ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΑΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Share:

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ
ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΑΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
Ἁγίου Πατρὸς καὶ Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

8ον

  1. Ζωγραφίζουμε τὸν Χριστό, τὸν βασιλέα καὶ Κύριο, χωρὶς νὰ τὸν ἀπογυμνώνουμε ἀπὸ τὸ στράτευμά Του· γιατί οἱ ἅγιοι εἶναι ὁ στρατὸς τοῦ Κυρίου. Ἂς ἀπογυμνώσει ὁ ἐπίγειος βασιλιὰς τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ στράτευμά του, καὶ ἔπειτα τὸν βασιλιά του καὶ Κύριο. Ἂς βγάλει πρῶτα αὐτὸς τὴ βασιλικὴ ἁλουργίδα [πορφυρένιο ἔνδυμα, χαρακτηριστικὸ τῶν βασιλέων] καὶ τὸ διάδημα [:ταινία ποὺ ἔδενε τὴν κόμη τῶν βασιλέων καὶ συνεκδοχικὰ τὸ στέμμα καὶ ἡ βασιλικὴ ἐξουσία], καὶ τότε νὰ καταργήσει τὸ σεβασμὸ πρὸς ἐκείνους ποὺ θριάμβευσαν ἐναντίον τοῦ τυράννου καὶ ἔγιναν κύριοι τῶν παθῶν τους. Γιατί, ἂν εἶναι κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ καὶ συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ [βλ. Ρωμ. 8,17: «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν (:ἀφοῦ λοιπὸν εἴμαστε παιδιά, εἶναι φυσικὸ νὰ εἴμαστε καὶ κληρονόμοι· κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ ὡς πατέρα μας, καὶ συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀδελφοῦ μας. Καὶ γινόμαστε συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ, ἂν βεβαίως πάσχουμε μαζὶ μὲ Αὐτόν, ἔτσι ὥστε καὶ νὰ δοξαστοῦμε μαζί Του)»] καὶ μέτοχοι τῆς θείας δόξας καὶ βασιλείας Του, πῶς δὲν θὰ γίνουν καὶ μέτοχοι τῆς ἐπὶ γῆς δόξας Του οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ;

«Ἐσεῖς εἶστε φίλοι μου. Κι ἐγὼ σᾶς δείχνω τὴν τέλεια καὶ ἀνυπέρβλητη ἀγάπη μου θυσιάζοντας τὴ ζωή μου. Καὶ θὰ ἐξακολουθεῖτε νὰ εἶστε φίλοι μου, ἐὰν κάνετε ὅσα ἐγὼ σᾶς ζητῶ. Δὲν σᾶς ὀνομάζω πλέον δούλους, διότι ὁ δοῦλος χρησιμοποιεῖται ὡς ἁπλὸ ὄργανο ἀπὸ τὸν κύριό του καὶ δὲν γνωρίζει ποιὸν σκοπὸ καὶ ποιὸν λόγο ἔχει αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ κάνει ὁ κύριός του, ὅταν τοῦ ζητᾶ νὰ ἐκτελέσει κάποια ἐντολή του. Σᾶς ὀνόμασα φίλους, διότι ὅλα ὅσα ἄκουσα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου σᾶς τὰ γνωστοποίησα· διότι σᾶς θέλω συνεργάτες μου, γιὰ νὰ συνεχίσετε μὲ πλήρη ἐπίγνωση τὸ ἔργο μου)» [Ἰω.15,14-15], θὰ τοὺς στερήσουμε λοιπὸν τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς ἔχει δώσει ἡ Ἐκκλησία;

Πὼ πὼ θρασὺ χέρι! Πὼ πὼ προκλητικὴ γνώμη ποὺ ἀντιστρατεύεται στὸν Θεὸ καὶ ἐνεργεῖ ἀντίθετα πρὸς τὰ προστάγματά Του! Δὲν προσκυνᾶς τὴν εἰκόνα; Νὰ μὴ προσκυνᾶς οὔτε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀόρατου Θεοῦ ζωντανὴ [βλ. Κολ. 1,15: «ὃς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως (:Αὐτὸς ὁ Υἱὸς εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀόρατου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν φαίνεται μὲ τὰ σωματικά μας μάτια. Εἶναι πρωτότοκος, ποὺ δὲν κτίσθηκε, ἀλλὰ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τοῦ Πατρός, πρὶν νὰ δημιουργηθοῦν ὅλα τὰ κτίσματα)»] καὶ χαρακτήρας ἀπαράλλακτος.

Προσκυνῶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς σαρκωμένου Θεοῦ, τῆς Δέσποινας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, τῆς Θεοτόκου, ὡς μητέρας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τῶν ἁγίων, ὡς φίλων τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀντιστάθηκαν στὴν ἁμαρτία δίνοντας καὶ τὸ αἷμα τους καὶ μιμήθηκαν τὸν Χριστὸ χύνοντας τὸ αἷμα τους γι’ Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος προηγουμένως εἶχε χύσει τὸ δικό Του αἷμα γι’ αὐτοὺς καὶ γιὰ ὅσους πολιτεύθηκαν ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη Του. Αὐτῶν τὰ κατορθώματα καὶ τὰ πάθη ζωγραφίζω, ἐπειδὴ μὲ αὐτὰ ἁγιάζομαι καὶ καλλιεργεῖται ὁ ζῆλος μου νὰ τὰ μιμηθῶ [Αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ τοποθέτηση τῆς ἔννοιας τῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων]. Καὶ αὐτὰ τὰ σέβομαι καὶ τὰ προσκυνῶ· γιατί ὁ σεβασμὸς τῆς εἰκόνας μεταβαίνει στὸ πρωτότυπο, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος[ Μ. Βασιλείου Περὶ τοῦ ἅγιου Πνεύματος, P.G. 32,149C].

Ἂν ἀνεγείρεις ναοὺς γιὰ τοὺς ἁγίους του Θεοῦ, τότε ὕψωσε καὶ τὰ τρόπαιά τους. Παλαιότερα δὲν κτιζόταν ναὸς στὸ ὄνομα ἀνθρώπων, οὔτε γιορταζόταν ὁ θάνατος τῶν δικαίων, ἀλλὰ τὸν πενθοῦ­σαν, καὶ ὅποιος ἄγγιζε νεκρὸ ἐθεωρεῖτο ἀκάθαρτος [Ἀριθμ. 19,11: «Ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος πάσης ψυχῆς ἀνθρώπου ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας (:αὐτὸς ποὺ ἀγγίζει τὸ σῶμα κάθε νεκροῦ ἀνθρώπου θὰ εἶναι νομικῶς ἀκάθαρτος γιὰ ἑπτὰ μέρες)», ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο τὸν Μωυσῆ ἂν ἄγγιζε. Τώρα ὅμως γιορτάζονται οἱ μνῆμες τῶν ἁγίων· πένθησαν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Ἰακὼβ [Γέν. 50, 11-12].

«καὶ εἶδαν οἱ κάτοικοι τῆς Χαναὰν τὸ μεγάλο καὶ βαρὺ πένθος ὅλου ἐκείνου τοῦ πλήθους στὸ ἁλῶνι Ἀτὰδ καὶ εἶπαν: ”Αὐτὸ εἶναι πένθος μεγάλο τῶν Αἰγυπτίων”. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ὀνομάστηκε ὁ τόπος ἐκεῖνος: “Πένθος Αἰγύπτου”. Ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι στὴν ἀνατολικὴ ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη. Καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ ἔτσι ἔκαναν γιὰ τὸν νεκρὸ πατέρα τους)»], ἀλλὰ πανηγυρίζεται ὁ θάνατος τοῦ Στεφάνου. Ἢ λοιπὸν κατάργησε καὶ τὶς πανηγυρικὲς μνῆμες τῶν ἁγίων, ποὺ γίνονται ἀντίθετα πρὸς τὸν παλαιὸ νόμο, ἢ ἐπίτρεψε καὶ τὶς εἰκόνες ποὺ εἶναι, ὅπως ἐσὺ ἰσχυρίζεσαι, ἀντίθετες πρὸς τὸν νόμο.

Ὅμως εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ γιορτάζουμε τὶς μνῆμες τῶν ἁγίων, γιατί αὐτὲς προστάζει νὰ γίνονται ὁ χορὸς τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ τῶν θεοφόρων πατέρων. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε σάρκα καὶ ὁμοιώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου μὲ ἐμᾶς, χωρὶς ἁμαρτία, καὶ ἑνώθηκε ἀσύγχυτα μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ θέωσε ἀμετάβλητα τὴ σάρκα μὲ τὴν ἀσύγχυτη περιχώρηση τῆς θεότητάς Του καὶ τῆς σάρκας Του, πραγματικὰ ἁγιασθήκαμε. Καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, ὁ Ὁποῖος, ἐνῷ ἦταν ἀπαθὴς κατὰ τὴ θεότητα, ἔπαθε κατὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμα καὶ ξεπλήρωσε τὸ δικό μας χρέος, χύνοντας γιὰ μᾶς πολύτιμο καὶ ἀξιοθαύμαστο λύτρο (γιατί τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ κινεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Πατέρα καὶ εἶναι σεβαστὸ ἀπὸ Αὐτόν), πραγματικὰ ἐλευθερωθήκαμε.

Καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ πού, κατεβαίνοντας στὸν ᾅδη στὶς ψυχές, ποὺ ἀπὸ αἰῶνες ἦταν δεμένες σὰν αἰχμάλωτες, κήρυξε ἄφεση καὶ σὰν τυφλὲς ποὺ ἦταν, τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους [Λουκᾶ 4,19: «Μὲ ἔστειλε νὰ κηρύξω ἄφεση καὶ ἐλευθερία στοὺς δούλους καὶ αἰχμάλωτους τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ χαρίσω τὸ φῶς σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τυφλωμένο τὸν νοῦ τους ἀπὸ τὸν σκοτισμὸ τῶν παθῶν. Μὲ ἔστειλε νὰ ἐλευθερώσω ἀπὸ κάθε ἐνοχὴ ἐκείνους ποὺ ἔχουν καταπληγωθεῖ καὶ συντριβεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Μὲ ἔστειλε νὰ κηρύξω καὶ νὰ ἀναγγείλω τὴν ἔναρξη τῆς νέας περιόδου, ἡ ὁποία εἶναι ἀρεστὴ στὸν Θεὸ καὶ ἐπιθυμητὴ στοὺς ἀνθρώπους· διότι τὴν περίοδο αὐτὴ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὸν Μεσσία ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων»], καί, ἀφοῦ ἔδεσε τὸν ἰσχυρό του ᾅδη μὲ τὴν ὑπεροχὴ τῆς δύναμής Του [Ματθ. 12, 29: «Ἢ – ἂν δὲν σᾶς πείθει ἡ ἀπόδειξη αὐτή – σᾶς ρωτῶ: Πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τοῦ δυνατοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἁρπάξει τοὺς δαιμονισμένους, ποὺ τοὺς κατέχει σὰν ἄψυχα σκεύη, ἐὰν δὲν κατανικήσει καὶ δὲν δέσει πρωτύτερα τὸν ἰσχυρό; Καὶ τότε θὰ διαρπάσει τὸ σπίτι του. Ἡ δύναμη τοῦ διαβόλου λοιπὸν ὄχι μόνο δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ Ἐμένα, ἀλλὰ ἀντίθετα κατανικήθηκε καὶ ἐκμηδενίστηκε ἀπὸ τὴ δύναμή μου)»], ἀνέστησε τὴ σάρκα ποὺ γι’ Αὐτὸν πῆρε ἀπὸ μᾶς, κάνοντάς την ἄφθαρτη, γίναμε πραγματικὰ ἄφθαρτοι.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Previous Article

ΘΑ ΑΠΟΤΡEΨΟΥΝ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΙΣΙΝ ΤΗΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ;

Next Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Διαβάστε ακόμα