληθοῦς ἐκκλησίας στὶς συγκροτημένες αἱρετικὲς κοινότητες τοῦ Π.Σ.Ε., τῶν Μεννονιτῶν, τῶν Μεθοδιστῶν, τῶν Πεντηκοστιανῶν, τῶν Πρεσβυτεριανῶν, τῶν ποικίλων αἱρετικῶν κοινοτήτων τῆς Μεταρρύθμισης, τῶν “Βαπτιστῶν” κ.λπ.;

Μποροῦμε ἐπίσης ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ οἰκοδομεῖ­ται ἀπὸ τὶς “πνευματικὲς” σχέσεις, ποὺ εἰσέρχονται οἱ “ἐκκλησίες-μέλη” τοῦ Π.Σ.Ε. καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνακαινίζεται ἡ ζωή τῶν “ἐκκλησιῶν-μελῶν” του; Κι ὅμως στὴν παράγραφο 8 τῆς «Δήλωσης τοῦ Τορόντο», ἀναφέρεται σαφέστατα, ὅτι «οἱ ἐκκλησίες-μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωή τῶν ἐκκλησιῶν»*. Πότε στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει εἰπωθεῖ τέτοιος λόγος; Θὰ μποροῦσε ποτὲ κανεὶς ἐκ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ δεχθεῖ ὅτι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ θὰ οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὶς πνευματικὲς σχέσεις μὲ συγκροτημένες αἱρετικὲς κοινότητες;

Τὸ ἐκκλησιολογικὸ ἄτοπο τῶν ἐκκλησιολογικῶν αὐτῶν στρεβλώσεων εἶναι ὁλοφάνερο. Οἱ λεγόμενες “ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις” ἀποτελοῦν τὸ καταστάλαγμα τοῦ συγκρητιστικοῦ συνονθυλεύματος τοῦ Π.Σ.Ε., καὶ σκοπὸ εἶχαν νὰ καταγράψουν προϋποθέσεις ποὺ ὑπηρετοῦν τὴ συγκρητιστικὴ “συνύπαρξη” ἐντὸς αὐτοῦ. Ποιὰ ἡ χρεία συνοδικῆς κατοχύρωσης τέτοιων προϋποθέσεων, ποὺ ἀναμφίβολα ἀποτελοῦν “ἐκκλησιολογικὲς στρεβλώσεις”;

* «Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη).

Previous Article

Τὸ «Σκοπιανὸν» ἀνοίγει καὶ πάλιν

Next Article

6 Ἀπριλίου

Διαβάστε ακόμα