Λόγος ἀπολογητικός πρός τούς διαβάλλοντας τόν Ἐσταυρωμένον εἰς τό Ἱερόν Βῆμα – 2ον

Share:

 

Γράφει ὁ κ. Ἰωάννης Λίτινας

2ον – Τελευταῖον

  Γιά λόγους ἑστίασης στό προκείμενο θέμα ἀποφεύγουμε τήν ἐξέταση τῶν ἐπιμέρους θέσεων τοῦ θεολογικοῦ αὐτοῦ ρεύματος καί θά ἀρκεστοῦμε στήν παρατήρηση τοῦ Β.Τουλουμτσῆ:  «μέ ἄλλα λόγια, κατασκευάζεται μία εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί ὁτιδήποτε θεωρεῖται ὅτι τήν σπιλώνει, ἁπλῶς ἀποβάλλεται». Ταυτόχρονα, «τό πρόσωπο τοῦ ἔνσαρκου Λόγου ἀποσιωπᾶται καί ἀποσύρεται μπροστά στήν ἀντικειμενοποίηση καί ἀποθέωση τῶν ἐσχάτων, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία παύει νά θεωρεῖται πλέον χριστοκεντρική, γενομένων τῶν ἐσχάτων ἐπίκεντρο καί ἑρμηνευτικό κλειδί τῆς Ἐκκλησίας»[25].

  Παρατηρεῖται λοιπόν ἐπανάληψη τῆς μεθόδου τῆς εἰκονομαχικῆς συνόδου τῆς Ἱέρειας (754), ἡ ὁποία «χρησιμοποίησε κατά τό δοκοῦν καί ἐπιλεκτικά ὅσα στοιχεῖα τῆς παράδοσης ἐξυπηρετοῦσαν τήν περιχαράκωση τῶν εἰκονομαχικῶν διαταγμάτων»[26], μέ τήν διαφορά ὅτι ἐκείνη (ἡ ψευδοσύνοδος) παρουσίασε ἀλλοιωμένα καί παρερμηνευμένα πατερικά χωρία προκειμένου νά κατοχυρώση τίς θέσεις της, ἐνῶ οἱ ὑποστηρικτές τῆς ἀποβολῆς παρουσιάζουν πρός τοῦτο ξένη στούς Πατέρες διδασκαλία ὡς πατερική, «διαστρεβλώνοντας αὐτούς σύμφωνα μὲ τὶς δικές τους ἐπιθυμίες γιὰ τὸν δικό τους σκοπό»[27]. Διδάγματα καί πράξεις πού ἀναμφίβολα προσβάλλουν τήν τιμή τῆς ἱεράς εἰκόνος τοῦ Κυρίου καί τοῦ τύπου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀφοῦ συνάμα ἀποδίδουν στόν Ἐσταυρωμένο ὑπαιτιότητα γιά βλαπτικά ἀποτελέσματα ἀπό τήν θέασή Του πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα (πρᾶγμα πού συνιστᾶ βλασφημία) καί συνεπῶς κηρύσσουν ἔμμεσα τούς ἁγίους Πατέρες πού λειτουργοῦσαν ἤ λειτουργοῦντο μέ τόν Ἐσταυρωμένο ὡς πλανηθέντας ἤ πλάνους.

  Ἀποβάλλεται, ἐν τέλει, ὁ Ἐσταυρωμένος (καί ὁ Σταυρός) πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα ὡς βλαπτικός, περιττός, ἀντιπαραδοσιακός, ἀκατάλληλος καί ἀντορθόδοξος, ἐνῶ προστίθεται ἀντ’ Αὐτοῦ, ἐπιπλέον ἐπισκοπικός θρόνος (τὸ σύνθρονο) ὡς ἀναγκαῖος καί παραδοσιακός.

2. Ἡ Παναγία Βηματάρισσα – Κτητόρισσα

Ἐφόσον τίθενται ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς ἀφαίρεσης τοῦ Ἐσταυρωμένου πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα, ἀναγκαίως θά ἔχουν ἰσχύ καί στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βηματάρισσας πού βρίσκεται θησαυρισμένη ἐπί δέκα αἰῶνες στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τῆς Ἱ.Μονῆς Βατοπαιδίου Ἁγίου Ὄρους μέσα σέ μαρμάρινο προσκυνητάρι.

Κατά τήν παράδοση, μέ τήν εἰκόνα αὐτή σχετίζεται ἕνα θαῦμα πού ἔγινε τόν 10ο αἰῶνα.    Κατά τήν ἐπιδρομή τῶν Ἀράβων στήν Μονή, ὁ ἱεροδιάκονος καί βηματάρης π. Σάββας, προκειμένου νά διασώση ἀπό τήν ἁρπαγή καί βεβήλωση ὅσα μποροῦσε ἀπό τά ἱερά ἀντικείμενα, ἔριξε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας στό πηγάδι (χωνευτήρι) τοῦ  Ἱεροῦ Βήματος, μαζί μέ τόν Σταυρό τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί μία λαμπάδα ἀναμμένη καί κατόπιν σκέπασε τό πηγάδι μέ ξυλόταβλες καί πλάκες. Τό μοναστήρι λεηλατήθηκε καί ὁ π. Σάββας μέ ἄλλους μοναχούς ὁδηγήθηκαν αἰχμάλωτοι στήν Κρήτη. Ὅταν μετά ἑβδομῆντα χρόνια ἐλευθερώθηκε ἡ Κρήτη, ὁ ὅσιος Σάββας ἐπέστρεψε ὑπέργηρος στήν Μονή χωρίς νά ’βρεῖ κανένα ἀπό τούς παλιούς μοναχούς. Ἄλλοι εἶχαν πεθάνει καί ἄλλοι εἶχαν ἀναχωρήσει σέ ἄλλους τόπους. Οἱ ἐγκαταβιοῦντες μοναχοί ἦταν ὅλοι νεοφερμένοι, μαζί καί ὁ ἠγούμενος Νικόλαος. Ἀφοῦ ἔβαλε σέ ὅλους μετάνοια, διηγήθηκε τά γεγονότα τῆς λεηλασίας καί ὑπέδειξε στόν ἠγούμενο νά ἀνοίξουν τό πηγάδι. Πρός ἀπέραντη ἔκπληξη ὅλων βρῆκαν τήν εἰκόνα καί τόν Σταυρό ὄρθια πάνω στό νερό καί τήν λαμπάδα ἀναμμένη ὅπως τήν εἶχε ἀνάψει ὁ π. Σάββας πρίν ἀπό ἑβδομῆντα χρόνια! Συνέβη δηλαδή διπλό θαῦμα· τά ἱερά ἀντικείμενα πού εἶχαν πέσει μέσα στό νερό δέν καταστράφηκαν, ἡ δέ λαμπάδα ἔκαιγε ἑβδομῆντα  χρόνια  χωρίς νά  ἐξαν­­τλεῖται! Τότε, «ἔβγαλαν τά ἱερά σκεύη ἀπό τό νερό καί τά τοποθέτησαν στόν τόπο τους, τήν εἰκόνα στήν Ἄνω Καθέδρα καί τόν Σταυρό πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα»[28].

Ἡ μοναδική αὐτή ἁγιορείτικη παράδοση τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος ὄχι μόνο ἀκυρώνει αὐτομάτως κάθε ἰσχυρισμό πού θά τήν ἤθελε βλαπτική, ἀκατάλληλη, περιττή ἤ ἀντιπαραδοσιακή ἀλλά, νομίζουμε, ὅτι καί ἡ σκέψη μόνο ἀποβολῆς της ἀπό τήν θέση αὐτή εἶναι ἀπολύτως ἀδιανόητη, διότι ἰσοδυναμεῖ πρακτικά μέ ἀσέβεια ἀπέναντι στήν Κυρία Θεοτόκο, ἀγνωμοσύνη ἀπέναντι στίς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες της, ἄρνηση ἀναγνώρισης τῆς πνευματικῆς της δικαιοδοσίας ὡς Κτητόρισσας τῆς Μονῆς καί ὅλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἔτι δέ καί  καταφρόνηση τῆς μακραίωνης ἁγιορείτικης παρακαταθήκης.

Ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τό Ἱερό Βῆμα τῆς πίστεώς μας. Μέ τήν Βηματάρισσα πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα ἁγιάσθηκαν οἱ μοναχοί πολλῶν αἰώνων καί ἔτσι ἡ θέση της ἐκεῖ ἔγινε σεβαστή ἀπό ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος, τό ὁποῖο δέν τηρεῖ τήν ἴδια πρακτική σέ ὅλα τά μοναστήρια, σκῆτες καί κελλιά του. Ἀλλοῦ ὑπάρχει ἡ Παναγία πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα, ἀλλοῦ ὁ Σταυρός τῶν λιτανειῶν, ἀλλοῦ ὁ ἀποσπώμενος Ἐσταυρωμένος ὅπως στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα, ἀλλοῦ μεγάλος Σταυρός (ὄχι ὁ τῶν λιτανειῶν), ἀλλοῦ Ἐσταυρωμένος ζωγραφούμενος καί ἀλλοῦ συνύπαρξη αὐτῶν.

Ὅλες οἱ μορφές συντελοῦν μέ τό δικό τους τρόπο στήν λατρεία χωρίς νά ἀναιρεῖ ἡ μία τήν ἄλλη, οὔτε νά θεωρεῖται σωστότερη ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη.

3. Ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας

Ἐπειδή πολύς λόγος γίνεται περί «σωστῆς» καί «λανθασμένης» παράδοσης στήν λατρεία, κρίνεται ἀπαραίτητο νά διευκρινιστοῦν ὀλίγα κατωτέρω.

Ἡ ὀρθόδοξη λατρεία προσέλαβε σύν τῷ χρόνῳ «νέα» στοιχεῖα (ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ μετάθεση τοῦ δεσποτικοῦ θρόνου λόγῳ ὑψώσεως τοῦ τέμπλου ἀπό τήν κόγχη τοῦ ἱεροῦ Βήματος στόν κυρίως ναό, ἡ εἰσαγωγή κατά τόν 14ο αἰ. μεγάλων εἰκόνων -τά «δεσποτικά»- στό τέμπλο ἀντί τῶν βήλων, κ.ἄ.) πού ἐμπλούτισαν, ἐνίσχυσαν καί ἀνέδειξαν ἐναργέστερα τὸν χριστοκεντρικό χαρακτήρα της, ἐπιβοηθώντας λειτουργούς καί λειτουργουμένους στήν χαρισματική βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, στήν «μέθεξη» τῆς μυστικῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. «Τά νέα στοιχεῖα μοιάζουν μέ κλαδιά ἑνός δένδρου, πού ἁπλώνονται χωρίς νά ἐμποδίζουν τήν ὁμαλή ἀνάπτυξή του»[29]. Τό στοιχεῖο τῆς παραδόσεως πού ἀφέθη πίσω δέν θεωρεῖται πλέον «λάθος» καί σαφῶς ὅ,τι «νέο» εἰσάγεται καί υἱοθετεῖται ἀπό τήν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι κάτι ξένο καί ἀνοίκειο ἀλλά ἐμπλουτισμός, προέκταση, προσαρμογή ἤ ἀνάπτυξη τοῦ παλαιοῦ. «Ἡ ἐν τῇ λατρείᾳ μας δημιουργηθεῖσα διά τῶν αἰώνων ποικιλία τῶν ἀναγινωσκομένων, ἀπαγγελλομένων, ψαλλομένων, τελουμένων, ἀκουομένων καί ὁρωμένων ὁμοιάζει πρός τήν ποικιλίαν τῶν ἤχων καί ὀργάνων, ἡ ὁποία καθιστᾶ πλουσιωτέραν καί πλέον ἑλκυστικήν τήν ἑνιαίαν συμφωνία τῆς λατρείας μας ἡ ὁποία φέρει ἡμᾶς εἰς ἄμεσον καί ζῶσαν ἐπαφή μετά τοῦ Κυρίου μας.»[30].

Ὡστόσο, ἡ ἀφαίρεση ἐπιμέρους στοιχείων πού προηγουμένως ἐμπλούτισαν αὐτή τήν ἑνιαία συμφωνία τῆς λατρείας στήν Ἐκκλησία, λειτουργεῖ μᾶλλον ὡς ληστρική πράξη, παρά ὡς «θεραπεία» της. Ὅποιο στοιχεῖο, ὅποια ἐπινόηση, ὅποια πράξη, δέν ἀναγνωρίζεται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, ἀποτελεῖ τελικά καινοτομία πού στόχο ἔχει στήν πραγματικότητα τήν ἀνατροπή τῆς ἐνθέσμου Ἱερᾶς Παραδόσεως [31].

Ἔτσι, ὅταν εἰσήχθη ὁ Ἐσταυρωμένος στήν Ἑλλάδα υἱοθετώντας παλαιοτάτη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας[32] καί ἐγκατεστάθη πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα[33], αὐτό ἀναγνωρίσθη ὡς οἰκεῖο, γνώριμο καί θεμιτό θεολογικά καί λειτουργικά στοιχεῖο, ἀφοῦ ἄλλωστε προϋπῆρχε ἤδη στή λατρευτική πράξη καί ἐθεᾶτο πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα ὁ Σταυρός τῶν λιτανειῶν τουλάχιστον ἀπό τόν 6ο αἰ. Τόν ἴδιο χρόνο, οἱ τελετές τῆς Ἐξόδου τοῦ Σταυροῦ, τῆς Ἀποκαθήλωσης καί τοῦ Ἐπιταφίου πού συνεισῆλθαν μέ τόν Ἐσταυρωμένο -ὁμοίως ἀπό τήν Ἀντιόχεια- εἶχαν τίς καταβολές τους ἀπό τά βυζαντινά «θρησκευτικά δράματα» καί ἀποτελοῦσαν προσδοκία τοῦ λαοῦ πού τά εἶχε στερηθεῖ ἀπό τούς χρόνους τῆς Ἅλωσης [34]. Οἱ τελετές αὐτές ἔγιναν ἀμέσως εὐπρόσδεκτες ἀπό τόν πιστό λαό πού τίς ἀγκάλιασε μέ μεγάλη εὐλάβεια. Σύν τῷ χρόνῳ ἀπέβησαν ἰσχυρότατο λατρευτικό ἔθος καί ἐκκλησιαστική παράδοση πλήρως ἐναρμονισμένη μέ τό θεολογικό ὑπόβαθρο τῶν εἰς ἀνάμνησιν τελουμένων τῆς Μ. Ἑβδομάδος.

Ὅταν ὅμως ὁ Ἐσταυρωμένος ἀπεβλήθη ὡς ἀκατάλληλος ἀπό τό ἱερό -(καί δέν γνωρίζουμε ἀκόμα ἄν ἡ ἀποβολή προχωρήσει κατά συνέπειαν καί στίς προαναφερόμενες τελετές)- προσέκρουσε ἀμέσως στό αἰσθητήριο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος ὡς «συναγερμός» ἀπειλῆς τῆς πίστεως ἀπό ἐνέργεια πού ἔθιγε τήν χαρισματική λατρευτική του ἐμπειρία, ἐνῶ στά ἐπιχειρήματα πού τήν συνόδευαν ἀναγνωριζόταν σαφῶς μιά ξένη καί ἄρα ἑτερόδοξη χριστολογία και ἐκκλησιολογία. Διότι ἀρχαία καί κοινή πεποίθηση στούς ὀρθοδόξους εἶναι ὅτι «καθὼς μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια ἀτενίζω τὴν εἰκόνα (σ.σ. μάλιστα τοῦ Ἐσταυρωμένου) ἐξακοντίζω τὰ νοητὰ μάτια τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ μου στὸ μυστήριο τῆς Ἔνσαρκης Οἰκονομίας καὶ παρακαλῶ τὴν ἀγαθότητα καὶ εὐσπλαγχνία Του γιὰ τὰ πολλὰ καὶ ἀσυγχώρητα ἁμαρτήματά μου»[35].

Ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ὁ προκληθείς σκανδαλισμός ἔπεσε βαρύς καί ἡ γρηγοροῦσα δογματική συνείδηση τοῦ λαοῦ ἐξηγέρθη ἐνώπιον τῆς συντελεσθείσας προσ­βολῆς τῆς τιμῆς τοῦ Ἐσταυρωμένου καί τοῦ Σταυροῦ. Αὐτό ἄλλωστε παρατηρεῖται διαχρονικά ὅταν θίγεται ἡ πίστη καί τό ὀρθόδοξο φρόνημά του.

4. Χαρακτηριστικά στοιχεῖα τῆς εἰκονομαχίας

Κάνοντας λόγο γιά εἰκονομαχία συνήθως ἀντιλαμβανόμαστε τήν πολεμική ἐναντίον τῶν εἰκόνων στήν ὀξύτερη μορφή της, δηλ. τήν καταστροφή τους μέ διάφορους τρόπους. Ὡστόσο,  ἡ αἵρεση αὐτή κατά τόν 8ο καί 9ο αἰ. διῆλθε μέσῳ πολλῶν ἐκφάνσεων. Πολεμουμένη ἀπό τούς ὀρθοδόξους ἐνήλλασσε συνεχῶς τά ἐπιχειρήματά της και ποίκιλλε σέ τρόπους, ἔνταση καί διάδοση στά ὅρια τῆς αὐτοκρατορίας. Μολονότι ξεκίνησε ἤπια, ἐπιδιώκοντας νά μή προκαλέσει ἔντονες ἀντιδράσεις, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε αὐτήν ὡς καινοτομία ἀπό τήν πρώτη της κιόλας ἐκδήλωση.  Σαφέστατα, πρίν τήν ἐμφάνισή της, ἦταν ἀρκετά διαδεδομένη ἡ ἀντίρροπη ἐκ δεξιῶν πλάνη πολλῶν «οὐ κατ᾿  ἐπίγνωσιν» ζηλωτῶν, κατά τήν ὁποία ἡ τιμή τῶν ἱ. εἰκόνων δέν διέβαινε «ἐπί τό πρωτότυπον», ἀλλά εἶχε μεταλλαχθῆ σέ λατρεία τῆς ἴδιας τῆς εἰκόνας[36]. Φαίνεται πώς ὁ καλός Θεός θεράπευσε τό πρῶτο μεγάλο κακό παραχωρώντας τήν ἐμφάνιση ἑνός ἀντιθέτου καί μεγαλυτέρου, ὥστε τελικά νά ἐκμηδενίσει καί τά δύο.

Ἡ ἀρχή τῆς εἰκονομαχίας (726) ἔγινε μέ τήν διά λόγου πολεμική κατά τῶν εἰκόνων ἀπό τόν αὐτοκράτορα Λέοντα Γ’ [37]. Ὁ ἴδιος δέν ἐξέφρασε ἀμέσως μετά τήν στέψη τίς εἰκονομαχικές του ἀντιλήψεις, ἀλλά διήνυσε σχεδόν μία δεκαετία συμμετέχοντας στά τυπικά ὡς ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας. Μάλιστα ἀναφέρεται ὅτι τό 717-718, πρό ἐπικείμενης ἐπίθεσης τῶν Ἀράβων, κατευθύνθηκε πρός τά τείχη τῆς Βασιλεύουσας -μαζί μέ τόν λαό καί τόν Πατριάρχη Γερμανό- ψέλνοντας συνέχεια καί κρατώντας τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας στά χέρια του. Ἡ ἐξόντωση τοῦ ἀραβικοῦ στόλου ἀποδόθηκε στή θαυματουργική ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου καί στή βοήθεια τοῦ ὑγροῦ πυρός κατά τό ἀνθρώπινο.

Κατόπιν ὅμως ὁ Λέων ἔχοντας συμβούλους του τούς εἰκονομάχους ἐπισκόπους Νακωλείας Κωνσταντῖνο, Ἐφέσου Θεοδόσιο καί Κλαυδιουπόλεως Θωμᾶ -οἱ ὁποῖοι ἐγκωμίαζαν τόν αὐτοκράτορα γιά τίς ἀνεικονικές του ἀντιλήψεις, ἀλλά οἱ ἴδιοι ἀπέκρυπταν τά εἰκονομαχικά τους φρονήματα ἀπό τόν Πατριάρχη Κων/πόλεως ἅγιο Γερμανό Α’- «ἐπιχείρησε κατ’ ἀρχήν νά ἀπομακρύνη τούς πιστούς ἀπό τίς εἰκόνες καί ὄχι νά ἐπιβάλλη μία γενική ἀπαγόρευση τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων»[38]. Πρός τοῦτο, ἀφοῦ ἐξήγγειλε ὅτι δέν πρέπει νά προσκυνοῦνται, διέταξε προφορικῶς τήν τοποθέτηση ὅλων ἐκείνων πού ἦταν προσβάσιμες σέ ἀσπασμό καί προσκύνηση ἀπό τούς πιστούς, σέ ὑψηλότερες θέσεις, ὥστε νά ἀποφευχθῆ ἀκριβῶς ἡ προσκύνησή τους [39]. Ὅμως ἡ μανία τῶν εἰκονοκλαστῶν γρήγορα ἔδειξε τό πραγματικό της πρόσωπο. Ἐπιλαθόμενοι τῶν εὐεργεσιῶν τῆς Θεοτόκου στράφηκαν ἀκόμα καί ἐναντίον τῶν πρεσβειῶν της ἀλλά καί τῶν λειψάνων τῶν ἁγίων.

Οἱ πιστοί «σφόδρα λυπούμενοι ἐπὶ ταῖς καιναῖς διδασκαλίαις»[40] ἀντέδρασαν δυναμικά μή ἀνεχόμενοι τήν πολεμική ἐναντίον τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὅταν μάλιστα ἐξεδόθη ἐπισήμως διάταγμα (730) κατ’ αὐτῶν, ἡ ἀφαίρεση ἀπό τούς ναούς καί βεβήλωσή τους συνάντησε σφοδρότερη ἀντίσταση. Ἐν τούτοις, ἀνάλογα μέ τήν θέση τοῦ ἑκάστοτε ἐπισκόπου ἀπέναντι στό ζήτημα (εἰκονομάχος ἤ εἰκονόφιλος), οἱ ἐντός τῶν ναῶν εἰκόνες ἀλλοῦ κατεστρέφοντο, ἀλλοῦ ὄχι. [41] «Βεβαίως, ἡ καταστροφὴ τῶν ἱ. εἰκόνων καί ὁ διωγμὸς τῶν ἀντιδρώντων δὲν εἶχαν γενικὴ ἐφαρμογὴ. Στὴν Ἁγία Σοφία καί σέ πολλοὺς ναούς τῆς Κπόλεως ἤ τῶν ἐπαρχιῶν δέν καταστράφηκαν τά ψηφιδωτά καί πολλές τοιχογραφίες»[42].

Μία ἐπιπλέον σημαντική πτυχή στήν εἰκονομαχική δράση ὑπῆρξε ἐκείνη ἔναντι στά ἀντικείμενα τῆς λατρείας. Οἱ εἰκονομάχοι ἐνῶ ἐμάχοντο τίς ἱερές εἰκόνες, τήν ἴδια στιγμή κάποιοι ἀπ’ αὐτούς τιμοῦσαν ὡς ἱερά ἀντικείμενα τόν Σταυρό καί τό Εὐαγγέλιο πού ὅμως ἔφεραν πάνω τους τήν εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως καί τῆς Ἀναστάσεως. Τήν ἀντινομία αὐτήν ὑπέδειξε στόν αὐτοκράτορα Λέοντα τόν Ε΄, ὁ Πατριάρχης ἅγιος Νικηφόρος καταγγέλλοντας τούς εἰκονομάχους μεταξύ ἄλλων γιά ἀσυνέπεια καί ἀντίφαση[43], ἀφοῦ ἄλλα τά τιμοῦσαν καί ἄλλα τά ἀπέρριπταν. Ἀργότερα (787), οἱ Πατέρες τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν τήν ὑποκρισία πού μεταχειρίζονται πάντοτε οἱ αἱρετικοί, ἐξέτασαν μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν εἰλικρίνεια τῆς μετανοίας τους καί ἀναλόγως τούς ἐδέχοντο[44].

Συμπερασματικά, ἡ Ἐκκλησία ἐξέλαβε ὡς προσβολή τῆς πίστης ὄχι μόνο τήν διά λόγου ἐναντία τῶν εἰκόνων διδασκαλία, ἀλλά καί κάθε πράξη πού ἀπομείωνε ἔστω καί στό ἐλάχιστο τήν ἀπόδοση τιμῆς σέ αὐτές (ἡ ὁποία ἀνάγεται στό πρωτότυπο), διότι κατ’ οὐσίαν ἡ προσβολή αὐτή ἐστρέφετο κατά τῆς ἐμπειρίας καί τῆς χριστολογίας της. «Γι’ αὐτό καί ἡ ἄρνηση τῶν εἰκόνων ἀντιμετωπίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς δογματικό καί παράλληλα ἀνθρωπολογικό ζήτημα πού θέτει σέ ἀμφισβήτηση τόσο τά θεμέλιά της ὅσο καί τήν πνευματική ἐμπειρία της» σημειώνει ὁ καθηγητής Δ. Τσελεγγίδης[45]. Αὐτό τό φρόνημα ἀποτυπώθηκε καί στόν Ὅρο Πίστεως (καί ὄχι ἁπλό ἱερό Κανόνα) τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου ἡ ἀποβολή ἀπό τήν ἐκκλησία εἰκόνας ἤ Σταυροῦ ἤ ἱεροῦ λειψάνου ἐπισύρει τήν καθαίρεση καί τόν ἀφορισμό σέ ὅσους κληρικούς ἤ λαϊκούς τήν ἀποτολμήσουν:

«Τοὺς οὖν τολμῶντας ἑτέρως φρονεῖν ἢ διδάσκειν, ἢ κατὰ τοὺς ἐναγεῖς αἱρετικοὺς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις ἀθετεῖν καὶ καινοτομίαν τινὰ ἐπινοεῖν ἤ ἀποβάλλεσθαί τι ἐκ τῶν ἀνατεθειμένων τῇ ἐκκλησίᾳ, εὐαγγέλιον ἤ τύπον τοῦ σταυροῦ ἢ εἰκονικὴν ἀναζωγράφησιν ἢ ἅγιον λείψανον μάρτυρος, ἢ ἐπινοεῖν σκολιῶς καὶ πανούργως πρὸς τὸ ἀνατρέψαι ἕν τι τῶν ἐνθέσμων παραδόσεων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἔτι γε μὴν ὡς κοινοῖς χρῆσθαι τοῖς ἱεροῖς κειμηλίοις ἢ τοῖς εὐαγέσι μοναστηρίοις, ἐπισκόπους μὲν ὄντας ἢ κληρικοὺς καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, μονάζοντας δὲ ἢ λαϊκοὺς τῆς κοινωνίας ἀφορίζεσθαι».[46]

5. Οἱ πρῶτοι μάρτυρες ὑπερασπίσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων

Στίς δύο περιόδους τῆς εἰκονομαχίας ἡ Ἐκκλησία πλούτισε μέ μία Οἰκουμενική Σύνοδο (Ζ’), ἐξαίσια θεολογικά συγγράμματα, ἐκπληκτικά κατορθώματα ἀγωνιστῶν τῆς πίστεως, ἀμέτρητα θαύματα μέσῳ τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί ἀσφαλῶς πολλούς Μάρτυρες, Ὁμολογητές καί Ὁσίους. Ἡ συνείδηση τῆς Ὁσιομάρτυρος ἁγίας Θεοδοσίας, πού ἑορτάζουμε στίς 29 Μαΐου, ἐξηγέρθη σφοδρῶς ὅταν κατόπιν τοῦ ἐπισήμου διατάγματος καταστροφῆς τῶν εἰκόνων (730), ἐπιχειρήθηκε ἡ καθαίρεση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία βρισκόταν ὄχι ἐντός κάποιου ναοῦ, ἀλλά πάνω ἀπό τήν Χαλκή Πύλη τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἡ ἀντίδρασή της μαζί μέ ἄλλους δέκα ἁγίους μάρτυρες εἶναι ἀδιανόητη σήμερα στά ἐξευρωπαϊσμένα κάλπικα ἤθη μας.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος περιγράφει στό συναξάρι της: «Εἰς καιρόν ὁποῦ ὁ σπαθάριος τοῦ βασιλέως ἔβαλε τήν σκάλαν, καί ἀνέβη διά νά κρημνίση εἰς τήν γῆν τήν ἁγίαν εἰκόνα, εὐθύς ἡ μακαρία αὕτη Θεοδοσία ὁμοῦ μέ ἄλλας εὐσεβεῖς γυναῖκας, ἔπιασαν τήν σκάλαν, καί ἔρριψαν αὐτήν κατά γῆς ὁμοῦ μέ τόν Σπαθάριον, ὁ ὁποῖος πεσών εἰς τήν γῆν, ἐτελεύτησεν. Ἔπειτα πηγαίνουσαι εἰς τό Πατριαρχεῖον, ἐλιθοβόλουν τόν δυσσεβῆ καί εἰκονομάχον (πατριάρχην) Ἀναστάσιον. Παρευθύς λοιπόν, αἱ μέν ἄλλαι γυναῖκες, ἀπεκεφαλίσθησαν. Tήν δέ Ἁγίαν ταύτην Θεοδοσίαν, ἐτράβιζεν ἕνας ὠμός καί ἀπάνθρωπος στρατιώτης. Φθάσας δέ εἰς τήν τοποθεσίαν, τήν ὀνομαζομένην τοῦ Bοός, ἐπῆρεν ἕνα κέρατον κριαριοῦ, καί μέ μεγάλον θυμόν καί μανίαν, ἔμπηξεν αὐτό ὁ θηριώδης καί διεπέρασεν εἰς τόν λαιμόν τῆς Ἁγίας, καί ἔτζι ἐπροξένησεν εἰς τήν μακαρίαν τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. Tα δέ ἄπειρα θαύματα, ὁποῦ καθ’ ἑκάστην ἐνεργοῦνται ἀπό τό ἅγιον αὐτῆς λείψανον, εἶναι δυνατόν νά τά μάθη ὅποιος βούλεται»[47].

Μαζί της, πλῆθος πολύ γυναικῶν καί ἀνδρῶν πού συμμετεῖχε στήν ἀντίδραση καί ὑπεράσπιση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ μαρτύρησε γιά τήν πίστη του. Ἀνάμεσά τους ἑορτάζουμε στίς 9 Αὐγούστου τήν μνήμη τῶν «Ἁγίων δέκα Mαρτύρων, τῶν διά τήν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Xριστοῦ, τήν ἐν τῇ Xαλκῇ Πύλῃ ἀθλησάντων, Ἰουλιανοῦ, Mαρκιανοῦ, Ἰωάννου,  Ἰακώβου, Ἀλεξίου, Δημητρίου, Φωτίου, Πέτρου, Λεοντίου, καί Mαρίας τῆς πατρικίας».

Ὁ ἱερός πατήρ σημειώνει στό συναξάρι τῶν ἁγίων αὐτῶν: «τότε οἱ γενναῖοι οὗτοι τοῦ Xριστοῦ ἀθληταί ἐπρόφθασαν, καί πιάσαντες τήν μίαν σκάλαν, ἐτράβηξαν αὐτήν πρός τόν ἑαυτόν τους, καί οὕτω κατεκρήμνισαν κάτω τόν Σπαθάριον, ὁποῦ ἐκρήμνιζε τήν σεβασμίαν Εἰκόνα, καί ἐθανάτωσαν αὐτόν, τόν δέ ἀσεβῆ Βασιλέα ἐκαταρῶντο καί ἀνεθεμάτιζον» [48].

Αὐτά καί ἄλλα συναξάρια εἶχε ὑπ’ ὄψιν του ὁ ἅγιος Παΐσιος λέγοντας : «στήν βυζαντινή ἐποχή μιά εἰκόνα ἔβγαζαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἀντιδροῦσε ὁ κόσμος. Ἐδῶ ὁ Χριστός σταυρώθηκε, γιά νά ἀναστηθοῦμε ἐμεῖς, καί ἐμεῖς νά ἀδιαφοροῦμε!» [49].

Ἀντάμα, λίγο μετά τήν συγγραφή τῶν ἀθάνατων ἔργων τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ γιά τήν τιμή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀνώνυμοι πιστοί ὑπερασπίζονται τίς ἱερές εἰκόνες μέ τήν ἴδια πεποίθηση, γράφοντας ἀπολογητικούς λόγους ἀπηχώντας τίς ἀπόψεις τοῦ ἁγίου. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἀμεσότητα μέ τήν ὁποία διατυπώνουν τήν σκέψη τους στόν «Στηλιτευτικό Διάλογο Κατά τῶν Εἰκονοκλαστῶν»[50], ὅπου ἀποκαλοῦν τούς εἰκονομάχους ἐπισκόπους μεταξύ ἄλλων «θολόσοφους», «μεμψίμοιρους», «νεοκήρυκες καί κενούς θεολόγους», «νέους Φαρισαίους»,  διότι «ὅπως ἀληθινὰ ἐκεῖνοι (οἱ Φαρισαῖοι) ἀρνήθηκαν ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε, ἔτσι καὶ τώρα οἱ νεόκοποι κήρυκες δὲν θέλουν νὰ προσκυνοῦν καὶ νὰ σέβονται τὶς σεβάσμιες καὶ σεπτὲς εἰκόνες τῆς σωματικῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ». Ἀλλά, «μωρολογώντας, κατασκεύασαν νέα πίστη, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ τῶν ἁγίων Πατέρων μας, ποὺ ἦταν μαθητὲς καὶ διάδοχοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων». Δυσ­τυχῶς, «αὐτοί ποὺ ἔλαχε νὰ εἶναι ἐπίσκοποι καὶ ποιμένες τῶν λογικῶν προβάτων, ἐξαιτίας ἄσκοπης δόξας καὶ μόνο, περιφρονώντας τὶς φωνὲς τῶν Πατέρων, ἀφοῦ ἐξόπλισαν τοὺς ἑαυτούς τους ἐναντίον τῆς πίστεως, διαστρεβλώνουν ὅσα εἶπαν ἐκεῖνοι ὀρθά, καὶ διδάσκουν σύμφωνα μὲ τὸ φτωχὸ καὶ θολωμένο μυαλό τους»[51].

Ἡ Ἐκκλησία συνεπῶς, δέν ἐπλανήθη ἀπό τίς κακόδοξες διδασκαλίες τῶν εἰκονομάχων ἐπισκόπων καί αὐτοκρατόρων ἀλλά -ὅπως συμβαίνει σέ κάθε δογματικό ζήτημα- χωρίς ἀκόμα τήν ἐπίσημη κατάθεση τῆς ὀρθόδοξης δογματικῆς διδασκαλίας περί τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀπό τήν Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδο (787), εἶχε ἤδη βιωματικῶς κατασταλαγμένη στήν ζωή της τήν τιμή ἀπέναντι σέ αὐτές, ἀφοῦ ἄλλωστε θεμελιωνόταν καί ἐπιβεβαιωνόταν χαρισματικῶς κατά παράδοση στούς θεοφόρους Πατέρες.

6. «Ταῖς ἁγίαις εἰκόσι τὸ σέβας ἀναπέμψατε…»

Μολονότι στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση ὅ,τι ἐναντιώνεται στήν πίστη γίνεται ἀντιληπτό καθαρά καί χωρίς ἀμφιβολία, εἶναι ἐντούτοις ἀπαραίτητο νά κατατίθεται λόγος «πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου» (Α’ Πέτρ.3,15).

Πάντα τά ἀνωτέρω ἐγράφησαν μετά πόνου καί θλίψεως γιά τήν ἐμμονή τῆς Ἱ.Μ. Περιστερίου στό ἐγχείρημα, παρά τόν βαρύ σκανδαλισμό, τίς πολυάριθμες ἐκκλήσεις καί προσπάθειες πού κατεβλήθησαν ἀπό τό ποίμνιο εἴτε σέ ἀτομικό, εἴτε σέ συλλογικό ἐπίπεδο, ἄτυπα ἀλλά καί τυπικά.

Ἡ ἄκτιστη Χάρις, γνωρίζουμε, δέν ἔρχεται σέ λανθασμένη κατάσταση. Τώρα πού ἀφαιρέθη ὡς ἀκατάλληλος ὁ Κύριος τῆς Δόξης ἆραγε σέ ποιά κατάσταση μᾶς βρίσκει; «Ἐάν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν» (Ἰω.12,32) εἶπε τό ἀψευδές στόμα. Τώρα πού ἀπεβλήθη ἀπό τό Ἱερό ὡς βλαπτικός, ποιά ἄλλη θέα δύναται νά ἀναπληρώσει αὐτήν τήν στέρηση ὡς ὠφέλιμη; Ἆραγε ὑφίσταται ἀκόμα σ’ αὐτούς τούς ναούς ἤ μήπως «ἀπέστη ὁ ἔφορος τῶν ἐκεῖσε Ἄγγελος»;[52]. Τώρα πού ἐγκατελείφθη ὡς περιττός στίς ἀποθῆκες, τί ἄλλο περιμένουμε νά ἀκούσουμε ἀπό Ἐκεῖνον παρά τό: «δύο καὶ πονηρὰ ἐποίησεν, ὁ πρωτότοκος υἱός μου Ἰσραήλ, Ἐμὲ ἐγκατέλιπε, πηγὴν ὕδατος ζωῆς, καὶ ὤρυξεν ἑαυτῷ φρέαρ συντετριμμένον»; (Στιχηρό αἴνων Ὄρθρου Μ.Παρασκευῆς). Ὁ ἅγιος Ταράσιος, προεδρεύων τῆς Ζ’ Οικουμενικῆς, ἑρμηνεύει ὅτι ἡ προφητεία αὐτή (Ἰερ.2,13) ἀφορᾶ τούς «τάς καινοτομίας εἰσαγόντων ἐν τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ», ἐνῶ «λάκκος συντετριμμένος ἐστί πᾶς αἱρετικῶν λόγος, ἐξ’ οὗ ἤντλησαν οἱ τῆς χριστιανοκατηγορικῆς αἱρέσεως εἰσηγηταί καί ἐπότισαν τούς ἁπλουστέρους ἀνατροπήν θολεράν»[53].

Ἐφόσον δημιουργεῖται ἀναστάτωση στό ποίμνιο, βαρύς σκανδαλισμός καί σχίσμα ἕνεκεν τῆς ἀποβολῆς τοῦ Ἐσταυρωμένου, κρίνεται ἀναγκαῖο νά συγκληθεῖ ἡ Ἱ. Σύν­­οδος τῆς Ἱεραρχίας, ὥστε νά τό θεραπεύσει ἀποφαινόμενη ὀρθοδόξως περί αὐτῆς. Μέχρι τότε…

«εἶναι ἐντολὴ τοῦ Κυρίου νὰ μὴ σιωπᾶμε ὅταν κινδυνεύει ἡ πίστη… Ἀλλοίμονο! Οἱ πέτρες θὰ κράξουν, καὶ σὺ μένεις σιωπηλὸς καὶ ἀδιάφορος;… Ὥστε ἀκόμα καὶ ὁ πτωχὸς τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως δὲν θὰ ἔχει καμμιὰ δικαιολογία, ἂν τώρα δὲν μιλᾶ, γιατὶ θὰ κριθεῖ καὶ μόνο γι᾿ αὐτό» [54], μᾶς ἀφυπνίζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης.

Εὐελπιστοῦμε, ἄν θέλει ὁ Θεός, νά συγκεντρώσουμε στό μέλλον ὅλα τά ἀνωτέρω καί προηγούμενα ἀπολογήματα ὑπέρ τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου μαζί μέ ἐπιπλέον στοιχεῖα σέ ἕνα πόνημα, ὥστε νά καθίσταται εὔχρηστο σέ ὅσους καλοπροαίρετα θέλουν μετά λόγου γνώσεως νά ἀκολουθοῦν τούς ἁγίους πού Τόν ἀγκάλιασαν ψυχῇ τε καί σώματι καί λειτουργοῦσαν ἀτενίζοντας Αὐτόν πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα.

Ὡς ἄλλον ἐπίλογο, ἑνώνουμε τήν φωνή μας μέ ἐκείνη τῶν πιστῶν τῆς ἐποχῆς τῆς εἰκονομαχίας, δίπλα στόν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, ἀπευθυνόμενοι μέ τά δικά τους λόγια στούς κληρικούς πού δυστυχῶς πειθόμενοι σέ μάταια, κακόδοξα καί ψευδῆ ἐπιχειρήματα, ἀπέβαλαν τά ἱερά:

«Σᾶς παρακαλοῦμε νά ἀπορρίψετε τήν μάταιη διδασκαλία σας καί νά κατακρίνετε τούς ἑαυτούς σας καλῶς, γιά ὅσα κακῶς διαπράξατε. ᾽Ανορθῶστε τά λυγισμένα γόνατα τῆς ψυχῆς σας, καί σηκῶστε ὄρθιες τίς τραχεῖες σας, καί μέ τίς ἅγιες φωνές τῶν Πατέρων, μαζί μέ μᾶς, ἀποδῶστε τό σεβασμό στίς ἅγιες εἰκόνες, ὥστε μέ μιά φωνή νά ἀναπέμψουμε δοξολογία στόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα του, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.» [55]

Περιστέρι 24/3/2024

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν ᾗ ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καί Σεπτῶν Εἰκόνων

Σημειώσεις:

[25] ΤΟΥΛΟΥΜΤΣΗ Β., Ἡ ἑνότητα Σταυροῦ καί Ἀνάστασης στό “ἑνιαῖον” τῆς θείας Οἰκονομίας καί στό “διαιρετικόν” τῆς προτεσταντικῆς ἐσχατολογίας. [26] ΤΟΥΛΟΥΜΤΣΗ Β., Τό Ἐκκλησιολογικό πλαίσιο καί οἱ προϋποθέσεις ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν σύμφωνα μέ τά Πρακτικά τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἐκδ. Κύπρης, Ἀθήνα 2022, σελ.66. [27] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, ΕΠΕ 2,410-412 Κατά Εἰκονοκλαστῶν, Διάλογος στηλιτευτικός γενόμενος παρά πιστῶν καί ὀρθοδόξων καί πόθον καί ζῆλον ἐχόντων͵ πρός ἔλεγχον τῶν ἐναντίων τῆς πίστεως καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων και ὀρθοδόξων ἡμῶν Πατέρων.: «Τὰς γὰρ αὐτῶν τῶν Πατέρων φωνάς, ἃς αὐτοὶ τρανῶς ἐκήρυξαν περὶ τῶν σεβασμίων καὶ προσκυνητῶν εἰκόνων, οὗτοι οἱ νεόσοφοι, λαβόντες τὰς καλῶς ὑπὸ τῶν προφητῶν ρηθείσας φωνάς, κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας πρὸς τὸν ἴδιον νοῦν στρεβλοῦσιν». [28] ΜΑΡΙΝΑΚΗ ΘΕΟΦ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ, Θαυματουργές Εἰκόνες τῆς Παναγίας στό Ἅγιον Ὄρος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ.38. [29] ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ Γ., Ἡ λατρεία τῆς Ὀρθοδοξίας,  impantokratoros.gr  [30] Θ.Η.Ε. λῆμ. «Λατρεία». [31] Πρβλ. Ὅρος Πίστεως τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στό ΚΑΡΜΙΡΗΣ Ι. (1960), Τὰ  Δογματικά καί Συμβολικά  Μνημεῖα  τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος I, σελ.241. [32] Βλ.ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ Ι., Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικάς Ἀπορίας Α΄,  (ἐρώτ. Νο 27, σελ.60): «Ἡ τελετὴ τῆς ἀποκαθηλώσεως διεδόθη στὰ μέρη μας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὴς Ἀντιοχείας, ὅπου ὑφίστατο ἀπὸ πολὺ παλαιά» καί ΚΑΛΟΚΥΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ἄθως, θέματα ἀρχαιολογίας καί τέχνης, Ἀθήνα 1963, σελ.209: «Ἡ ἰδέα τοῦ προσηλωμένου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ (καὶ οὐχὶ πλέον ἐπὶ τοῦ ξύλου αὐτοῦ ζωγραφουμένου) σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἐπεκράτησε παρ᾽  ἡμῖν ὡς παράδοσις διὰ τοὺς Ἐσταυρωμένους ἐν γένει ἀφ’ ὅτου ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Σωφρόνιος, τό ἔτος 1864, ἐθέσπισε τήν ἔξοδον τοῦ Ἐσταυρωμένου κατά τήν Μ. Πέμπτην καὶ τὴν Ἀποκαθήλωσιν τοῦ σώματος, ἥτις πρότερον δὲν ἐτελεῖτο. Ἔκτοτε, κατ’ ἀνάγκην τὸ σῶμα, ὡς ἰδιαιτέρα εἰκὼν τίθεται ἐπὶ τοῦ σταυροῦ διὰ νὰ ἐπιτευχθῆ, ἐπὶ τὸ εἰκονικώτερον, ἡ τελετὴ τῆς ἀποκαθηλώσεως, ἥτις βεβαίως συνδέεται πρὸς τὰ θρησκευτικὰ «μυστήρια» τῶν Βυζαντινῶν». [33] Βλ.ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ Ι., Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικάς Ἀπορίας Α΄,  (ἐρώτ. Νο 27, σελ.61): «Ἡ ἀποσπασθεῖσα κατὰ τὴν ἀποκαθὴλωσι ἀπὸ τὸ σταυρὸ εἰκὼν τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ παραμένει στὸ ἅγιο βῆμα τυλιγμένη σὲ σινδόνα καθ’ ὅλη τὴν ἀναστάσιμο περίοδο, μέχρι τῆς ἀποδόσεως τοῦ Πάσχα, μέχρι δηλαδὴ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Πέμπτης τῆς Ἀναλὴψεως, ὁπότε καθηλοῦται καὶ πάλι καὶ καταλαμβάνει τὴν συνήθη θέσι του πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα ἤ στὸ βάθος τῆς ἁψῖδος» [34] Bλ. ΚΑΛΟΚΥΡΗ Κ., Ἄθως, θέματα ἀρχαιολογίας καί τέχνης, Ἀθήνα 1963, σελ.209,  ὑποσημείωση 2:  «Αἱ τελεταὶ αὐταί, γνωσταὶ ὡς βυζαντινὰ «θρησκευτικὰ δράματα» ἐτελοῦντο κυρίως εἰς τὰς αὐλὰς τῶν ναῶν. Ἡ Σταύρωσις καὶ ᾽Αποκαθήλωσις συνδέονται συγκεκριμένως πρός τό δρᾶμα «Σταύρωσις» τό ὁποῖον, ὅπως καί τά ἄλλα, κατηργήθη μετά τήν ἅλωσιν». Βλ. και ΣΤΑΦΥΛΑΚΑΚΗ ΣΤ., Τό θέατρο, οἱ ρίζες καί ἡ ἱστορία του, Ἀθήνα 2017, σελ.130-131: «Ἐκτός ἀπό τό δημοφιλές μιμοθέατρο, στό πρώιμο Βυζάντιο ὑπῆρχε καί τό ἀποκαλούμενο θρησκευτικό δρᾶμα.  Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, γράφτηκαν ἀρκετά θεατρικά ἔργα θρησκευτικοῦ περιεχομένου, ὅπως: Ὁ Χριστός πάσχων, Στίχοι εἰς τόν Ἀδάμ, Τά Πάθη, Οἱ τρεῖς παῖδες ἐν καμίνῳ, Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη, Ἡ ἀνάληψη τοῦ προφήτη Ἠλία καί ἄλλα παρόμοια. Αὐτά τά ἔργα φυσικά δέν θύμιζαν κἄν τό ἀρχαιοελληνικό ἤ τό ρωμαϊκό θέατρο καί ἁπλῶς ἀποσκοποῦσαν στήν τόνωση τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τῶν πιστῶν. Οἱ θεατές δέν πήγαιναν γιά διασκέδαση, ἀλλά ἔπαιρναν μέρος σέ μιά ἐκδήλωση πίστης, μιά θρησκευτική πράξη. Οἱ ἐκτελεστές τῶν ἔργων αὐτῶν δέν ἦταν ἐπαγγελματίες ἠθοποιοί, ἀλλά ἁπλοί πολίτες, πού ἐπιλέγονταν μέ κριτήριο τήν ἀφοσίωσή τους στήν Ἐκκλησία καί ὄχι τό ταλέντο τους. Αὐτοί ἔπαιρναν μέρος στήν παράσταση χωρίς ἀμοιβή καί ὁ «θίασος»διαλυόταν, ὅταν τελείωνε ἡ προγραμματισμένη παράσταση ἤ οἱ παραστάσεις. Οἱ γυναῖκες δέν ἔπαιρναν μέρος καί τούς γυναικείους ρόλους τούς ἑρμήνευαν νεαρά ἀγόρια ἤ ἔφηβοι.» [35] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Κατά Εἰκονοκλαστῶν, Διάλογος στηλιτευτικός γενόμενος παρά πιστῶν καί ὀρθοδόξων καί πόθον καί ζῆλον ἐχόντων͵ πρός ἔλεγχον τῶν ἐναντίων τῆς πίστεως καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων και ὀρθοδόξων ἡμῶν Πατέρων. ΕΠΕ 2,427. [36] ΦΕΙΔΑ ΒΛ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α’, Ἀθῆναι 1992, σελ.771-772. [37] ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Χρονογραφία, PG 108,816. [38] ΦΕΙΔΑ ΒΛ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α’, Ἀθῆναι 1992, σελ.773. [39] Βλ. ΤΟΥΛΟΥΜΤΣΗ Β., Τό Ἐκκλησιολογικό πλαίσιο καί οἱ προϋποθέσεις ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν σύμφωνα μέ τά Πρακτικά τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἐκδ. Κύπρης, Ἀθήνα 2022, σελ.20. [40] ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Χρονογραφία, PG 108,817. [41] ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ Β., Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 2000, σελ.255 [42] ΦΕΙΔΑ ΒΛ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α’, Ἀθῆναι 1992, σελ.779. [43] ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ Β., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 2000, σελ.262, σημ.8 [44] Βλ. E. Lamberz, Acta Conciliorum Oecumenicorum. Series Secunda – 3. Concilium Universale Nicaenum Secundum [787] – 1. Concilii Actiones I-III. Walter de Gruyter, Berlin 2008, Πρᾶξις Πρώτη, σελ.60, ὅπου χαρακτηριστική εἶναι ἡ ρήση τοῦ Κωνσταντίας Κύπρου Κωνσταντίνου μετά τό πέρας ἀνάγνωσης λιβέλλου ἀπό τόν μετανοοῦντα εἰκονομάχο Θεοδόσιο: «Πολύ ἡμῖν δάκρυον ἐκένωσεν ὁ λίβελλος τοῦ εὐλαβεστάτου ἐπισκόπου τοῦ Ἀμορίου», ἀλλά καί ἡ ἀρχική ἐπιφύλαξη στήν περίπτωση τοῦ μετανοοῦντος εἰκονομάχου ἐπισκόπου Νεοκαισαρείας Γρηγορίου, μέ τήν ὁποία ὁ ἅγιος Ταράσιος τόν ἐρωτᾶ: «Μήπως ὡς παραπετάσματι πανούργῳ τό ἑαυτοῦ φρόνημα συσκιάσαι θέλων ῥήμασι σχηματίζῃ τήν ἀλήθειαν, περί δέ τόν νοῦν κακουργεῖς;» ὅ.π. Πρᾶξις Δευτέρα, σελ.114. [45] Βλ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ Δ., Εἰκονολογικές Μελέτες, Θεσσαλ.2003, σελ. 16-17. «Ἡ δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τίς εἰκόνες θεμελιώνεται στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί στήν παράδοση, ἡ ὁποία νοεῖται ὡς ζωή καί ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί ἡ ἄρνηση τῶν εἰκόνων ἀντιμετωπίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς δογματικό καί παράλληλα ἀνθρωπολογικό ζήτημα πού θέτει σέ ἀμφισβήτηση τόσο τά θεμέλια της ὅσο καί τήν πνευματική ἐμπειρία της». [46] ΚΑΡΜΙΡΗΣ Ι. (1960), Τὰ  Δογματικά καί Συμβολικά  Μνημεῖα  τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος I, σελ.241. [47] ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Βενετία 1819, σελ.68-69. [48] Ὅπ. π., σελ. 244. [49] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Λόγοι Β’, Πνευματική Ἀφύπνιση, Ἐκδ: Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλ.1999, σελ.37. [50] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Κατά Εἰκονοκλαστῶν, Διάλογος στηλιτευτικός γενόμενος παρά πιστῶν καί ὀρθοδόξων και πόθον καί ζῆλον ἐχόντων͵ πρός ἔλεγχον τῶν ἐναντίων τῆς πίστεως καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων και ὀρθοδόξων ἡμῶν Πατέρων. ΕΠΕ 2,409 κ.ἑ.  [51] Ὅ.π. σελ.409. [52] Ἱ.Κανόνες ἁγίου Νικηφόρου Ὁμολογητοῦ ἐρώτ. Γ’ : Ἐρώτησις. Περὶ τῶν κοινωθεισῶν ἐκκλησιῶν ἐκ τῶν ἱερέων, κοινωνησάντων τῇ αἱρέσει, καὶ κατεχομένων ὑπ᾿ αὐτῶν, εἰ χρὴ εἰσιέναι εἰς αὐτὰς χάριν εὐχῆς καὶ ψαλμῳδίας. Ἀπόκρισις. Οὐ χρὴ τὸ καθόλου εἰς τοιαύτας ἐκκλησίας εἰσιέναι, κατὰ τοὺς εἰρημένους τρόπους, ἐπειδὴ γέγραπται· Ἰδοὺ ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. Ἅμα γὰρ τῷ εἰσαχθῆναι τὴν αἵρεσιν, ἀπέστη ὁ ἔφορος τῶν ἐκεῖσε ἄγγελος, κατὰ τὴν φωνὴν τοῦ μεγάλου Βασιλείου, καὶ κοινὸς οἶκος ὁ τοιοῦτος χρηματίζει ναός, καί· Οὐ μὴ εἰσέλθω, φησίν, εἰς ἐκκλησίαν πονηρευομένων, καὶ ὁ ἀπόστολος· Τίς συγκατάθεσις ναοῦ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων;». [53] Lamberz, Acta Conciliorum Oecumenicorum. Series Secunda – 3. Concilium Universale Nicaenum Secundum [787] – 1. Concilii Actiones IV-V. Walter de Gruyter, Berlin 2008, Πράξις Πέμπτη, σελ.534. [54] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ, Παντολέοντι Λογοθέτῃ, ΕΠΕ 18Γ,77. [55] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Κατά Εἰκονοκλαστῶν, Διάλογος στηλιτευτικός γενόμενος παρά πιστῶν καί ὀρθοδόξων καί πόθον καί ζῆλον ἐχόντων͵ πρός ἔλεγχον τῶν ἐναντίων τῆς πίστεως καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων και ὀρθοδόξων ἡμῶν Πατέρων. ΕΠΕ 2,431.

Previous Article

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΙΜΩΡΗΘΟΥΝ- ΑΦΟΡΙΣΘΟΥΝ (ΑΝΤΙ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ) ΕΙΝΑΙ…

Next Article

«Τῶν ἀσκητῶν τὸ καύχημα, Ἰωάννην τιμήσωμεν»