Η Ιεραρχία ενώπιον διλημμάτων

Share:
Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος

Ευρισκόμεθα αναμφιβόλως προ παραχωρήσεως Θεού, η σημερινή Ιεραρχία να επωμίζεται το βάρος επιλύσεως των μεγαλυτέρων εκκλησιαστικών προβλημάτων από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους. Αν παλαιά η Εκκλησία έπρεπε να κτίση ιερούς ναούς και ευαγή ιδρύματα, διότι δεν υπήρχαν, σήμερον η δυσβάστακτος φορολογία απειλεί να επιστρέψη την Εκκλησίαν εις εκείνην την κατάστασιν, με την καιρίαν διαφοράν ότι τότε η Πολιτεία διέκειτο ευμενώς έναντι της τροφού του Έθνους και δεν επεχείρει να υπονομεύση τον ομφάλιον λώρον που συντηρεί την κοινωνίαν ζωντανήν, τόσον υλικώς όσον και πνευματικώς. Ως να μη έφθανεν αυτό κατά συγκυρίαν(;) η Εκκλησία της Ελλάδος την ιδίαν ακριβώς περίοδον του ενός και ημίσεος έτους που παρήλθε περιεπλέχθη εκουσίως – ακουσίως εις τα μεγαλεπήβολα σχέδια της υποτιθεμένης ανασυστάσεως του συνοδικού θεσμού εις παγκόσμιον επίπεδον, η οποία μετά από ένα αιώνα σχεδιασμού ηύρε περιέργως τον νέον «αυτοκράτορα» -δια να στηριχθή το νεόκοπον εγχείρημα- εις τους ιδεολογικώς ετεροκλήτους εκπροσώπους της Πολιτείας (αριστεροδέξιος κυβέρνησις, της οποίας ο ισχυρός πόλος αποτελείται από 14 συνιστώσας)!

Κανείς δεν έχει απαντήσει μέχρι στιγμής εις το θεμελιώδες ερώτημα: διατί έγινε αυτή η πολυδάπανος Σύνοδος και μάλιστα εις περίοδον λιτότητος;

Η Κυβέρνησις τυχοδιωκτικώ τω τρόπω δια λόγους διεθνούς προβολής, οι οποίοι ωστόσο δεν επετεύχθησαν –μάλλον μικρά ζημία εις τας ελληνορωσικάς σχέσεις επήλθε- επείσθη από το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως δια το αναγκαίον της Συνόδου αυτής. Ο Πρωθυπουργός με βεβαιότητα θα εζήτησε από τον Μακαριώτατον να συμμετάσχη η Εκκλησία της Ελλάδος εις αυτήν και ο Μακαριώτατος θα εσκέφθη ότι συμφωνών θα απεδείκνυε την εμπιστοσύνην του προς τον κ. Τσίπραν, ώστε μελλοντικώς να δύναται να επικαλεσθή αυτήν δια φλέγοντα ζητήματα. Ωστόσο ήδη διεφάνη εις το διάστημα που εμεσολάβησεν ότι πρόθεσις της Κυβερνήσεως είναι η αποϊσχυροποίησις της Εκκλησίας. Είτε εκ ιδεοληψίας είτε λόγω αποτυχίας εις την οικονομικήν πολιτικήν η Κυβέρνησις είναι αποφασισμένη να υλοποιήση το πλέον ανώδυνον δι’ αυτήν αλλά καίριον δια το αριστερόν της «προφίλ» πρόγραμμά της έναντι της Εκκλησίας (σύμφωνον συμβιώσεως, καύσις νεκρών, αποποινικοποίησις της βλασφημίας, θρησκειολογία, ισλαμικαί σπουδαί, τέμενος και έπονται η ευθανασία, η μισθοδοσία, η περιουσία, η αλλαγή του Συντάγματος κ.α.).

Η ουσιαστική ωφέλεια της Κυβερνήσεως όμως υπήρξεν άλλη. Ήδη από την εξαγγελίαν συγκλήσεως αυτής της τύποις Συνόδου, η Ιεραρχία ενεπλέχθη εις ένα κυκεώνα με εσωτερικά και διεκκλησιαστικά μέτωπα, τα οποία την εκράτουν διαρκώς απησχολημένην, βεβαίως όχι αδίκως. Αυτό δεν της επέτρεπε να ανοίξη νέον μέτωπον με την Πολιτείαν, καθώς προείχεν η εσωτερική ενότης. Είναι αδιαμφισβήτητον ότι η Πολιτεία παρετήρει προσεκτικώς ότι η Ιεραρχία ευρίσκετο εις τα πρόθυρα διχασμού. Ποία γεγονότα συνέβαλαν εις αυτό; Αφ’ ενός η πρόσκλησις από το Φανάρι των Μητροπολιτών της μισής Ελλάδος(!), δια να παραστούν εις την αρχήν της Ινδίκτου εις την Πόλιν (Σεπτέμβριος 2015) και αφ’ ετέρου η καταψήφισις από το 1/3 της Ιεραρχίας της συμμετοχής της εις την επισπευθείσαν από το Φανάρι Σύνοδον, παρείχαν εις την Πολιτείαν τα κίνητρα και τα εχέγγυα να συν­εργασθή προθύμως με το Φανάρι, παραχωρούσα μάλιστα άνευ ενδοιασμών τον επιλεχθέντα -όχι τυχαία- τόπον συγκλήσεως, την Κρήτην (εξίσου κρίσιμον τόπον ως η Βόρειος Ελλάς αλλά και με αυτόνομον Εκκλησίαν…).

Εις το ίδιον διχαστικόν τόνον ενεφανίσθη  προσφάτως άρθρον-απάντησις προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών του συνταγματολόγου κ. Αλιβιζάτου, ενός ανθρώπου του οποίου αι απόψεις κατά της Εκκλησίας συγκλίνουν εις την κοινήν στοχοθεσίαν των αριστερών ιδεοληψιών της παρούσης Κυβερνήσεως και των μασονικών επιδιώξεων, τας οποίας υπηρέτησαν αι προηγούμεναι Κυβερνήσεις. Ο κ. Αλιβιζάτος προβαίνει εις ανατομίαν της Ιεραχίας, συμφώνως προς την οποίαν συνυπάρχουν οι «ακραίοι» και οι «μετριοπαθείς» Ιεράρχαι, οι οποίοι συμπίπτουν με εκείνους που διεφώνησαν και με εκείνους που συνεφώνησαν με το Κολυμπαρι. Πρόκειται λοιπόν δια προμελετημένον έγκλημα…

Όλος αυτός ο μύθος δια την υποτιθεμένην ανασύστασιν του συνοδικού θεσμού εις παγκόσμιον επίπεδον δεν έλυσε κανένα πρόβλημα, αλλά εδημιούργησε πολλά με τα οποία καλείται να έλθη αντιμέτωπος η Ιεραρχία… Μεταξύ αυτών είναι και όσοι εξ αγνών κινήτρων και ευσεβούς ζήλου απετειχίσθησαν η διέκοψαν το μνημόσυνον του Πατριάρχου η του οικείου Επισκόπου τους. Ποίος επιθυμεί άραγε το σχίσμα εις τους κόλπους της Εκκλησίας της Ελλάδος; Σίγουρα όχι όσοι επιλέγουν αυτούς τους τρόπους διαμαρτυρίας, αλλά όσοι πολιτικοί και εκκλησιαστικοί φορείς επιθυμούν να την κρατούν εις αναταραχήν, ώστε οι ίδιοι να κάνουν «τη δουλίτσα» τους ανενόχλητοι. Το επιθυμούν διακαώς όσοι επωφελούνται από αυτό…

Δι’ όλους αυτούς τους λόγους που εξεθέσαμεν ανωτέρω ο Ο.Τ. εξ αρχής εκράτησεν αταλάντευτον την γραμμήν ότι η Σύνοδος του Κολυμβαρίου δεν έπρεπε να γίνη, διότι πολιτικοί ρασοφόροι και αράσωτοι πολιτικοί θα έβγαιναν με βεβαιότητα κερδισμένοι με «ρηγμένη» την Εκκλησίαν. Διατί να μη κάνη την Σύνοδον ο κ. Τσίπρας, όταν θα πληρώσουν οι Αμερικανοί; Τι να  κάνη τας λεγομένας «Νέας Χώρας» ο Πατριάρχης, όταν του δίδωμεν την Κρήτην; Τα ερωτήματα είναι δελεαστικά, αλλά παραπλανητικά. Κανονικώς θα έπρεπε να βλέπωμεν πολύ μακρύτερα και να θέσωμεν τα ερωτήματα ως εξής: Τι Σύνοδον θα απαιτήσουν οι Αμερικανοί, όταν (ξανά)πληρώσουν; Τι να την κάνη την Κρήτην ο Πατριάρχης (είτε αυτός είτε ο επόμενος), όταν θα μπορή να λάβη τας κακώς λεγομένας «Νέας Χώρας»; Αυτά δια να καταστούν κατανοητά απαιτείται φαναριώτικη διπλωματία με αριστερόν πρόσημον…

Τελικώς όμως η Σύνοδος συνεκλήθη με αποτέλεσμα η Εκκλησία της Ελλάδος να παραμένη όμηρος αυτής. Υπάρχουν όμως πάντοτε τα περιθώρια ανατροπής. Το κίνητρον ισχυρόν: Κανείς Μητροπολίτης, πολύ περισσότερον Αρχιεπίσκοπος, δεν θα επεθύμει να μείνη εις την Ιστορίαν ως εκεί­νος επί των ημερών του οποίου εψηφίσθησαν όλα εκείνα εναντίον της Εκκλησίας όσα δεν είχον ψηφισθή τα τελευταία 100 έτη. Το πεδίον ανοικτόν: το Πατριαρχείον επείγεται δια την αναγνώρισιν της Συνόδου και η Κυβέρνησις φοβείται με τα Ελληνοτουρκικά εν εξελίξει (πραξικόπημα, προσφυγικόν κ.α.) οιανδήποτε διεθνή διπλωματικήν αποτυχίαν. Απομένει να ευρεθή ο τρόπος…

Παρά τον επείγοντα χαρακτήρα όλων των φλεγόντων ζητημάτων η Ιεραρχία δεν χρειάζεται να εξωθηθή εις εσπευσμένας αποφάσεις, όταν μάλιστα έχει να κάνη με μίαν Κυβέρνησιν, η οποία δεν διαθέτει καμίαν σταθερότητα. Δεν επιτρέπεται εις Ιεραρχίαν να υιοθετή έστω και ασυνειδήτως τακτικάς πολιτικών κομμάτων, αι οποίαι χαρακτηρίζονται από εσωκομματικήν αντιπολίτευσιν. Κατ’ αυτόν η παρόμοιον τρόπον εθεώρησαν καλόν να παρουσιάσουν κάποιοι την άρνησιν των 11 Μητροπολιτών να μετάσχουν εις το Κολυμπάρι η εκείνην όσων δεν υπέγραψαν τας αποφάσεις ως αντίπραξιν προς τους φιλοοικουμενιστάς Επισκόπους. Αυτό όχι μόνον δεν προάγει την ενότητα αλλά δεν είναι και αληθές. Όλοι αυτοί οι Ορθόδοξοι Μητροπολίται ήσαν απλώς ρεαλισταί και εντελώς πραγματισταί δια τούτο και επαληθεύθησαν. Ότι δεν επρόκειτο δι’ αντίπραξιν εφάνη από το γεγονός ότι κανείς από αυτούς δεν εζήτησε δικαίωσιν η «αντίποινα» παρά την έκβασιν των πραγμάτων, διότι η λογική τους δεν ήτο εξ αρχής αυτή. Η Εκκλησία της Ελλάδος όμως αυτήν την στιγμήν καλείται να μη μηρυκάση το παρελθόν, αλλά να σταθμίση την θέσιν της απέναντι εις το σύνολον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτήν την ώραν ένα παλαίφατον Πατριαρχείον, της Αντιοχείας, το οποίον χειμάζεται μαρτυρικώς από τον πόλεμον, αλλά και το πολυπληθέστερον Πατριαρχείον της Ρωσίας (το οποίον συμφώνως προς συνοδικήν απόφασιν του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως του 1693 μ.Χ. ανηγορεύθη ως το πέμπτον της Πενταρχίας) δεν μετείχαν εις την Σύνοδον. Η Αντιόχεια αναμένει συμπαράστασιν, όταν μάλιστα η Ελλάς έχη αναλάβει μεγάλο μέρος σιτίσεως και ενδύσεως των προσφύγων. Η Κυβέρνησις προσβλέπει εις την συνεργασίαν με τη Ρωσίαν. Αμφότεραι βεβαίως Αντιόχεια και Ρωσία συμπορεύονται εις τον οικουμενισμόν (κάτι που αναπαύει τους οικουμενιστάς) με το Φανάρι, όμως έχουν έλθει εις διάστασιν δια το θέμα του Κολυμβαρίου (κάτι που αναπαύει τους αντιοικουμενιστάς).

Μήπως η τακτική του Φαναρίου που κρατά ανοικτά ζητήματα π.χ. το ζήτημα της Ουκρανίας αλλά και το σύνθημα της Κυβερνήσεως δια την αντιμετώπισιν των εσωτερικών προβλημάτων δια της «διεθνοποίησης» αυτών δύνανται να αξιοποιηθούν; Άλλωστε ένας από τους δύο αργά η γρήγορα θα ζητήση την αρωγήν της Εκκλησίας της Ελλάδος…

 

Previous Article

Η Παναγία φρονηματίζει τον βλάσφημον

Next Article

ΜΑΣΩΝΙΚΗ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣ!

Διαβάστε ακόμα