Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΠΕΡΙΧΑΡΑΚΩΜΕΝΟ ΔΟΓΜΑ» Ή ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ;

Share:

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 27η Ιουλίου 2020

(Σχόλιο σε σχετικό δημοσίευμα)

        Η λέξη κόσμος, παράγεται από το ρήμα κοσμέω – κοσμώ, που σημαίνει στολίζω. H αρχική σημασία της είναι συνυφασμένη με το κάλλος και την αρμονία. Οι αρχαίοι Έλληνες, ως αναζητητές της αλήθειας των πραγμάτων, προσέδωσαν την προσωνυμία κόσμος στην υλική πραγματικότητα, στον μικρόκοσμο και μακρόκοσμο, καθότι διαπίστωσαν σ’ αυτόν μια καταπληκτική αρμονία και ομορφιά. Η βιβλική διδασκαλία ορίζει την εκ του μηδενός δημιουργία του κόσμου από το Θεό, τονίζοντας με έμφαση την τελειότητά του, ως έκφραση της παντοδυναμίας και πανσοφίας Του, με τη φράση: «και είδεν ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν» (Γεν.1,31). Ως κορωνίδα της θείας δημιουργίας τέθηκε ο άνθρωπος, ο οποίος δημιουργήθηκε, όχι απλά τέλειος, αλλά και να είναι ο σύνδεσμος μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

       Όμως το τραγικό γεγονός της πτώσεως κατάφερε καίριο πλήγμα στη θεία δημιουργία. Ο κόσμος τραυματίστηκε από την είσοδο του κακού σ’ αυτόν με την ευθύνη του ανθρώπου. Ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για «αποκαραδοκία της κτίσεως», αφού «τη ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλὰ δια τον υποτάξαντα, επ᾿ ελπίδι ότι και αυτὴ η κτίσις ελευθερωθήσεται απὸ της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. οίδαμεν γάρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ.8,20-22). Η πτώση του ανθρώπου συμπαρέσυρε και την υλική κτίση στην έκπτωση και τη φθορά. Στο εξής θα πάψει να είναι συνδημιουργός του Θεού και συντηρητής του κόσμου, αλλά αχόρταγος καταναλωτής, δυνάστης και καταστροφέας. Ο αίτιος της πτώσεως και αντάρτης κατά του Θεού άνθρωπος, γεύτηκε εξ’ αρχής την φρίκη της απομακρύνσεως από τον Δημιουργό του, την πηγή της πραγματικής ευδαιμονίας. Η διάνοιά του σκοτίστηκε από την αμαρτία και διαστράφηκαν οι έμφυτες και επίκτητες σε αυτόν αξίες. Αποκομμένος από τη σώζουσα χάρη του Θεού, απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από Αυτόν, ανοίγοντας στην ψυχή του ένα τρομακτικό και απύθμενο κενό από την απουσία του Θεού, το οποίο αναγκάστηκε να το γεμίσει με θρησκευτικά σχήματα δικής του εμπνεύσεως. Έτσι γεννήθηκαν οι πολυάριθμες θρησκείες της ιστορίας. Σε αυτές (στις δοξασίες τους και τις πρακτικές τους) είναι αποτυπωμένη η ανθρώπινη τραγωδία και το μέγεθος της πνευματικής του καταπτώσεως. Οι τερατώδεις αντιλήψεις για την έννοια του θείου και οι φρικώδεις τρόποι «προσέγγισής» του (π.χ. ανθρωποθυσίες), είναι η τρανή απόδειξη του μεγέθους της κατάπτωσής του, οι οποίες είχαν τραγικές συνέπειες στην καθόλου ζωή του.

       Η άμετρη αγάπη του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου και σύμπασας της υλικής δημιουργίας έστειλε στον κόσμο τον Υιό και Λόγο του Θεού. Ήρθε να απολυτρώσει τον κόσμο από την αιχμαλωσία του διαβόλου και τη φθορά, εγκαινιάζοντας μια νέα πραγματικότητα, έναν καινούργιο κόσμο, την «καινή κτίση» (Γαλ.6,15), όπως την αποκαλεί ο απόστολος Παύλος. Με τη θεία διδασκαλία Του κατέδειξε τα φρικτά ερέβη του σκοτασμού του προχριστιανικού κόσμου. Σύστησε δε την αγία Του Εκκλησία να τον αγιάζει, να τον μεταλλάσει και να τον σώζει. Αυτό κάνει η Εκκλησία στη δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία, σώζει τον άνθρωπο και μεταλλάσσει τον κόσμο σε βασιλεία του Θεού.

     Όμως οι βαθιές ρίζες του κακού εμποδίζουν να πραγματοποιηθεί το θείο σχέδιο. Η ανθρωπότητα στην πλειονότητά της συνεχίζει να βιώνει την μεταπτωτική τραγωδία, θεωρώντας ως «αξίες» ότι δημιούργησε ο πτωτικός άνθρωπος, στην ουσία αποθεώνοντας τα πάθη του. Στις τραγικές ημέρες μας, δυνάμεις ισχυρές, εμπνεόμενες από τον αντίδικο διάβολο, πασχίζουν να καταδείξουν ως δήθεν σχετικό το σωτήριο έργο του Χριστού και της Εκκλησίας Του. Και το χειρότερο: επιχειρούν να την παρουσιάσουν ως κάτι το εγκόσμιο, να την υποβιβάσουν στην κατηγορία των θρησκειών του κόσμου. Σε κάποιες δε περιπτώσεις (όπως λ.χ. των νεοπαγανιστών), της καταλογίζουν «κλοπή», ότι δήθεν η θεία διδασκαλία της και οι πρακτικές της είναι δόλια ιδιοποίηση στοιχείων του προχριστιανικού θρησκευτικού περιβάλλοντος!

     Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από πρόσφατο δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» (φ. 9-6-2020), της κ. Άννας Δαμιανίδη, με θέμα: «ΠΕΡΙΧΑΡΑΚΩΜΕΝΟ ΔΟΓΜΑ». Στο άρθρο της αυτό η συντάκτης προσπαθεί να παρουσιάσει την Εκκλησία ως μέρος του κόσμου και μάλιστα να της καταλογίσει μια δήθεν «αυστηρή περιχαράκωση» στον εαυτό της, η οποία δε συνάδει με την επίσης δήθεν «συγγένειά της» με τον κόσμο, εξ ου και ο τίτλος του άρθρου.

       Αρχίζει το άρθρο της με κάποιο πραγματικό ή φανταστικό διάλογο, για να δείξει τον «δογματισμό» της Εκκλησίας: «Κάνε γιόγκα, συμβούλευα μια γνωστή με ελαφρά κινητικά προβλήματα, κάποτε. Α πα, πα, δεν κάνω τέτοια, απαντούσε. Ήταν θρήσκα. Δεν μπορούσε να τη δει ως απλή γυμναστική, ήταν ανένδοτη. Η Εκκλησία την καταδίκαζε!»! Δεν ξέρουμε αν θα αποτολμούσε να προτείνει σε κάποιον φανατικό μουσουλμάνο ή σε μάρτυρα του Ιεχωβά να κάμει το σημείο του σταυρού, ποια απάντηση θα έπαιρνε, ή τι κατάληξη θα είχε η συζήτηση! Τι γνώριζε όμως εκείνη η πιστή γυναίκα και δε γνώριζε η αρθρογράφος; Ότι η γιόγκα δεν είναι αθώα γυμναστική, αλλά βασική θρησκευτική τελετουργία του Ινδουισμού και του Βουδισμού. Προφανώς δε γνωρίζει η αρθρογράφος πως τα τελευταία χρόνια, από συγκεκριμένα σκοτεινά κέντρα, προωθείται πυρετωδώς η «θρησκευτικότητα» της «Νέας Υδροχοϊκής Εποχής», η οποία είναι δομημένη στις δοξασίες των ειδωλολατρικών ανατολικών θρησκευμάτων και στη Θεοσοφία. Ο άγευστος και κενός από την γνήσια θρησκευτικότητα της Εκκλησίας μας δυτικός άνθρωπος, έγινε αποδέκτης της νοσηρής (τολμούμε να πούμε) δαιμονικής «πνευματικότητας» της Ανατολής. Του προσφέρεται ως «φιλοσοφία», ως «γυμναστική» και ως «εναλλακτικοί τρόποι ζωής» και ένας αυτούς είναι η γιόγκα. Το ότι είναι η γιόγκα θρησκευτική τελετουργία του Ινδουισμού και Βουδισμού, όχι απλά το βεβαιώνουν οι Ινδουιστές, αλλά και διαμαρτύρονται για το περιεχόμενο που του δίδουν οι δυτικοί!

       Ακολούθως γράφει: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι πολύ αυστηρή στην περιχαράκωσή της. Καταδικάζει πολύ περισσότερα πράγματα από όσα επαινεί, καλλιεργεί υπερβολικά την αποτροπή, δημιουργεί συστηματικά εύφορο έδαφος για προκαταλήψεις. Φοβάται πολύ τις επαφές με άλλα δόγματα και θρησκείες, είναι απίστευτα μη μου άπτου, λες και κάθε άνοιγμα, παραδοχή και αποδοχή υπάρχει κίνδυνος να τη δηλητηριάσει. Κυρίως δεν θέλει να έχει καμία σχέση με καμία άλλη θρησκεία, κανένα άλλο δόγμα, καμία άλλη φιλοσοφία, παλιότερη ή νεότερη, κανέναν άλλο θεό ή παράδοση, καμία χρονική και ιστορική στιγμή». Η Εκκλησία μας δεν είναι «φοβική», με ό, τι δεν συμφωνεί, όπως την παρουσιάζει η αρθρογράφος. Δε φοβάται δόγματα και θρησκείες, φιλοσοφίες, ιδέες, διότι έχει τη βεβαιότητα της αλήθειας, η οποία απορρέει από την Ένσαρκη Αλήθεια, τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος δεν είναι απλά φορέας της αλήθειας, αλλά είναι ο Ίδιος «η αλήθεια» (Ιωάν.14,6) και ήρθε στον κόσμο να μαρτυρήσει την όντως αλήθεια, καθότι ο κόσμος κείτονταν στο φρικτό σκοτάδι του ψεύδους και των πλανών. Με τα «άλλα δόγματα και οι θρησκείες» αποφεύγει η Εκκλησία να συνεργάζεται, διότι ενέχουν το στοιχείο του ψεύδους, το οποίο όμως δεν έχει απλά το χαρακτήρα κάποιας ιδεολογικής ή φιλοσοφικής διαφωνίας, αλλά ασκεί οντολογική επίπτωση στη ζωή και την πνευματική πορεία του ανθρώπου. Είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία δεν θέλει να έχει σχέση με καμιά θρησκεία του κόσμου, δόγμα ή παράδοση, διότι έχει την αυτοσυνειδησία ότι μόνον αυτή μπορεί να προσφέρει σωτηρία, ενώ εκείνες, ως εγκόσμια πτωτικά σχήματα, προσφέρουν ψευδαισθήσεις ή και το χειρότερο: προτροπή για το κακό (π.χ. τζιχάντ του Ισλάμ). Παράλληλα όμως είναι ανοικτή σε διάλογο με όποιον τον αποδεχτεί, ως μέρος πάντα του ιεραποστολικού της έργου.

       Στη συνέχεια αναφέρει τον ισχυρισμό ότι η Εκκλησία «είναι προϊόν ιστορικής στιγμής. Αν δεν ζούσε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο Παύλος, δεν θα έπαιρνε ποτέ οικουμενικό χαρακτήρα ο χριστιανισμός. Αν δεν ήταν χριστιανή η μητέρα του Κωνσταντίνου, μάλλον δεν θα γινόταν ποτέ επίσημη θρησκεία»! Φυσικά και είναι η Εκκλησία προϊόν ιστορικών συγκυριών. Κανένας δεν μπορεί να προσδώσει στην Εκκλησία ουτοπικό χαρακτήρα, διότι είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ανθρώπινη ιστορία. Αυτή είναι και μια βασική διαφορά της με πολλά από τα θρησκεύματα του κόσμου, τα οποία στηρίζονται στη μυθολογία, στην ιστορική κενότητα. Κανένας επίσης δεν αρνείται ότι οι ιστορικές συγκυρίες συνετέλεσαν στην εδραίωση και την εξάπλωση της Εκκλησίας σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της υδρογείου, αφού αυτό βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος, με τη φράση του: «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ.4.4) ήρθε ο Χριστός στον κόσμο. Πίστη της Εκκλησίας μας είναι ότι οι ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της Εκκλησίας είναι έργο της θείας πρόνοιας για την πραγματοποίηση του έργου της σωτηρίας του κόσμου, αφού ο Θεός είναι ο μέγας κύριος και της ιστορίας.

     Ακολούθως γράφει: «Αν δεν ανταγωνίζονταν οι πατριάρχες Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, δεν θα γινόταν το Σχίσμα και θα μπορούσαμε κι εμείς να τραγουδάμε Μπαχ στις εκκλησίες, ίσως. Κι αν δεν ζούσε στο βάθος κάθε ευρωπαϊκής ψυχής, σε Ανατολή και Δύση, η νοσταλγία για κάποια Pax, που ίσως ήταν Romana, αλλά μάλλον δεν υπήρξε ποτέ, δεν θα κατάφερνε να παραμείνει ισχυρή αυτή η θρησκεία μέσα στους τόσους αιώνες. Αν δεν προσαρμοζόταν κατά τόπους σε διάφορα έθιμα και παλιότερες λατρείες, πάλι δεν θα μπορούσε να επιβληθεί και να κυριαρχήσει όπως κυριάρχησε». Αναμασά δυστυχώς την γνωστή «καραμέλα» των λογίς «προοδευτικών», οι οποίοι καταλογίζουν στην Εκκλησία την ευθύνη, ότι εξ’ αιτίας της δεν «γίναμε Ευρώπη». Επειδή αντιστάθηκε στους θρασείς και βαρβάρους Φράγκους, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν την ορθόδοξη Ανατολή, μετά την κατάκτηση της Ευρώπης και την εξαφάνιση των λαών της. Φαίνεται πως έχει άγνοια των ιστορικών συνθηκών, τόσο του «σχίσματος» του 1054, όσο και των δραματικών γεγονότων των επόμενων αιώνων, όταν οι «πολιτισμένοι» Φράγκοι διέλυσαν το 1204 το ανατολικό κράτος και διευκόλυναν την οθωμανική προέλαση και κατάκτηση της Ρωμανίας μας. Αποδίδει στην «ισχυρή θέση» της Εκκλησίας την αποτροπή δημιουργίας μιας Pax (παγκόσμιας ειρήνης)! Αδυνατούμε να κατανοήσουμε σε ποια ιστορικά στοιχεία στηρίζει αυτόν τον απίστευτο ισχυρισμό της! Αναπολεί το άκουσμα «τραγουδιών» του Μπαχ στις εκκλησίες μας, αλλά αδυνατεί να σκεφτεί πως αν εξέλειπαν οι άφθαστες βυζαντινές υμνωδίες, δηλαδή η Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση και επικρατούσε η δυτική κουλτούρα, δεν θα υπήρχε Ελλάδα και ελληνική γλώσσα για να γράφει ελληνιστί η αρθρογράφος, αλλά μια άσημη επαρχία της ευρωπαϊκής Βαβέλ!

         Στη συνέχεια σημειώνει το εξής παράδοξο: «Η Ινδία είναι πολύ μακριά, αλλά αν το ψάξει κανείς θα βρει κοινά στοιχεία και στην ινδική μυθολογία με τον χριστιανισμό. Η στάση προσευχής ας πούμε, το δέος που υποδηλώνει, η προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και γαλήνης, η συνείδηση της μοναξιάς δεν είναι πολύ οικεία; Πλησιέστερα, στην αιγυπτιακή μυθολογία ή στην ελληνική, βρίσκουμε παρθένες μητέρες θεών, θαυματουργές θεραπείες, οράματα, θανάτους και αναστάσεις και άλλα περίεργα στοιχεία που κάτι μας θυμίζουν. Οι θρησκείες μπαίνουν η μια μέσα στην άλλη, όσο και να περιχαρακώνεται ως μοναδική η καθεμία. Σε ακραίες καταστάσεις οι περιχαρακώσεις έχουν στοιχίσει ακριβά σε πολέμους και ρήξεις, τα ξέρουμε». Γυρίζοντας ξανά το λόγο της στην Ινδία, φαίνεται ότι έχει πνευματικούς δεσμούς με την ειδωλολατρική Ανατολή και γι’ αυτό επανέρχεται, μετά την αναφορά της στη γιόγκα, στην ινδουιστική παράδοση. Κάνει μάλιστα λόγο για «κοινά στοιχεία» Ινδουισμού και Χριστιανισμού, τα οποία είναι, κατ’ αυτήν η «στάση προσευχής ας πούμε, το δέος που υποδηλώνει, η προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και γαλήνης, η συνείδηση της μοναξιάς». Μόνο που δεν είναι καλά πληροφορημένη στα της θρησκειολογίας, διότι αυτά που αναφέρει ως «κοινά στοιχεία», ούτε ως εξωτερικά γνωρίσματα μπορούν να θεωρηθούν! Επίσης «βλέπει» κοινά στοιχεία του Χριστιανισμού και στα αρχαία ειδωλολατρικά θρησκεύματα, όπως λ.χ. «παρθένες μητέρες θεών, θαυματουργές θεραπείες, οράματα, θανάτους και αναστάσεις και άλλα περίεργα στοιχεία». Με απίστευτη ρηχότητα, μπλέκει το μύθο με την ιστορία, τις ανθρώπινες (εν πολλοίς αυθαίρετες, ανήθικες και συχνά γελοίες) μυθολογικές παραδόσεις, αυτά τα αντιπροσωπευτικά προϊόντα του πτωτικού προχριστιανικού ανθρώπου, με την ιστορική πραγματικότητα του Χριστιανισμού. Το να συγκρίνεται βεβαίως ο απόλυτα άγιος Θεός της χριστιανικής μας πίστεως με τους διεφθαρμένους «θεούς» της αρχαίας ειδωλολατρίας, των οποίων τα εγκλήματα δεν ήθελαν να μιμηθούν ούτε οι άνθρωποι, μόνο ως αστοχία μπορεί να θεωρηθεί!   Προφανώς αγνοεί το γεγονός ότι και οι πλέον σφοδροί πολέμιοι του Χριστιανισμού έχουν εγκαταλείψει προ πολλού τέτοιους συσχετισμούς! Επίσης πιστεύει πως όλες οι θρησκείες είναι ένα και το αυτό: «μπαίνουν η μια μέσα στην άλλη, όσο και να περιχαρακώνεται ως μοναδική η καθεμία»! Και καταλήγει με τα ερωτήματα: «Είναι στοιχείο της πίστης η περιχαράκωση ή απλώς στοιχείο της σχέσης εξουσίας των ιερέων με το ποίμνιο; Μπορεί να πιστεύει κανείς χωρίς να φοβάται την πίστη των άλλων, παρόντων και παρελθόντων, χωρίς να περιχαρακώνεται; Νομίζω έχει ενδιαφέρον το ερώτημα για τους θρησκευόμενους»! Προβάλλει, εκούσια ή ακούσια, το «χρυσωμένο χάπι» του θρησκευτικού συγκρητισμού, το οποίο είναι το ύψιστο ζητούμενο και σκοπός της «Νέας Εποχής», η οποία, εκφράζοντας τις δοξασίες της Θεοσοφίας, διδάσκει ότι όλες οι θρησκείες είναι καλές και διδάσκουν τα ίδια πράγματα. Αλλά επειδή είναι χωρισμένες προκαλούν προβλήματα, εντάσεις και πολέμους. Έτσι λοιπόν, κατά τους ιθύνοντες της «Νέας Εποχής» και προφανώς την αρθρογράφο, δεν υπάρχει λόγος να είναι χωρισμένες και πρέπει να ενωθούν για να εκλείψουν τα προβλήματα! Μόνο που και εδώ αποδεικνύεται ανενημέρωτη, όσον αφορά τις χαώδεις διαφορές μεταξύ των θρησκειών και το σπουδαιότερο: τις αβυσσαλέες διαφορές αυτών με την Εκκλησία του Χριστού, η οποία δεν είναι θρησκεία, όπως την θέλουν και την ορίζουν οι θιασώτες του θρησκευτικού συγκρητισμού, αλλά ζώσα χαριτόβρυτη αποκάλυψη. Και κάτι άλλο σημαντικό: θέλει να αγνοεί πως δεν υπάρχει ούτε ένα έγκλημα στην δισχιλιόχρονη ιστορία της Εκκλησίας μας, που να έχει τη σφραγίδα της και την έγκρισή της! Ούτε ένα! Φυσικά εξαίρεση αποτελούν οι αιρετικές αποφύσεις της και κύρια ο παραφθαρμένος δυτικός χριστιανισμός, για τον οποίο δεν έχει υποχρέωση η Εκκλησία να απολογείται για τα όντως μεγάλα εγκλήματά του!

       Κλείνοντας την ανακοίνωσή μας θα θέλαμε με πολλή αγάπη και σεβασμό προς το δημοσιογραφικό λειτούργημα της κ. Άννας Δαμιανίδη, να τη συμβουλεύσουμε, πως όταν καταπιάνεται με τέτοια θέματα, να μελετά πολύ καλά και σε βάθος κάθε πτυχή τους. Η διάχυτη στο άρθρο της επιφανειακή γνώση της χριστιανικής διδασκαλίας και της ιστορίας του Χριστιανισμού, κάθε άλλο παρά μπορούν να στηρίξουν τον ισχυρισμό της ότι ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία του Χριστού, διακατέχεται από «περιχαρακωμένα δόγματα», ότι είναι η ίδια ένα «περιχαρακωμένο δόγμα» και αρνείται να συνταχτεί με τις δομές του κόσμου, για το «καλό» της ανθρωπότητας.

       Αν θέλει να διαπιστώσει που πραγματικά βρίσκονται τα «περιχαρακωμένα δόγματα», ας ανατρέξει στα θρησκεύματα του κόσμου, όπως λ.χ. στον Ινδουισμό, με τα 300.000.000 «θεότητες» και με ζωόμορφες, όπως ο Γκανέσα «θεός» ελέφαντας ή ο Χανουμάν, «θεός» πίθηκος! Ειδικά ας κοιτάξει τον γκουρουισμό, για να δει τη φρίκη, που βιώνουν οι άτυχοι «μαθητές» από τους «επί γης θεούς» Γκουρού, οι οποίοι ασκούν όχι μόνο πνευματική, αλλά και σωματική (ακόμα και σεξουαλική) εκμετάλλευση και υποταγή και οδηγούμενοι συχνά στην αυτοκτονία. Ας ρίξει μια ματιά στο Κοράνιο για να δει τα φρικαλέα εγκλήματα, τα οποία διατάσσει, χωρίς αντίλογο και με αντάλλαγμα τις «72 αιώνιες παρθένες» του ισλαμικού «παραδείσου»! Ας διαβάσει τα φρικώδη βιβλία του Ταλμούδ για να δει τον απίστευτο ρατσισμό, μέχρι εξοντώσεως, εναντίον των «γκόιμ» (ζώων), δηλαδή των μη Εβραίων! Ας διαβάσει ακόμη τα (καλοπληρωμένα από τα μέλη της) έντυπα της πολυεθνικής εταιρίας «Σκοπιά» των «Μαρτύρων του Ιεχωβά», για να διαπιστώσει τι εστί δογματισμός και θρησκευτικός φανατισμός, ο οποίος αγγίζει τα όρια της παράνοιας, όταν υπόσχεται στους άτυχους οπαδούς της, ως ύψιστη ηδονή, ότι «σύντομα», μετά το τέλος του «Αρμαγεδόνα» θα πλύνουν τα πόδια τους στο αίμα ημών, των αγρίως σφαγμένων, μη μελών της, δηλαδή των μη καταναλωτών και διακινητών των εκδοτικών προϊόντων της εμπορικής πολυεθνικής αυτής εταιρείας!

     Τέλος θα της προτείναμε να διαβάσει το Ευαγγέλιο και ειδικά την επί του όρους ομιλία του Χριστού (κατά Ματθ. κεφ. 5-7), να το συγκρίνει με τα «ιερά» κείμενα των ως άνω θρησκευτικών σχημάτων, όπως και όλων των θρησκειών, για να διαπιστώσει, αφ’ ενός μεν το μεγαλείο του σεβασμού και της αγάπης προς κάθε άνθρωπο, ακόμα και προς τον εχθρό, που καλούνται να βιώσουν οι χριστιανοί και αφ’ ετέρου τη φρίκη που βιώνουν οι πιστοί των θρησκειών του κόσμου. Μόνο έτσι θα δει που πραγματικά βρίσκεται ο δογματισμός και ίσως αλλάξει γνώμη για την πίστη μας. Γι’ αυτό λοιπόν η Εκκλησία μας δεν συμβιβάζεται με τις αρχές του πτωτικού κόσμου, ο οποίος «όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄Ιωάν.5,19), διότι έτσι θα γινόταν η ίδια «κόσμος», θα απορροφιόταν από αυτόν   και θα έχανε τη σωστική της λειτουργία! Αν αυτό αποτελεί «σκάνδαλο» για τους εχθρούς της, για Εκείνη αποτελεί κοσμοσωτήρια αποστολή!

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Previous Article

Κείμενο συμπαραστάσεως του Αρχιεπισκόπου προς τον Πατριάρχη Αντιοχείας κ. Ιωάννη

Next Article

Μία Οἰκοδομὴ, «Θεοῦ οἰκοδομὴ ἐστε»

Διαβάστε ακόμα